ΦΩΤΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΛΟΥΜΠΑΤΖΗΔΕΣ

Τον 16 ο αιώνα η αύξηση του πληθυσμού της Κωνστ/πολης ήταν πλέον γεγονός. Τα σπίτια, που ήταν όλα ξύλινα, κτιζόντουσαν το ένα κολλητά στο άλλο. Έτσι σε περίπτωση μιας πυρκαγιάς οι  ζημιές ήταν ανυπολόγιστες και η διάσταση καταστροφική. Η μόνη λύτρωση σε μια τέτοια περίπτωση πύρινης λαίλαπας ήταν η βροχή η κάποιο φυσικό εμπόδιο που θα εμπόδιζε την εξάπλωσή της.

    Ο καταστροφικός σεισμός του 1509 με 5000 νεκρούς και οι συχνές φωτιές που έκαιγαν τα σπίτια σα δαδιά ανάγκασαν τον σουλτάνο Μουράτ τον Γ΄ να εκδόσει ειδικό φιρμάνι, βάσει του οποίου κάθε σπίτι υποχρεούνταν να είναι εξοπλισμένο από ένα βαρέλι νερού, μια σκάλα, ένα φτυάρι και ένα κασμά. Μ αυτό τον τρόπο σε περίπτωση φωτιάς κάθε κάτοικος θα μπορούσε να βοηθήσει μαζί με τους γείτονες στην άμεση αντιμετώπιση του περιστατικού πριν πάρει διαστάσεις.

Αυτό το φιρμάνι αποτέλεσε και την ίδρυση των πρώτων ομάδων πυρόσβεσης.

Στις αρχές του 18ου αιώνα κάποιος Γάλλος μηχανικός, ονόματι Δαυϊδ, εφεύρε μια επαναστατική πατέντα για την εποχή. Την αντλία. Ένα μηχάνημα με δύο μπράτσα που ανεβοκατεβάζοντάς τα αντλούσες νερό  από κάποιο σημείο και το εκσφενδόνιζες στην εστία της φωτιάς. Τότε οι ομάδες αυτές εξοπλίστηκαν και με αντλίες, τις λεγόμενες τουλούμπες, απ΄όπου πήραν και το όνομα τουλουμπατζήδες.

Στην μεγάλη φωτιά του Τοπχανέ, το 1714, το Σώμα δοκιμάζεται από το μένος της έντασης και αποφασίζει να τελειοποιήσει τις αντλίες και να ιδρύσει την υπηρεσία Dergah I ali, που θα αποτελούσε παρακλάδι του σώματος των Γενητσάρων, με επικεφαλής τον Δαυϊδ Γκερτσέκ Αγά.

Οι τουλούμπατζήδες ήταν παλληκάρια, οι νταήδες του μαχαλά. Κάτι βαρβάτοι μαντράχαλοι, με βυσσινιά φέσια, στραβά βαλμένα πάνω στη λαδωμένη μπούκλα, με ένα λουλούδι πίσω από το αυτί και με την φτέρνα δύo δάκτυλα έξω από το πατημένο γεμενί. Καθότανε από το πρωί ως το βράδυ μέσα στο κουβούσι τους, δηλαδή το κέντρο τους, και περιμένανε να γίνει καμιά μετακόμιση, ή να τινάξει κανείς τα χαλιά του ή να γίνει καμιά πυρκαγιά για να βγάλουν καμιά δεκάρα.

Πώς όμως ειδοποιούνταν οι ‘’άρχοντες της στάχτης’’ για κάποιο περιστατικό φωτιάς;  Απ΄όσα γνωρίζουμε, διαβάζουμε και όσα ζήσαμε εμείς οι παλιά κάτοικοι, υπήρχαν τρείς τρόποι συναγερμού:

1) Στα υψηλά σημεία της Πόλης υπήρχαν πυροπαρατηρητές που με διάφορα σινιάλα μετέδιδαν την είδηση

2) Οι μπεχτσήδες. Νυκτοφύλακες της γειτονιάς που υπάγονταν στη δύναμη της αστυνομίας. Το σώμα αυτό περιπολούσε όλη τη νύχτα τις γειτονιές της Πόλης για την ασφάλεια των κατοίκων από κλοπές. Κρατούσαν στο χέρι ένα μπαστούνι από κούφιο μπαμπού το οποίο, σε περίπτωση πυρκαγιάς, το χτυπούσαν πάνω στο καλντερίμι και φώναζαν‘’yangin var’’δηλαδή ‘’φωτιά’’. Το άκουγε ο μπεχτσής της παρακάτω γειτονιάς και έκανε το ίδιο. Μ αυτό τον τρόπο και με την σφυρίχτρα βοηθό ξυπνούσαν αναστατωμένες όλες οι γειτονιές και μαζί μ΄αυτούς οι εθελοντές τουλουμπατζήδες που φόρτωναν στην πλάτη τους την μικρή τουλούμπα και με τον ρεϊζη (αρχηγό) επικεφαλής τρέχανε ξυπόλυτοι με τα βρακιά ως το γόνατο, βαστώντας δάδες στα χέρια και φωνάζοντας ‘’Βάρνταααααα!’’ και αν δεν έκανες πέρα σε τσαλαπατούσανε.

3) Τα σήματα από τους πύργους του Γαλατά, Μπεγιαζίτ και τους κανονιοβολισμούς από τον πύργο Icadiye του Βανίκιοϊ. Αυτά τα σήματα κατηγοριοποιούνται ως εξής :

  • Αν η πυρκαγιά  επισημαινόταν στη ζώνη της παλιάς πόλης μέχρι τον Αγ. Στέφανο. Την ημέρα κόκκινη τριγωνική σημαία και τη νύχτα κόκκινος προβολέας.
  • Αν η πυρκαγιά επισημαινόταν στη ζώνη της νέας πόλης μέχρι το Λεβέντ. Την ημέρα κίτρινη τριγωνική σημαία και τη νύχτα άσπρος προβολέας.
  • Αν η πυρκαγιά επισημαινόταν στην ασιατική ζώνη και τα νησιά. Την ημέρα πράσινη τριγωνική σημαία και τη νύχτα πράσινος προβολέας.
  • Σε περίπτωση πυρκαγιάς σε δύο ζώνες ταυτόχρονα εναλλάσσονται τα δύο σήματα.

Οι πρώτες επικουρίες ερχότανε από τις γειτονικές  συνοικίες, και όσο έκαιγε η φωτιά, τόσο περισσότερες υδραντλίες μαζευότανε, τόσο μεγαλύτερος ήταν ο σαματάς, τόσο λιγόστευε το νερό. Και στο μεταξύ καιγόντανε τα ξύλινα σπίτια σα δαδιά μέσα στα θεόστενα σοκάκια.

Ο στόχος των τουλουμπατζήδων ήταν να φτάσουν πρώτοι στο σημείο της φωτιάς και να πετύχουν το σκοπό τους που ήταν η άμεση δράση. Για τον λόγο αυτό από όσες γειτονιές περνούσαν ξεφώνιζαν και το όνομα της γειτονιάς τους, ούτως ώστε να γίνεται γνωστό ποίοι είναι αυτοί που φτάνουν πρώτοι στο συμβάν, θεωρώντας το καύχημα προς παραδειγματισμό.

Όταν έφταναν στο σημείο της φωτιάς συνέδεαν  τα χορτούμια (μάνικες) με την πηγή του νερού άντλησης και τρομπάρωντας έριχναν νερό στις εστίες για να κατασβέσουν τη φωτιά.

Στην Κωνστ/πολη υπήρχαν δύο αντιμαχόμενες ομάδες τουλουμπατζήδων. Οι Τούρκοι και οι Ρωμιοί με πρωταγωνιστές  τους Ταταυλιανούς τουλουμπατζήδες. Το Πάσχα και τα Χριστούγεννα βγάζαν δίσκο στους μαχαλάδες και μάζευαν παχιά μπαχτσίσια καθόσον ο κόσμος είχε την ανάγκη τους.

Το 1874 ο Ούγγρος κόντης Σετσίνι ιδρύει την πρώτη στρατιωτική Πυροσβεστική υπηρεσία που το 1928 θα υπαχθεί στη Νομαρχία.

Το Παλάτι Τσιραγάν,  Μπεσίκτας

To παλάτι κτίστηκε επί σουλτάνου Abdul Aziz 1871, από τους Σαρκίς Μπαλιάν και Κιρκόρ Ναρσισιάν, πάνω σε ανθοστόλιστα οικόπεδα της εποχής της τουλίπας, τους περίφημους κήπους Τσιραγάν, που στη γλώσσα φαρσί σημαίνει φώς, λάμψη.

 Αυτό το υπόδειγμα αρχιτεκτονικής και στόλισμα του Βοσπόρου κάηκε ολοσχερώς από βραχυκύκλωμα που εκδηλώθηκε την 6 Ιανουαρίου του 1909. Πανάκριβες αντίκες του Abdul Hamid του Β΄ καθώς και η ιδιωτική βιβλιοθήκη του Μουράτ του Δ έγιναν σε λίγες ώρες στάχτυ. Το παλάτι έμεινε ερείπιο για αρκετές δεκαετίες και αποτελούσε μελανό σημάδι στην ομορφιά του Βοσπόρου. Ώσπου το 1989  αναστηλώνεται από ιαπωνική εταιρία για να διαμορφωθεί σε ένα πεντάστερο ξενοδοχείο της αλυσίδας Kempinski.

Κλειστή Αγορά (Kapali Carsi)

Έργο του Μεχμέτ του Πορθητή (1461) η περίφημη Κλειστή Αγορά της Πόλης, είχε 22 πύλες, 16 χάνια και 3600 καταστήματα. Είναι η μεγαλύτερη σε εμβαδόν (45.000 τ.μ) κλειστή αγορά του κόσμου με 20.000 εργαζόμενους στα καταστήματα της. Υπολογίζεται ότι καθημερινά την επισκέπτονται 500.000 επισκέπτες. ο Εβλιγιά Τσελεμπή την αποκάλεσε ”απόρθητο κάστρο”. Πολλές φορές κινδύνεψε από πυρκαγιά. Χωρίς ιδιαίτερες ασφαλιστικές και πυροσβεστικές διεξόδους τα 3000 κολλητά μαγαζιά είναι εύλογο να διατρέχουν άμεσα κίνδυνο ανάφλεξης. Αυτό έγινε τον Νοέμβριο του 1954 και η καταστροφή υπήρξε γενική. 489 πυροσβέστες από όλη την Πόλη προσπαθούσαν για 28 μέρες να την καταστείλουν χωρίς αποτέλεσμα. Ήταν αδύνατον να την καταπολεμήσουν από μέσα λόγω της ασύλληπτα υψηλής θερμότητας. Όταν καταλάγιασε η πύρινη μανία και μπόρεσαν να εισβάλλουν μέσα στην αγορά απαίτησαν από την αστυνομία να τους γίνεται σωματικός έλεγχος κατά την έξοδο τους καθόσον μέσα στην αγορά υπήρχαν τόνοι χρυσού και ασημιού. Η φωτιά που τελικά κατέκαψε 1364 καταστήματα μέσα στην αγορά και 30 από την έξω πλευρά αποδόθηκε κι αυτή σε βραχυκύκλωμα.

Το γιαλί της Εσμά Σουλτάν

Όταν λέμε γιαλί στα τουρκικά εννοούμε παραβοσπόρειο εξοχικό. Το συγκεκριμένο λοιπόν γιαλί που βρισκόταν δίπλα στο τζαμί του Μεσοχωρίου (Ortakoy) ήταν το προικώο της κόρης του σουλτάνου Abdul Aziz, Εsma για τον γάμο της με τον Cerkez Mehmet Pasa. Το 1918 μετατρέπεται σε ελληνικό σχολείο και το 1922 σε καπναποθήκη . Το 1950 πουλήθηκε και χρησιμοποιείτο σαν αποθήκη ξυλουργείου. Στην φωτιά του 1975 μετατράπηκε σε στάχτυ. Στην δεκαετία του ΄90  αγοράστηκε από την εταιρία Marmara Collections για να ανακαινηθεί από τον Philip Robert σε ένα μοντέρνο κτίριο από ατσάλι και γυαλί όνειδος για την παραλιακή ζώνη του ιστορικού Βοσπόρου με τα ξύλινα αρχοντικά.

Ξενοδοχείο Ουάσιγκτον  –  Λαλελί

Τον Μάϊο του 1983 ύστερα από έκρηξη υγραερίου στην κουζίνα του ξενοδοχείου εκδηλώθηκε φωτιά που κατέστρεψε το οίκημα. 38 τουρίστες, οι περισσότεροι Έλληνες,που διέμεναν στα υψηλά πατώματα εγκλωβίστηκαν και κάηκαν ζωντανοί. Άλλοι 56 τραυματίστηκαν σοβαρά.

Λύκειο Κανδιλλή

Η μεγάλη φωτιά στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου της 7 Μαρτίου 1986 εκδηλώθηκε στους κοιτώνες του Λυκείου, όπως είχε διαμορφωθεί το σεράϊ της αδελφής του Abdul Aziz, Adile Sultan και κατέκαψε ολοσχερώς το περίφημο αυτό παλάτι.

Γέφυρα  του  Γαλατά

Η παλιά ξύλινη γέφυρα του Γαλατά κατασκευάστηκε με μέριμνα της μητέρας του σουλτάνου Abdul Mecid του Α΄, Valide Sultan το 1845 με σκοπό να συνδέσει τις δύο ακτές στο στόμιο του Κεράτειου κόλπου, το Eminonu με το Karakoy. Το 1914 η γέφυρα αντικαταστάθηκε με άλλη νέας τεχνολογίας που στηριζόταν πάνω σε τεράστιες σημαδούρες  και τα πρώτα τραμ έκαναν την εμφάνιση τους. Την νύχτα κατά τις 3 δύο ρυμουλκά του λιμανιού ερχόταν και έδεναν τη σπαστή καρδιά της γέφυρας και με τον τρόπο αυτό την άνοιγαν για να επιτραπεί η διέλευση στα ναυπηγεία του κόλπου μεγάλων πλοίων. Από τις δύο μεγάλες καμάρες που είχε στη μέση η γέφυρα του Γαλατά (αυτή ήταν η επίσημη ονομασία της) τα ρυμουλκά μπαινόβγαιναν στον κόλπο λυγίζοντας τα σπαστά φουγάρα τους Τον Μάιο του 1992, την εποχή που μια καινούργια γέφυρα θα συνέδεε λίγο παρακάτω τις δύο ακτές , εκδηλώθηκε πυρκαγιά που προξένησε σοβαρές ζημιές με αποτέλεσμα να επιδιορθωθεί και να επανατοποθετηθεί στα σημεία Βalat – Haskoy αφήνοντας τη θέση της σε μια νέα γέφυρα. Όμως το μέλλον της ιστορικής, για  μας τους ρωμηούς της Πόλης, γέφυρας είχε ήδη προδιαγραφεί. Με τον ισχυρισμό ότι εμπόδιζε τα διερχόμενα  επιβατικά πλοία αλλά και την ανακύκλωση του νερού στον κόλπο αποφασίστηκε να ξηλωθεί μετά από 170 περίπου χρόνων υπηρεσίας στους κατοίκους της Κωνστ/πολης.

Σιδηροδρομικός σταθμός Χαιδάρπασα

O τερματικός σιδηροδρομικός σταθμός του Χαιδαρπασά εγκαινιάστηκε το 1873 επί εποχής Αμπντούλ Χαμίτ του Β΄ με μοναδική γραμμή Κωνστ/πολης – Νικομήδειας. Το όνομα το δανείστηκε από τον ιδιοκτήτη του οικοπέδου κάποιου βεζύρη Χαντίμ Χαιδάρ πασά που ζούσε στην περιοχή αυτή.

Οι συνθήκες όμως απαιτούσαν την διεύρυνση του δικτύου  σε όλη την οθωμανική αυτοκρατορία και κυρίως μέχρι την Βαγδάτη. Έτσι ο σταθμός ανακατασκευάστηκε από 2 Γερμανούς αρχιτέκτονες, τους Otto Ritter και  Helmouth Cuno το 1908 και αποτελεί μέχρι και σήμερα σημαντικό εμπορικό κόμβο και ομφαλό σύνδεσης των σιδηροδρομικών δικτύων δύο ηπείρων.

Την πρώτη ζημιά ο σταθμός την δέχτηκε στις 15/11/1979 όταν μια τρομερή έκρηξη στο δεξαμενόπλοιο Independante προκάλεσε σοβαρές ζημιές στην ευρύτερη ακτίνα της Χαλκηδόνας και βέβαια στο 5όροφο κτίριο του Χαιδάρπασα του οποίου οι πολύχρωμες βιτρίνες έγιναν κομμάτια.

 Ήταν η 28ηΝοεμβρίου του 2010 όταν από ένα βραχυκύκλωμα που προκλήθηκε από εργασίες στον εξώστη του σταθμού προκλήθηκε φωτιά η οποία κατέστρεψε ολοσχερώς την οροφή του ιστορικού κτιρίου.

Το κτίριο σχεδιαζόταν να μετατραπεί σε πολυτελές ξενοδοχείο. Σ αυτό συνηγορούσαν όχι μόνο η θέση του και ο τεράστιος όγκος του αλλά και ο σχεδιασμός υποθαλάσσιας σήραγγας κάτω από το στόμιο του Βοσπόρου για την σιδηροδρομική σύνδεση Ευρώπης – Ασίας. Γι αυτό το λόγο υπήρξαν υπόνοιες για κατευθυνόμενη ενέργεια ούτως ώστε να διευκολυνθούν οι γραφειοκρατικές διεργασίες. Τότε ο Νομάρχης της Πόλης Mustafa Ilicali παρενέβη και καθησύχασε τους διαμαρτυρόμενους ότι το κτίριο όχι μόνο θα συνέχιζε να λειτουργεί σαν σιδηροδρομικός σταθμός αλλά θα εμπλούτιζε τις υπηρεσίες του και στις γραμμές συρμών Υπερταχείας Κυκλοφορίας. Στα νέα σχέδια του εξώστη που κατατέθηκαν συγκαταλέγονται καφετέριες, εστιατόρια, αρχεία και αίθουσες συνεδρίων.

 

Παγκόσμιος Αρμονία  –  Μπέυκοζ

Ξημερώματα της 14ης Δεκεμβρίου του 1960, ημέρα Τετάρτη. Μια τρομερή έκρηξη στη μέση του Βοσπόρου συντάραξε όλη την πόλη και έβαψε κόκκινο τον ουρανό της. Στους πύργους του Γαλατά και του Μπεγιαζίτ άναψε το πράσινο φως. Φωτιά, κάπου στα βόρεια της πόλης. Που; Τι έγινε; Όλοι ανεβήκαμε στις ταράτσες των σπιτιών μας και άναυδοι βλέπαμε τον κόκκινο ουρανό στα βόρεια, στον Βόσπορο.

Η ναυτιλία στον Βόσπορο ακολουθεί κάποιους διεθνείς κανόνες. Τα πλοία που ‘’ανεβαίνουν’’ προς τη Μαύρη Θάλασσα ακολουθούν πορεία costa costa με τα ευρωπαϊκά παράλια, ενώ τα πλοία που ‘’κατεβαίνουν’’ προς τον Μαρμαρά αντίθετη πορεία από την αντίθετη παραλία.

Το ελληνικό τάνκερ 35.000 τόνων ‘’Παγκόσμιος Αρμονία’’, πλοιοκτησίας  Στ. Νιάρχου έπλεε κενό φορτίου για Νοβοροσίνσκυ  από τον Πειραιά. Στην θέση Στενιές του Βοσπόρου και σε απόσταση μόλις 200 μέτρων από τις ασιατικές ακτές έλαβε χώρα μια πρωτοφανής στα ναυτικά χρονικά τραγωδία, που συγκλόνισε τον ναυτικό κόσμο όχι μόνο της πατρίδας μας , αλλά ολόκληρου του κόσμου  και στοίχισε στη ζωή 28 ανδρών του πληρώματος και μιας γυναίκας.

Το γιουγκοσλαβικό  πετρελαιοφόρο ‘’Πήτερ Ζόρανιτς’’ φορτωμένο με 13.000 τόνους βενζίνης και 11.000 τόνους αργού πετρελαίου ‘’κατέβαινε ‘’ τον Βόσπορο με  κατεύθυνση την θάλασσα του Μαρμαρά.

Οι φυσικές στροφές των στενών είναι πολύ επικίνδυνες για την ναυσιπλοϊα, ακόμη κι αν τα πλοία τα πιλοτάρουν Τούρκοι πλοηγοί οι οποίοι έχουν συνεχή επαφή με τους συχνούς σταθμούς παρατήρησης των στενών. Το ρεύμα στο ύψος του Κανδιλλή φτάνε και τους 8 κόμβους ενώ στα νότια του Νεοχωρίου απαιτείται αλλαγή πορείας 80 μοιρών. Στα σημεία αυτά η ορατότητα είναι περιορισμένη και τα πλοία που έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση κρύβονται κυριολεκτικά πίσω από τα ακρωτήρια . Οι κίνδυνοι αυξάνονται θεαματικά αν συνυπολογιστεί και η μεγάλη κυκλοφορία πορθμείων που συνδέουν τις δύο ακτές των ηπείρων.

Κατά την πρόσκρουση επακολούθησε ανάφλεξη του γιουγκοσλαβικού πλοίου και προκλήθηκε πυρκαγιά, η οποία μεταδόθηκε στο ‘’Παγκόσμιος Αρμονιά’’ και στη συνέχεια και τα δύο πλοία κολλημένα και παρασυρόμενα από το ρεύμα έπεσαν επί του αγκυροβολημένου τούρκικου κρουαζιερόπλοιου ‘’Ταρσούς’’ στο οποίο επεκτάθηκε η πυρκαγιά.

Φλόγες ύψους 50 μέτρων τύλιξαν την περιοχή, ενώ πυκνό νέφος μαύρου καπνού κάλυπτε τα δύο σκάφη εμποδίζοντας τα διασωστικά συνεργεία να επέμβουν. Ολόκληρη η ποσότητα των καυσίμων από το κύτος του δεξαμενόπλοιου χύθηκε στη θάλασσα εν ριπή οφθαλμού η περιοχή φωτίστηκε σαν να  υπήρχε ήλιος. Στην ακτή οι κάτοικοι πανικόβλητοι παρακολουθούσαν την έκβαση της φωτιάς

Όσοι βρέθηκαν στη γέφυρα των δεξαμενοπλοίων ρίχτηκαν στη θάλασσα, κάποιοι σώθηκαν κολυμπώντας προς την ακτή ,κάποιοι άλλοι, λιγότερο τυχεροί, κάηκαν μαζί με το πετρέλαιο που χύθηκε στη θάλασσα.

Το φλεγόμενο γιουγκοσλαβικό τάνκερ , παρασυρόμενο πλέον από τα ρεύματα των στενών, πλησίασε προς στιγμή στην επικίνδυνη απόσταση των 50 μέτρων στην ακτή του Μπέϊκοζ, όπου υπήρχαν εγκαταστάσεις των τουρκικών διυλιστηρίων και αποθήκες υγρών καυσίμων. Εάν γινόταν νέα έκρηξη στο τάνκερ, ο κίνδυνος ανάφλεξης των διυλιστηρίων θα ήταν αναπόφευκτος, η δε νέα καταστροφή, που θα επακολουθούσε θα ήταν τεράστιας έκτασης όχι μόνο για τις εγκαταστάσεις αλλά και για την ίδια την Πόλη.

Κάποιος πιλότος αεροσκάφους, που έτυχε να πετά στα 3.000 μέτρα τη στιγμή της έκρηξης περιέγραφε ως εξής το θέαμα; ‘’ η περιοχή φωτιζόταν από τις αναλαμπές των φλογών και των εκρήξεων σαν να είχαν ριφθεί χιλιάδες εμπρηστικές βόμβες. Αρχικά νόμισα ότι καιγόταν η Κωνστ/πολη’’.

Έκτοτε κατ΄εντολή του πλοιοκτήτου Στ.Νιάρχου, το αδελφό τάνκερ ‘’ World Enterprise’’, είχε συνεχώς στο πρυμναίο ιστό του τη ελληνική σημαία μεσίστια, σε ένδειξη πένθους του καμμένου αδελφού  σκάφους ‘’World Harmony’’ και των απανθρακωμένων σωμάτων των 28 ανδρών του πληρώματος του, και δεν υπεστάλη ποτέ, να κυματίζει νυχθημερόν μέχρι την διάλυσή του το 1977.

Η μεγάλη φωτιά του Πέρα

Η φωτιά που άλλαξε την όψη του Πέρα, που οργάνωσε την πυροσβεστική υπηρεσία, που επέκτεινε τις ασφάλειες σε νέους τομείς πυρός έλαβε χώρα τον το μεσημέρι της 5ης Ιουνίου του 1870 όταν εκδηλώθηκε φωτιά σε νοικιασμένο από τον Ούγγρο Ριτσίνι σπίτι στην οδό Φεριντιγιέ κάπου μέσα στις δυτικές γειτονιές του Ταξίμ.

Ο ισχυρός άνεμος που φυσούσε και τα ξύλινα σπίτια της περιοχής συνέτειναν στην διάδοση της φωτιάς σε 5 – 6 μέτωπα. Σε λίγες ώρες άρχισαν να καίγονται ανελέητα οι περιοχές Γαλατασαράϊ, Ταρλάμπασι, Ταξίμ, Αϊναλίτσεσμε, Σισλή, Κουρτουλούς, Χαρμπιγιέ, Τεπέμπασι. Σχεδόν όλη η νέα Κωνσταντινούπολη φλεγόταν χωρίς οίκτο. Ξενοδοχεία, πρεσβείες, επαύλεις, κέντρα διασκέδασης, θέατρα παραδίδονται το ένα μετά το άλλο στις πύρινες φλόγες και σε μικρό διάστημα μετατρέπονται σε ερείπια και στάχτη. Όσοι είχαν ξύλινα σπίτια τα παρατούσαν και έτρεχαν να γλυτώσουν από τις φλόγες. Άλλοι που εμπιστεύτηκαν τις πέτρινες κατασκευές των σπιτιών τους κλείστηκαν μέσα νομίζοντας πως έτσι θα γλυτώσουν από την καταστροφή. Η μεγάλη φωτιά άφησε στο διάβα της 104 απανθρακωμένα πτώματα, 65 κατεστραμμένες λεωφόρους, 163 γειτονιές και 8000 σπίτια που έγιναν παρανάλωμα από την πύρινη λαίλαπα, η οποία όταν κατεστάλη άφησε πίσω της μόνο οικόπεδα με στάχτη.

Η περίοδος μετά την καταστροφική αυτή φωτιά χαρακτηρίζεται για την Πόλη αναγεννησιακή. Καινούργια πέτρινα κτίρια με προσεγμένες προσόψεις, μπαρόκ, ελληνιστικοί και άλλοι ευρωπαϊκή ρυθμοί δόμησης έχουν πάρει τη θέση των παλιών ξύλινων ερειπίων. Φαρδείς δρόμοι και λεωφόροι πήραν τη θέση των παλιών στενών σοκακιών. Η Ευρώπη ανταποκρίθηκε, όπως βέβαια είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, με αντιπροσωπείες τραπεζών, ασφαλιστικών εταιριών και υποκαταστημάτων μεγάλων τραστ. Ακόμη και σήμερα αν παρατηρήσουμε τα κτίρια της Ιστικλάλ θα καταλάβουμε την μοντέρνα για τότε πνοή  που επικράτησε στην ανοικοδόμηση της πόλης μετά τη μεγάλη αυτή πυρκαγιά στα τέλη του 19ου αιώνα.

Τα Ταταύλα καίγονται

Σαν πας στα Ταταύλα ο κυρ Χρύσανθος δεν θα σ΄αφήσει να μπείς. Είναι γκιαούρ μαχαλά. Έως το 1929…..

     Τα Ταταύλα ή Γκιαούρ Ταταύλα (άπιστα) ¨ η Μικρή Αθήνα της Κωνσταντινούπολης έχει δοκιμαστεί δύο φορές από καταστροφικές πυρκαγιές. Την πρώτη φορά το 1832 όταν αποτεφρώθηκαν 600 σπίτια και 60 καταστήματα και την δεύτερη το 1929, που πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι ήταν εμπρησμός για μια έμμεση δημογραφική αλλαγή.

Στα Ταταύλα την εποχή εκείνη ζούσαν 20.000 Χριστιανοί Ορθόδοξοι σε 4000 περίπου ξύλινα αρχοντικά σπίτια που εργαζόταν σε εταιρίες και καταστήματα της ευρύτερης περιοχής.

Η έντονη ελληνική παρουσία ασφαλώς και ενοχλούσε την κυβέρνηση που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να φρενάρει την αύξηση του ρωμέϊκου πληθυσμού με μετοικήσεις Αρμενίων και Τούρκων. Όταν όμως το 1911 η περιοχή συνδέθηκε με τραμ μέχρι και τα Ψωμαθειά η πληθυσμιακή σύνθεση με πρωτοκαθεδρία τους ρωμηούς ήταν περισσότερο έντονη.

Η  17η Ιανουαρίου 1929 χαρακτηρίστηκε σαν αποφράς ημέρα για τους κατοίκους της αλλά και γενικότερα για όλη την μειονότητα της Πόλης. Το κρύο στην πόλη λέγεται ότι ήταν αρκτικό, ακόμη και ο Βόσπορος ακούγεται ότι πάγωσε. Τα στενά παγωμένα ανηφορικά σοκάκια των Ταταούλων δεν είναι καθόλου προσιτά για να τα διασχίσουν αντλίες και τουλουμπατζήδες. Αλλά και οι ντόπιοι εθελοντές λέγεται ότι εμποδίστηκαν να παραλάβουν τις αντλίες τους από τα προαύλια των εκκλησιών όπου τις αποθήκευαν. Έτσι η φωτιά  με την βοήθεια των ανέμων κατέστρεψε σχεδόν όλη την περιοχή και κατέκαψε τα ξύλινα σπίτια της μέσα σε 24 μόνο ώρες. Όλη; εκτός των δημοσίων κτιρίων. Σύμπτωση ή δάκτυλος του Αλλάχ ; Πάντως στους Τούρκους ακούγεται βαρύς ο υπαινιγμός περί εμπρησμού.

Έκτοτε τα Ταταύλα άλλαξαν την ονομασία τους σε Κουρτουλούς ( δηλ. λύτρωση) και όλοι οι δρόμοι πήραν νέες τουρκικές ονομασίες.

Σήμερα τα Ταταύλα σε τίποτα δεν θυμίζουν την ελληνική συνοικία του παρελθόντος.Τη συνοικία με τους ρωμηούς τουλουμπατζήδες, που έτρεχαν να σβήσουν τις συχνές φωτιές της περιοχής,  τους καντηλανάφτες των εκκλησιών, που έκτελούσαν και χρέη ντελάληδων επειδή κοινοποιούσαν στα ελληνικά τις διάφορες ανακοινώσεις του οθωμανικού κράτους. Τίποτε από αυτά δεν υπάρχει πια. Η έντονη έως αποκλειστική εκείνη ελληνική παρουσία πάει, εξαφανίστηκε. Μετανάστες από την ασιατική ακτή έκαναν σιγά σιγά την εμφάνισή τους και κατοικούν στα επιμελημένα κιμπάρικα σπίτια της άλλοτε ρωμιοσύνης, απλώνοντας από μπαλκόνι στο απέναντι μπαλκόνι τις μπουγάδες τους και ρίχνοντας, παραδοσιακά, τα βρώμικά τους νερά στο κατώφλι των σπιτιών τους.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *