Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΡΘΗΤΗΣ

Το όνειρό του ήταν η οικοδόμηση μιας κοσμοπολίτικης πρωτεύουσας στην καρδιά της Μεσογείου όπου θα συνυπήρχαν και θα συμβίωναν ειρηνικά όλοι οι λαοί ανεξαρτήτου θρησκείας και εθνότητας

ΠΟΙΑ  Η  ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ  ΤΟΥ   ΜΕΧΜΕΤ Β΄  ΤΟΥ   ΠΟΡΘΗΤΗ

Το πρωινό της 30ης Μαρτίου του 1432 ήταν ένα ιδιαίτερο πρωινό. Μαζί με τον ανατέλλοντα ήλιο γεννιέται στην Αδριανούπολη, πρωτεύουσα του τότε Οθωμανικού κράτους, ο τρίτος γιος του Μουράτ του Β΄, ο Μεχμέτ. Σύμφωνα με την ιστορία μητέρα του ήταν η Χουμά Χατούν, παράδοση που κανένας σύγχρονος ιστορικός δεν παραδέχεται.

Σε μικρή ηλικία μένει ορφανός από την μητέρα του και τον αναλαμβάνει η Μάρα, δεύτερη σύζυγος του Μουράτ και κόρη του Σέρβου ηγεμόνα Μπράνκοβιτς,  χριστιανή στο θρήσκευμα.

Στο σχολείο ήταν ένας πολύ άτακτος, αυθάδης, υπερόπτης, ατίθασος και αμελής μαθητής. Με τις πλάτες του τίτλου του διαδόχου βασάνιζε καθημερινά συμμαθητές και αντιμιλούσε στους δασκάλους του αυθαδιάζοντας χωρίς  να τολμά κανείς να τον τιμωρήσει.

Μια μέρα ο δάσκαλός του, ο Ακσεμσεττίν, που δεν μπορούσε να ανεχτεί άλλο τους εμπαιγμούς του διαδόχου, αποφάσισε να επισκεφτεί τον σουλτάνο και με προσήκοντα σεβασμό ζήτησε ακρόαση η οποία και του εδόθη.

Εξήγησε λοιπόν στον Μουράτ ότι ο γιος του δεν υποφέρεται και ότι τα μαθήματα στην τάξη απαξιώνονται χάρη στη διαγωγή του. Τότε ο σουλτάνος έσκυψε και του ψιθύρισε  στο αυτί κάτι που μάλλον άρεσε στον δάσκαλο γιατί αποχώρησε ικανοποιημένος από την επίσκεψη αυτή.

Την επόμενη μέρα στο σχολείο όπου τα ίδια επεισόδια επαναλαμβάνονταν, άνοιξε η πόρτα της τάξης και εμφανίστηκε ο σουλτάνος. Όλη η τάξη πάγωσε και με σεβασμό προς τον ανώτατο άρχοντα σηκώθηκε όρθια και με σκυμμένο το κεφάλι περίμενε να ακούσει την αιτία της επίσκεψης. Αντί αυτού βλέπουν τον δάσκαλο να πλησιάζει τον σουλτάνο έξαλλος γιατί του διέκοψε το μάθημα και να τον χαστουκίζει, διατάσσοντάς τον να φύγει από την αίθουσα και να περιμένει το διάλειμμα αν ήθελε να δει τον γιο του. Ο σουλτάνος συντετριμμένος από την απρέπεια του υπάκουσε και βγήκε έξω. Το σχέδιό του λειτούργησε έξοχα. Ο Μεχμέτ από εκείνη την μέρα ήταν ο φρονιμώτερος στην τάξη και παράδειγμα προς μίμηση.

Ένας σουλτάνος λοιπόν δέχθηκε την ταπείνωση για να πειθαρχήσει τον γιο του , και το κατάφερε άριστα.

Είναι λοιπόν ολοφάνερο πως ο νεαρός Μεχμέτ μεγαλώνει μέσα στα πλούτη αλλά και τις ίντριγκες της Υψηλης Πύλης και ανατρέφεται σε περιβάλλον καθαρά ανορθόδοξο προς τις μυστηριακές καταβολές της Ανατολίας. Θα έλεγε κανείς ότι δεν γαλουγήθηκε σαν ορθόδοξος Μουσουλμάνος αλλά σαν Αλεβίτης, εξ ού και η μεγάλη του προτίμηση σε κάθε τι Περσικό αλλά και σε δοξασίες του Σιϊτισμού.

Έγκριτοι πλέον σύγχρονοι ιστορικοί, δίχως παρωπίδες τουρκισμού, αλλά ελεύθεροι στην έκφραση και στην ανάλυση κάθε δεδομένου της οθωμανικής αυτοκρατορίας δεν διστάζουν να αναφέρουν πως ο Μεχμέτ έδειχνε μεγάλο πάθος για τις Χριστιανικές αρχές, που άλλωστε κατά μεγάλο τους μέρος παραλληλίζονται με τις Μουσουλμανικές, και την μελέτη της θρησκείας του Χριστού. Δεν είναι λοιπόν σύμπτωση ότι στις μελέτες του αυτές είχε σαν κατηχητή τον πρώτο μετά την άλωση Οικουμενικό Πατριάρχη, Γεννάδιο. Ήταν αυτός που του το ανταπέδωσε αργότερα και τον βοήθησε να αναρριχηθεί στο υπέρτατο αξίωμα της Ορθοδοξίας  παρακολουθώντας τη στέψη του όρθιος, γεγονός μεγάλης σημασίας για την εποχή εκείνη.

Ο μεγάλος σύγχρονος ιστορικός, Σπαντουνής Θεόδωρος Κατακουζηνός σαν αυτόπτης μάρτυρας γράφει πως ο Μεχμέτ ο Β΄ την παιδική του ηλικία την πέρασε απομονωμένος με την μητέρα του Μάρα στην Αμάσεια της Ανατολίας, όπως και ίσχυε τότε για τους Οθωμανούς πρίγκηπες. Λέγεται επίσης ότι ο πατέρας του, ο σουλτάνος Μουράτ, τον ξυλοκόπησε με τα ίδια του τα χέρια όταν τον άκουσε να απαγγέλει το “Πάτερ ημών”.

Ήταν αξιόλογος νέος άνδρας μέσου αναστήματος, παχύς και σωματώδης, με φαρδύ μέτωπο, μεγάλα μάτια, παχιές βλεφαρίδες και μια πλούσια κοκκινωπή γενειάδα. Πολύ ικανός, διορατικός για την ηλικία του, μυστικοπαθής και πονηρός. Στηριζόταν στις δικές του δυνάμεις, δεν εμπιστευόταν κανένα και ήταν ανελέητος όταν έπαιρνε αποφάσεις. Ταυτόχρονα όμως εκτιμούσε την πνευματική καλλιέργεια, αγαπούσε την φιλοσοφία και τις τέχνες και ενδιαφερόταν πραγματικά για την γενική ευημερία των υπηκόων του. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένας άγριος ανατολίτης τύραννος, αλλά μάλλον να συγκρίνεται με τους Ιταλούς πρίγκηπες της εποχής του ή με μονάρχες όπως ο Ερρίκος ο Η΄ της Αγγλίας. Δεν έτρεφε εχθρικά αισθήματα προς τους Έλληνες, μιλούσε και διάβαζε ελληνικά μια και η ελληνική φιλοσοφία τον ενδιέφερε ιδιαίτερα.

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΡΟΥΜ ΜΙΛΕΤΙ

Οι Χριστιανοί σχημάτιζαν αυτοδιοικούμενες κοινότητες μέσα στο κράτος, σύμφωνα με το σύστημα των μουσουλμάνων χαλίφηδων, οι οποίοι ακολουθούσαν  την οργάνωση που είχαν υιοθετήσει από τους Πέρσες βασιλείς. Κάθε κοινότητα είχε τον δικό της θρησκευτικό ηγέτη, που ήταν υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης και την τακτική πληρωμή των φόρων. Ο Μεχμέτ λοιπόν οργάνωσε τις χριστιανικές κοινότητες στην αυτοκρατορία του στο πλαίσιο των οθωμανικών κτήσεων. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αποτελούσε την κεφαλή του Ρούμ Μιλετί, του Ορθόδοξου Έθνους. Επειδή ο Πατριάρχης Γρηγόριος Μάμμας, ως ενωτικός, εγκατέλειψε την Πόλη και διέφυγε το 1451 στη Ρώμη, ο σουλτάνος αποφάσισε ότι ο καλύτερος γι αυτή τη θέση θα ήταν ο Γεώργιος Σχολάριος με το όνομα Γεννάδιος, ηγέτης των ανθενωτικών και κορυφαίος μελετητής του Αριστοτέλη. Οι όροι συμφωνήθηκαν από τις δύο πλευρές και ο Πατριάρχης από κοινού με την Ιερά Σύνοδο απέκτησε απόλυτο έλεγχο όλου του εκκλησιαστικού οικοδομήματος .Ήταν ο πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου η οποία τον εξέλεγε ή τον εκθρόνιζε ανάλογα αν αποδεικνυόταν ανίκανος. Οι αρχές δεν μπορούσαν να συλλάβουν κανένα επίσκοπο χωρίς την έγκριση του Πατριαρχείου.

Ήταν ο εθνάρχης, η κεφαλή και αποκλειστικά υπεύθυνος του μιλετιού.

Οι μη μουσουλμανικές κοινότητες εξαιρούνταν από τη στρατολόγηση στις δυνάμεις του σουλτάνου και για το λόγο αυτό οι φόροι που πλήρωναν ήταν επαχθείς. Από τους φόρους λοιπόν αυτούς απαλλάσσονταν οι κληρικοί οι οποίοι αν ήθελαν θα μπορούσαν συμβολικά να προσφέρουν ένα ποσό για το ταμείο του σουλτάνου.

Τα πατριαρχικά δικαστήρια απασχολούνταν με υποθέσεις όχι μόνο αιρέσεων ή εκκλησιαστικής πειθαρχίας αλλά και γάμων, διαζυγίων, κηδεμονιών ανηλίκων, διαθηκών και διαδοχής τις οποίες αντιμετώπιζαν σύμφωνα με το βυζαντινό κανονικό δίκαιο. Αν και τα πατριαρχικά δικαστήρια θεωρούνταν σε σημαντικό βαθμό αδιάφθορα, ποινικές και αστικές υποθέσεις με διαδίκους Έλληνα και Τούρκο  αλλά ακόμη και εφέσεις εκδικάζονταν από τα τουρκικά δικαστήρια.

Με δύο μπεράτια (έγγραφα που καθόριζαν τα προνόμια και καθήκοντα του επισκόπου) που υπέγραψε ο σουλτάνος εγγυόταν στον Πατριάρχη Γεννάδιο το απαραβίαστο, το αφορολόγητο και το αμετακίνητο καθώς και την μεταβίβαση αυτών των προνομίων στους διαδόχους του. Μόνο ο Πατριάρχης μεταξύ των Χριστιανών είχε το ειδικό δικαίωμα, αν ήθελε, να ιππεύει άλογο. Οι υπόλοιποι ομόθρησκοι μπορούσαν να χρησιμοποιούν μόνο γαϊδούρια και μουλάρια. Επίσης οι χριστιανοί θα απολάμβαναν ελευθερία κινήσεων κατά τον τριήμερο εορτασμό του Πάσχα, δεν θα μεταβάλλονταν σε τζαμιά άλλες εκκλησίες τους και θα μπορούσαν να επικυρώνουν γάμους και κηδείες αυτόνομα.

Δυστυχώς τα δύο αυτά έγγραφα καταστράφηκαν σε μια πυρκαγιά του Πατριαρχείου.

Τον Ιανουάριο του 1454 ο Μεχμέτ εγχείρισε στον Πατριάρχη Γεννάδιο τα διακριτικά του αξιώματός του και έναν επάργυρο σταυρό για να αντικαταστήσει εκείνον που ο Γρηγόριος Μάμμας υπεξαίρεσε. Η χειροτονία έλαβε χώρα στον ναό των Αγίων Αποστόλων από τον μητροπολίτη Ηρακλείας μια και ο ναός της Αγίας Σοφίας είχε μετατραπεί ήδη σε τέμενος. Η προσφώνηση του Πορθητή προς τον νέο Πατριάρχη έμεινε χαρακτηριστική:

΄΄ Έσο Πατριάρχης, τύχη αγαθή. Έσο βέβαιος για τη φιλία μας. Ας απολαύσεις όλα τα προνόμια των προκατόχων σου Πατριαρχών΄΄

ΚΑΤΑΠΙΕΣΕΙΣ

Αφού η φρίκη της λεηλασίας κόπασε ο κατακτητής έδειχνε πρόθυμος να σεβαστεί την εκκλησία και να δει τους ρωμηούς ικανοποιημένους και ευημερούντες. Έτσι αποφάσισε να μετακινήσει από την Ανατολία ελληνικούς πληθυσμούς και να τους εγκαταστήσει στην Πόλη όπου θα απολάμβαναν περισσότερη ασφάλεια αλλά και προνόμια.

Ο Γεννάδιος μέσα σε ένα χρόνο ζήτησε από τον Μεχμέτ να μεταφέρει την έδρα του Πατριαρχείου στο μοναστηριακό ναό του Παμμακάριστου επειδή η περιοχή είχε εποικιστεί από Τούρκους. Έτσι στο σημείο των Αγίων Αποστόλων ο Μεχμέτ έκτισε ένα τέμενος, το περίφημο Φατίχ Τζαμισί. Στην νέα έδρα του επισκέπτονταν συχνά τον Γεννάδιο ο Πορθητής  και συζητούσε μαζί του θεολογικά θέματα. Η σημερινή έδρα του Πατριαρχείου  στο Φανάρι με τον ναό του Αγ. Γεωργίου εγκαινιάσθηκε στις αρχές του 17ου αιώνα εν μέσω καταπιέσεων αφού δεν επετράπη ο ναός να έχει τρούλο ορατό έξω από το προαύλιο.

Η ηρεμία όμως αυτή και η ισχύς των ΄΄προνομίων΄΄ δεν θα κρατήσει περισσότερο από αυτή την ίδια θητεία του σουλτάνου Μεχμέτ του Β΄. Μέχρι την αναρρίχηση στο θρόνο του Σουλεϊμάν του Νομοθέτη ο ελληνισμός θα υποστεί διωγμούς και ξεφτελισμούς αφού οι διάδοχοι του Πορθητή δεν παραδέχονταν τα μπεράτια και προέβαιναν σε αναλγησίες εναντίον των μειονοτήτων της βασιλεύουσας. Έφτασε ο εγγονός του Πορθητή, Σελίμ ο Α΄ να απαιτήσει την παράδοση όλων των εκκλησιών αλλά και την υποχρεωτική αλλαγή πίστης των χριστιανών σε μουσουλμάνους. Κατόρθωσε ωστόσο ο Πατριάρχης να πείσει τον σουλτάνο με την μαρτυρία δύο αιωνόβιων γενιτσάρων ότι είχαν δει το σχετικό με τα προνόμια φιρμάνι, και έτσι ο Σελίμ υποχώρησε.

Ο μεγάλος σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής ήταν δίκαιος, ευσυνείδητος ηγέτης που σεβόταν τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Όταν πέθανε το 1566 τον διαδέχτηκε ο Μουράτ ο Γ΄ και έκτοτε άρχισαν ξανά  οι διωγμοί κατά των ρωμηών.

Δύο ήταν τα βαρύτατα φορτία που έπρεπε οι χριστιανοί να αντέξουν. Πρώτον το παιδομάζωμα. Αυτό που οι Τούρκοι ονόμαζαν Ντεβσιρμέ, τους επέτρεπε να παίρνουν ένα παιδί από κάθε χριστιανική οικογένεια, συνήθως με τις λαμπρότερες προοπτικές, και να το ανατρέφουν σαν μουσουλμάνο ώστε να υπηρετήσει ως Γενίτσαρος τις ένοπλες δυνάμεις είτε στην γραμματεία του σουλτάνου. Δεύτερον ή εκπαίδευση. Οι τουρκικές αρχές δεν ευνοούσαν την ύπαρξη χριστιανικών σχολείων, και καταπολεμούσαν τα ήδη υπάρχοντα με κατηγορίες όπως αυτή των ανατρεπτικών ενεργειών μέσα στο κράτος τους. Η Πατριαρχική Ακαδημία, η οποία έχει επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας και κάποιες άλλες στη Θεσσαλονίκη, Άρτα, Γιάννενα και Ναύπλιο αποτελούσαν εξαιρέσεις στην όλη καταπίεση.

ΠΑΡΑΚΜΗ

Η μετά Γεννάδιος περίοδος του Πατριαρχείου σκιάζεται με περίεργες συναλλαγές. Χρηματισμοί για καθαιρέσεις, ίντριγκες, διευκολύνσεις πλειοδοσίες για την αναρρίχηση στον θρόνο, ΄΄οικειοθελείς ΄΄ φόροι για να γίνουν κάποιοι αρεστοί στο κράτος ακόμη και αρνίσιο κρέας για κατανάλωση από αδηφάγους του παλατιού.

Στη διάρκεια ενός και μόνο αιώνος στον Πατριαρχικό θρόνο ανέβηκαν 19 Πατριάρχες με μακροβιότερη θητεία αυτήν του  Ιερεμία του Α΄ για 21 έτη. Ο Ματθαίος Β΄ παρέμεινε πατριάρχης για 20 μέρες το 1595, αργότερα μεταξύ 1598 και 1602 και τέλος το 1603 για 17 μέρες. Ο Κύριλλος ο Α΄ ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο επτά φορές και ο διάδοχός του Κύριλλος ο Β΄ θήτευσε αρχικά μόνο για μια εβδομάδα και αργότερα για 12 μήνες. Η κατάσταση έφτασε στο απόγειο της το 1726 όταν ο Κύριλλος ο Γ΄ πλήρωσε 5.600 χρυσά για την εκλογή του και πέθανε από τη χαρά του, από συγκοπή καρδιάς, την επόμενη μέρα.

Λίγο πριν ξεσπάσει η ελληνική επανάσταση, τα χρέη του Πατριαρχείου λέγεται ότι έφταναν το 1,5 εκατομμύριο πιάστρα. Οι κυβερνήτες των ευημερούντων πριγκηπάτων  της Βλαχίας και της Μολδαβίας ήταν πρόθυμοι και βοηθούσαν κάθε τόσο το Πατριαρχείο για να αντιμετωπίζει τα οικονομικά του προβλήματα. Αλλά η γενναιοδωρία αυτών των ηγεμόνων, μολονότι ήταν μεγάλη κατά καιρούς, παρέμενε σπασμωδική. Ένα απρόβλεπτο αποτέλεσμα της οθωμανικής κατάκτησης ήταν η αναγέννηση της ελληνικής εμπορικής ζωής.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ  ΑΝΑΔΙΠΛΩΣΗ

Ελάχιστοι Τούρκοι είχαν κάποια προτίμηση ή ικανότητα για το εμπόριο μέσα στις τεράστιες οθωμανικές κτήσεις. Μην μπορώντας να απολαύσουν την αγαπημένη τους ενασχόληση, την πολιτική, οι δραστήριοι Έλληνες ανέλαβαν το εμπόριο και τις τραπεζικές εργασίες, και έτσι έγιναν απαραίτητοι στους ισχυρούς Τούρκους που δεν καταδέχονταν να ασχοληθούν με τέτοια ζητήματα.

Σύντομα αναδύθηκε μια πλούσια τάξη Ελλήνων. Η διακριτικότητα βέβαια ήταν απαραίτητη. Παράδειγμα η μοίρα του πρώτου Έλληνα εκατομμυριούχου της σκλαβιάς, του Μιχαήλ Καντακουζηνού, τον οποίο οι Τούρκοι αποκαλούσαν Σεϊτάνογλου, γιο του διαβόλου. Στα μέσα του 16ου αιώνα είχε αποκτήσει το μονοπώλιο του εμπορίου γούνας από την Ρωσία.  Ζούσε στην Αγχίαλο, στην Μαύρη θάλασσα και ήταν ικανός να ασκήσει μεγάλη επιρροή στην εκκλησία. Για να κερδίσει την εύνοια του σουλτάνου, κατασκεύασε με δικά του έξοδα 60 γαλέρες για το οθωμανικό ναυτικό. Παρ΄όλα αυτά ο σουλτάνος τον καταδίκασε σε θάνατο το 1578 δημεύοντας και πουλώντας την περιουσία του.

Υπήρχαν πιά αρκετές δυναστείες Ελλήνων εμπόρων και τραπεζιτών, που είχαν ως βάση τη συνοικία του Φαναρίου στην Κωνστ/πολη, αλλά επεδίωκαν να επενδύσουν τα χρήματά τους στη Βλαχία και την Μολδαβία. Εκεί εκτελούσαν γάμους με την τοπική αριστοκρατία και με την ηγεμονική οικογένεια της Βεσσαραβίας.

Ο μεγάλος βεζύρης Αχμέτ Κιοπρουλού προσέλαβε Έλληνα ως μεταφραστή της Υψηλής Πύλης. Επρόκειτο για τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, γιό της ελληνογενοβέζικης οικογένειας των Κορντάτο. Σε ηλικία 24 ετών ο Αλέξανδρος διορίστηκε διευθυντής της Πατριαρχικής Ακαδημίας , ενώ συνέχιζε  να εξασκεί την ιατρική. Ήταν μόλις 31 ετών όταν έγινε Μέγας Δραγουμάνος. Το 1698 διορίστηκε ΄΄εξ Απορρήτων΄΄, Φύλακας των Μυστικών και αρχιγραμματέας  του σουλτάνου. Πέθανε εν ώρα υπηρεσίας το 1709. Κανείς άλλος Έλληνας δεν κατέκτησε τόσο υψηλή θέση στην υπηρεσία του σουλτάνου.

Όταν η γηγενής δυναστεία της Βεσσαραβίας έσβησε στις Παραδουνάβιες ηγεμονίας, ο σουλτάνος διόρισε Έλληνες από το Φανάρι ως πρίγκηπες της Βλαχίας και Μολδαβίας.

O Kωνσταντίνος Μαυροκορδάτος, ο εγγονός του εξ απορρήτων, μεταρρύθμισε τη φορολογία, για να την κάνει δικαιότερη, και σχεδίαζε να απελευθερώσει τους δουλοπάροικους.

Οι Φαναριώτες ήταν επίσης γενναιόδωροι προς την εκκλησία. Ευνοούσαν τη σύγχρονη εκπαίδευση και επιθυμούσαν να εκσυγχρονίσουν την Εκκλησία. Αλλά η εκκλησία δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί τα οφέλη του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα. Από τις τάξεις της εξακολουθούσαν βέβαια να βγαίνουν μορφωμένοι κληρικοί, αλλά το επίπεδο έπεφτε σταδιακά. Επιπλέον το Πατριαρχείο είχε χάσει την επαφή με τους εκεί πιστούς κι αυτό έγινε ολοφάνερο όταν το δημοφιλές κίνημα του  εθνικισμού, κατά τον 18ο αιώνα, άρχισε να προσελκύει τους Έλληνες, ιδίως μέσα στην ίδια Ελλάδα. Την ίδια στιγμή που οι μοναχοί απέρριπταν τις προσπάθειες του Πατριαρχείου να βελτιώσει την μόρφωσή τους, υποστήριζαν επαναστατικά κινήματα, ακόμη και τη ληστεία, παροτρυνόμενοι από αντικληρικαλιστές Έλληνες, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, που ζούσαν ασφαλείς στο Παρίσι.

Το κίνημα για την ελληνική ανεξαρτησία δημιούργησε τρομερά προβλήματα στο Πατριαρχείο. Κάθε Πατριάρχης έπρεπε κατά την χειροτονία του να ορκιστεί πίστη και στο σουλτάνο και να εγγυηθεί ότι το ποίμνιό του θα ήταν αφοσιωμένο στην οθωμανική κυβέρνηση. Μπορούσε να σπάσει τον βαρύ αυτόν όρκο;

Όταν το 1821 υψώθηκε η σημαία της επανάστασης στις ηγεμονίες από ένα νεαρό Φαναριώτη και στην Πελοπόννησο από ένα αρχιεπίσκοπο οι φόβοι του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ δικαιώθηκαν. Αλλά δεν μπορούσε να καταγγείλει και να αποκηρύξει τους επαναστάτες, όπως απαιτούσαν οι Τούρκοι αφέντες του.

Πλήρωσε γι αυτό με την ζωή του.

ΘΑ  ΜΠΟΡΟΥΣΕ  ΝΑ  ΑΛΛΑΞΕΙ  Ο  ΡΟΥΣ  ΤΗΣ   ΙΣΤΟΡΙΑΣ ;

Ο πολύ γνωστός Τούρκος δημοσιογράφος και ιστορικός, ειδικός σε θέματα Βυζαντίου και Οθωμανισμού, Murat Bardakci, σε ένα δημοσίευμά του στην τουρκική εφημερίδα Haberturk γράφει για ένα αναπάντεχο γεγονός, που αν είχε γίνει πιθανόν να άλλαζε όλη η μετά μεσαιωνική ιστορία του πλανήτη.

Ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (9/2/1404 – 29/5/1453) είχε παντρευτεί δύο φορές χωρίς να αποκτήσει παιδιά. Η πρώτη του σύζυγος  ήταν η Μανταλένα Τόκκο, κόρη του ηγεμόνα της Ηπείρου (1427) η οποία ασπαζόμενη την Ορθοδοξία άλλαξε το όνομά της σε Θεοδώρα. Πέθανε το 1430. Η δεύτερη σύζυγός του ήταν η Caterina  Gattilusio, κόρη του Ενετού ηγεμόνα της Λέσβου που απέθανε το 1442.

Το 1449 ο Παλαιολόγος ανεβαίνει στον βυζαντινό θρόνο και ψάχνει για σύζυγο. Το έργο της αναζήτησης αναλαμβάνει ο έμπιστός του σύντροφος και γνωστός μας ”αλωσιογράφος”  Γεώργιος Φραντζής. Υποψήφιες νύφες ήταν η κόρη του Δούκα της Βενετιάς, η κόρη του βασιληά της Πορτογαλίας, η κόρη του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας αλλά και του ηγεμόνα της Γεωργίας. Τότε έγινε γνωστός ο θάνατος    του  σουλτάνου Μουράτ του Β΄ και ότι η σύζυγός του αρχόντισσα Μάρα, μητρυά κατά πολλούς του Μεχμέτ, είχε μείνει χήρα. Αποφασίστηκε λοιπόν να της γίνει πρόταση γάμου και να γίνει αυτοκρατόρισσα, καθώς και η ίδια είχε παραμείνει ορθόδοξη και μάλιστα πολύ πιστή επηρεάζοντας άμεσα τον νεαρό σουλτάνο.

Κανείς δεν περίμενε ότι θα αρνηθεί. Θέτοντας ως πρόσχημα την ηλικία των 50 της ετών θεώρησε λογικότερο να κλειστεί σε μοναστήρι και να περάσει την υπόλοιπη της ζωή σαν ορθόδοξη μοναχή από το να κάνει ένα καινούργιο γάμο, ακόμη και με τον αυτοκράτορα.

Ο Παλαιολόγος μετά την απόρριψη της πρότασης έστειλε τον Γιώργο Φραντζή στη Γεωργία για να φέρει από εκεί την κόρη του γεωργιανού ηγεμόνα να την παντρευτεί και να την στέψει αυτοκρατόρισσα. Τα γεγονότα όμως της άλωσης τον πρόλαβαν.

Ο γάμος αυτός αν πραγματοποιούνταν, ίσως να απέτρεπε τον Μεχμέτ από το να πολεμήσει κατά της θετής του μητέρας, που τόσο πολύ την αγαπούσε. Δεν θα καταλύονταν η βυζαντινή αυτοκρατορία η οποία παρά την παρακμή της πιθανόν να εύρισκε λύση σε μια συνύπαρξη μεταξύ Οθωμανών και Βυζαντινών που θα έδινε ίσως νέα πνοή στην καταρρέουσα Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι οι Οθωμανοί όπως και οι Σελτζούκοι ακολουθούσαν τα βυζαντινά πολιτιστικά πρότυπα.

Ο φιλόσοφος Γεώργιος Τραπεζούντιος  σε επιστολές του προς τον Μεχμέτ του τόνιζε πως δεν εύρισκε σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο θρησκειών και τον προέτρεπε  να τις ενοποιήσει για να γίνει ο κήρυκας μιας κοινής θρησκείας. Γνώριζε πολύ καλά ότι απευθυνόταν σε ένα αλεβίτη κρυπτοχριστιανό. Μην παραβλέπουμε και την επιμονή του Πορθητή να χρήσει νέο πατριάρχη τον Γεννάδιο, ή άλλως τον έξοχο λόγιο Γεώργιο Σχολάριο, τον κατηχητή του.

Παράλληλα ο Πάπας Πίος ο Β΄ φοβούμενος μήπως  ο σουλτάνος ανταποκρινόμενος στο ορθόδοξο δόγμα προσηλυτισθεί, του έγραψε για την ανωτερότητα της καθολικής εκκλησίας και του πρότεινε να βαπτισθεί ώστε κάτω από την προστασία του Πάπα να γίνει ο μεγαλύτερος χριστιανός άρχοντας της οικουμένης.

Ο Μεχμέτ ήταν μοναχικός τύπος, σε αντίθεση με τους προκάτοχους του οθωμανικού θρόνου, περνούσε απομονωμένος τους χειμερινούς μήνες στο παλάτι του το Τοπκαπί και προτιμούσε να τρώει μόνος του ή παρέα μόνο με γαλαζοαίματους.

Όταν η αυτοκρατορία έπνεε τα λοίσθια, η πνευματική μαρτυρία του Μεχμέτ έψαχνε κάποιο τρόπο να αποκαλύψει την αλήθεια, μια αλήθεια που θα μπορούσε να κλονίσει πολλά ταμπού.

Στο βιβλίο του ”Οθωμανοί ηγεμόνες” ο Τούρκος συγγραφέας Ρεσάτ Εκρέμ Κοτσού γράφει: ” Το τέμενος Φατίχ οικοοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1463-1470 πάνω στα ερείπια της ορθόδοξης εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων, όπου ο Γεννάδιος είχε εγκαταστήσει το Πατριαρχείου  μετά την άλωση. Όταν μέσα στην εκκλησία βρέθηκε ένα πτώμα Τούρκου ο Πατριάρχης έδωσε εντολή να εγκαταλειφθεί ο ναός για να μην κατηγορηθούν Έλληνες για το έγκλημα. Στη θέση της εκκλησίας όπου συνηθιζόταν να ενταφιάζονται παλαιότερα οι βυζαντινοί αυτοκράτορες κτίστηκε το τέμενος Φατίχ.

Επί εποχής σουλτάνου Abdul Hamid του Β΄ (1908) ένας μεγάλος αγωγός νερού έσπασε στη συνοικία του μεγάλου τεμένους και έπρεπε να επισκευαστεί. Ανοίχτηκε λοιπόν ο τάφος του Μεχμέτ και σε βάθος τριών μέτρων βρέθηκε σιδερένια καταπακτή κάτω από την οποία υπήρχε σκάλα που οδηγούσε σε υπόγεια αίθουσα της βυζαντινής εκκλησίας. Εκεί μέσα βρέθηκε και ο μαρμάρινος τάφος του Πορθητή με το ταριχευμένο πτώμα του, ολόιδιο με το πορτρέτο που φιλοτέχνησε ο Μπελίνι, πέντε μήνες πριν από τον θάνατό του. Το γεγονός αυτό και μόνο αποδεικνύει την επιθυμία του Πορθητή να ταφεί σαν χριστιανός και ανάμεσα στους άλλους βυζαντινούς αυτοκράτορες”.

Ο σουλτάνος Abdul Hamid που είχε ήδη ασπασθεί το ορθόδοξο Ισλάμ αντί του μπεκτασισμού, δηλαδή ασπάσθηκε τον σουνιτισμό, κυριεύθηκε από πανικό και έδωσε εντολή να σφραγισθεί αμέσως ο τάφος, ο οποίος έκτοτε δεν ξανάνοιξε. Παραμένει όμως ευνόητο ότι η μαρτυρία ενός επιφανούς Τούρκου δεν μπορεί να εξυπηρετεί σκοπιμότητες και μάλιστα να παρουσιάζει τον Μεχμέτ Χριστιανό.

Επισφράγισμα των παραπάνω πληροφοριών ήταν και μια δημοσίευση του εβδομαδιαίου περιοδικού της εφημερίδας ”Σαμπάχ”, ”Ακτουέλ” τον Δεκέμβριο του 1996 στην οποία υπήρχε ο τίτλος ότι ο Μεχμέτ ήταν Χριστιανός και πως οι ιστορικοί δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να λύσουν αυτό το μυστήριο, 540 χρόνια από τον θάνατό του.

Η σημερινή ισλαμιστική Τουρκία έχει ιδιαίτερους πολιτικούς λόγους να προσωποποιεί τον Φατίχ σαν ένα ηγέτη στο εθνικό και το θρησκευτικό συναίσθημα του λαού.

Και όμως εκεί μέσα στον τάφο του Πορθητή υπάρχει το μεγαλύτερο μυστικό της αυτοκρατορίας του Δεύτερου Βυζαντίου, όπως του άρεσε να ονομάζει την νέα αυτοκρατορία ο Φατίχ. Πιθανώς ο Πορθητής στο τέλος της ζωής του να είχε ασπασθεί τον χριστιανισμό, με τον οποίο τις πρώτες επαφές τις είχε από τα παιδικά του χρόνια. Ένα μυστικό που αν επαληθευθεί θα δικαιολογήσει πλήρως την χαιρέκακη δήλωση του προέδρου του Τουρκμενιστάν Σαπαρμουράτ το 1997 προς τον Τούρκο πρόεδρο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ : ” Εσείς όταν φύγατε από την κεντρική Ασία ήσασταν σαν και μας, σήμερα όμως δεν μας μοιάζετε καθόλου”.

ΒΟΥΤΙΑ  ΣΤΟ  ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Πριν ξεκινήσουμε την έρευνα στο μυστικό δωμάτιο του Πορθητή Μεχμέτ και να αποκαλύψουμε τα είδη ρουχισμού του και πόσο επιρρεπής ήταν στην σωστή ένδυση, νομίζω ότι είναι αναγκαίο να εξηγήσουμε αλλά και να εισχωρήσουμε στο περιβάλλον του. Είναι αναγκαίο να ψάξουμε τα αίτια του ενδιαφέροντος που επιδείκνυε προς τη δύση, την τέχνη, τη ζωγραφική, την γλυπτική καθώς και την προσπάθειά του να παρεισφρήσει στην έννοια του Χριστιανισμού.

Ο ιστορικός του Βυζαντίου Γρηγόρης Φραντζής αναφέρει πως ανάμεσα στους λατρεμένους ήρωες του Μεχμέτ ήταν και οι Μέγας Αλέξανδρος, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αύγουστος και οι βυζαντινοί αυτοκράτορες Κωνσταντίνος ο Α΄ και Θεοδόσιος. Έδειχνε δε μεγάλο θαυμασμό στις κατακτήσεις του Μεγ. Αλεξάνδρου και του Ιουλίου Καίσαρα, των οποίων τα κατορθώματα ανακάλυψε διαβάζοντας τον Έλληνα  Πλούταρχο. Επίσης παράγγειλε στον Αμοιρούτση να του κάνει ένα παγκόσμιο χάρτη και φρόντισε για την μετάφραση της γεωγραφίας του Πτολεμαίου

Η έφεση του στις ξένες γλώσσες, με βασική την ελληνική, σχετίζεται και με τις καλές σχέσεις του με τους αλλόθρησκους και κυρίως τους Χριστιανούς.

Το ότι η μητέρα του μπορεί να ήταν αλλόθρησκη δεν έχει αποδειχθεί ακόμη, όμως οι Τούρκοι ιστορικοί δεν θέλουν να χωνέψουν ότι η καταγωγή της πιθανόν να ήταν Χριστιανή Ρωμιά. Παρόλα αυτά όμως υποψιάζονται, χωρίς αποδείξεις πάλι, ότι η μητέρα του Μεχμέτ ήταν η Τουρκάλα Ηalime Huma Hatun.

Τα τελευταία χρόνια όμως σ αυτή τη διαμάχη ενεπλάκη και ο έγκριτος ιστορικός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθηγητής Halil Inalcik, ο οποίος καταθέτει με σιγουριά πως η μητέρα του Πορθητή ήταν Χριστιανή παλλακίδα και δεν σηκώνει αντιρρήσεις. Επίσης κατά τον ίδιο ιστορικό ο Μεχμέτ πρόσταξε τον πατριάρχη να του γράψει μια πραγματεία για τον Χριστιανισμό, η οποία μεταφράστηκε και στην οθωμανική γλώσσα.

Σε όλα τα παραπάνω αν προστεθεί και ότι ο αυλικός περίγυρος του σουλτάνου και οι εκπαιδευτικοί του  Ζαγανός πασάς και Σιχαμπεττίν δεν ήταν και πολύ τουρκόφιλοι αλλά μπορεί και κρυπτοχριστιανοί εύκολα συμπεραίνει κανείς ότι δεν είχε αποκοπεί από τον Χριστιανισμό.

Οι καλές σχέσεις που υπήρχαν μεταξύ του Οσμάν Μπέη και των βυζαντινών φεουδαρχών όχι μόνο διατηρήθηκαν στην διάρκεια της εποχής του Μεχμέτ αλλά αναπτύχθηκαν έτι περισσότερο και με Ιταλούς καλλιτέχνες, ιατρούς και πολιτικούς.

Ο Ιταλός ουμανιστής., έμπορος και συλλέκτης αρχαιοτήτων Ciriaco Pizzicolli την δεκαετία 1440-1450 ταξίδευε στα νησιά του Αιγαίου, Βαλκάνια και Ανατολία.

Αυτός λοιπόν, ο καιροσκόπος Ιταλός, στα απομνημονεύματά του έγραψε ότι οι αυλικοί του Πορθητή  είχαν πάρει τέτοιο θάρρος που όχι μόνο τον προσηλύτιζαν στον Χριστιανισμό αλλά θα μπορούσαν να πείσουν και τον Πάπα τον ίδιο να τον εκχριστιανίσει.

Ο διάσημος Ενετός ζωγράφος Gentile Bellini, αν και δεν καταδεχόταν να αποθανατίζει οτιδήποτε σχετικό με το Ισλάμ, δέχτηκε πλουσιοπάροχη πρόσκλησή του, και το 1479 ήλθε στην Κωνσταντινούπολη, έστησε το στούντιό του στο παλάτι του Τόπκαπι και ζωγράφισε με μεταλλικές νωπογραφίες αρκετούς πίνακες του Πορθητή.

Όταν μετά από δύο χρόνια ο Bellini επέστρεψε στην πατρίδα του τη Βενετία, ο Πορθητής με μια επιστολή του στον  Δούκα Giovanni Mocenigo, του  ζήτησε εκτός από ένα ζωγράφο έναν γλύπτη και ένα χύτη – σμιλευτή χαλκού. Ο Δούκας με δυσκολία επέλεξε έναν μαθητή του Donatello τον  Bartolomeo Vellano, ο οποίος από ότι γνωρίζουμε με κανένα τρόπο δεν δεχόταν να πάει στην Κωνστ/πολη. Έτσι έστειλε πέντε βοηθούς του μεταξύ των οποίων και ο  Bellini.

Ο Πορθητής κατά μαρτυρίες, πόζαρε στον καλλιτέχνη αρκετές φορές και έτσι πίνακες και αγάλματά του άρχισαν να κοσμούν τοίχους και αυλές του παλατιού Τόπκαπι. Μέχρι και ο γιός του, ο Μπαγεζίτ ο Β΄ (1481 -1512) δεν συμφωνούσε μ αυτήν την τακτική  του πατέρα του και τον οικτηρούσε σαν μη σωστό μουσουλμάνο. Γι αυτό και όταν ανέβηκε στο θρόνο αφαίρεσε από το παλάτι όλα τα παραπάνω και τα πούλησε όσο όσο στο παζάρι. Λέγεται ότι το 1489 πούλησε 24 εικόνες της Παναγίας και εκατοντάδες εικόνες αγίων στον Γάλλο βασιληά Κάρολο Η΄ τον Ευγενικό.

Από πληροφορίες που έχουμε με πηγές κάποιου φραγκισκανού καλόγηρου, του Francesco Suriano, ο Πορθητής συνέλεγε και βυζαντινά ιερά άμφια τα οποία και φύλαγε σε ειδικό δωμάτιο. Από τα πιό σπουδαία αυτά κειμήλια είναι η ιερά εικόνα της Παναγίας και ένα χρυσό άσβεστο καντήλι.

Κατά την διάρκεια μιας επίσκεψης του στο κρυφό δωμάτιο, ο Bellini δέχεται να ζωγραφίσει πίνακες της Παναγίας να κρατά τον Ιησού αγκαλιά.

Δεν θα πρέπει να εκπλήσσεται ο αναγνώστης με όσα παραπάνω αναφέρονται αν δεχθεί το ότι ο Πορθητής ήπιε Θεία Κοινωνία και έγραψε εκκλησιαστικούς στίχους. Επίσης δεν πτοήθηκε να νομοθετεί φιλοχριστιανικούς κανόνες και να βλέπει με καλό μάτι τους Ορθόδοξους εξασφαλίζοντας την υπόστασή τους μέσα στην Πόλη που άλωσε. Υπήρξε λάτρης της τέχνης, της βυζαντινής τέχνης κυρίως στις εικόνες της Παναγίας.

Ο τάφος του ιδρυτή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας Οσμάν βρίσκεται στην Προύσα, σε χώρο όπου παλιά υπήρχε ορθόδοξο μοναστήρι της Αγίας Ελένης και Προφήτου Ηλιού. O τάφος του Πορθητή Μεχμέτ βρίσκεται σε αυλή τεμένους (Fatih camii) όπου άλλοτε υπήρχε η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και όπου υπάρχουν ενταφιασμένοι βυζαντινοί αυτοκράτορες. Η ίδια η εκκλησία αυτή υπήρξε και ο πατριαρχικός ναός πριν την άλωση.

Από την ίδρυση της με τον Οσμάν η μοναρχική αυτή αυτοκρατορία μέχρι τον θάνατο του Πορθητή Μεχμέτ δεν γνώρισε θρησκοληψία (1300-1481) κι αυτό ήταν μια από τις αιτίες που η ιστορία την αναφέρει σαν μια από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες.

ΜΙΑ  ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ  ΠΡΟΣΕΓΓΥΣΗ  ΤΗΣ  ΑΛΩΣΗΣ

Είναι δυνατόν η καταγραφή αληθειών και μύθων σχετικά με την άλωση της Πόλης το 1453; Ναι ! αν αυτή η προσέγγιση γίνει από μια έγκριτη και διακεκριμένη βυζαντινολόγο.

Ο λόγος λοιπόν στην κα Ελ. Αρβελέρ σε μία αφήγηση της στα ΝΕΑ, κατά την οποία επιχειρεί να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

Λέει αλήθειες, καυτηριάζει εμμονές της γνωστής ιστορίας και μας μεταφέρει στο κλίμα της εποχής με ένα δικό  της ζωντανό τρόπο και διορθώνει. Διορθώνει κακώς κείμενες συνήθειες όπως π.χ  να μην αρκούμαστε κάθε χρόνο στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου μόνο αλλά και στην επέτειο, και όχι εορτασμό, της αλώσεως της Κωνστ/πολης.

« Βρισκόμαστε στα μέσα του 15ου αιώνα, γύρω στο 1450. Η Πόλη είναι μια μικρή πόλη πια – έχει δεν έχει 70.000 κατοίκους, όταν άλλοτε είχε περάσει το μισό εκατομμύριο. Έχει αποδεκατιστεί από την πανώλη και τις αλλεπάλληλες πολιορκίες των Τούρκων. Αλλά και από τις διαμάχες των Δυτικών, αφού οι προστριβές Γενοβέζων και Βενετσιάνων γίνονταν στο λιμάνι της μέσα. Υπήρχε και μια τάση ανεξαρτητοποίησης των λίγων χωρών που παρέμεναν ελεύθερες – όχι μόνο του Μυστρά που παρεμπιπτόντως έπεσε το 1460, επίσης στις 29 Μαΐου! Η κατάσταση ήταν μιας ανασφάλειας γενικής».

«Ο διχασμός. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, υπήρχε μια μεγάλη ενωτική και ανθενωτική διαμάχη, υπέρ και εναντίον της Ενωσης των Εκκλησιών. Οι αντίθετοι στην Ενωση συμμαχούσαν ακόμη και με τους Τούρκους στις λεγόμενες παρά φύσιν συμμαχίες. Οι υπέρμαχοι της Ενωσης διακήρυσσαν: “Οταν οι δύο Ρώμες ήταν ενωμένες διαφεντεύαμε τον κόσμο. Οταν διχάστηκαν, χάσαμε τα πρωτεία”. Με αυτή την έννοια η πραγματική πτώση της Πόλης χρονολογείται από το 1204 και μετά. Η ανθενωτική διαμάχη πήρε μάλιστα τεράστιες διαστάσεις μετά το 1438 και τη Σύνοδο της Φερράρας. Εκεί ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ ξεσήκωσε την Εκκλησία σε μια τελευταία προσπάθεια Ενωσης, αλλά ενώ η διανόηση ήθελε να είναι αναγεννησιακή, η Εκκλησία παρέμενε προσηλωμένη στα πάτρια κατά τρόπο φανατικό, αν όχι τίποτα παραπάνω», λέει χωρίς να μασάει τα λόγια της η ελληνίδα βυζαντινολόγος, η πρώτη γυναίκα πρύτανης της Σορβόννης στα 700 χρόνια ιστορίας του μεγάλου γαλλικού πανεπιστημίου.

Και συνεχίζει: «Υπήρχε όμως ακόμη ένας παράγοντας παρακμής. Ηταν η γενική δεισιδαιμονία που τρεφόταν από τις προφητείες. Ηδη από τον 6ο αιώνα υπήρχαν προφητείες, τότε ήταν όμως αισιόδοξες. Τώρα προφήτευαν το τέλος της Πόλης και μαζί το τέλος του κόσμου και της Ιστορίας. Αυτό ήταν, λοιπόν, το κλίμα στην Κωνσταντινούπολη της εποχής. Δεισιδαιμονία, διχόνοια, φτώχεια, κακομοιριά. Οι Βυζαντινοί ζούσαν σε μια πόλη ερημωμένη. Και στα ανάκτορα του Πορφυρογέννητου πολύ λίγα δωμάτια χρησιμοποιούνταν».

«Η Πόλη θα μπορούσε να είχε πέσει στα χέρια των Τούρκων πολύ νωρίτερα. Ο λόγος που δεν έγινε αυτό και ανάσανε για πενήντα χρόνια ήταν ότι ο Βαγιαζίτ έπεσε στα χέρια των Μογγόλων. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να σταθεί μόνη της όρθια. Ο Μανουήλ έτρεχε να δει τους Καρόλους, ο Ιωάννης πήγε στη Φερράρα. Είναι η εποχή των επαιτών αυτοκρατόρων. Πήγαιναν επαίτες στη Δύση, έστω και αν τους δέχονταν εκεί με τιμές και δόξες. Κάτι που συνήθως οι Ελληνες δεν δέχονται είναι ότι ο Πάπας προσπάθησε να βοηθήσει. Διέθεσε τις ιντουλγκέντσιες- τα επί πληρωμή συγχωροχάρτια- του 1450, που ως ιντουλγκέντσιες Ιωβηλαίου ήταν πιο προσοδοφόρες, στον πόλεμο κατά των Τούρκων. ΄Αλλο αν αυτό δεν ήταν αποτελεσματικό, αφού έδωσε τα χρήματα στους Αραγωνέζους που τα χρησιμοποίησαν για δικούς τους σκοπούς.

Πολλοί λένε ότι η Δύση δεν βοήθησε. Οταν όμως μιλάμε για Δύση τι εννοούμε; Οι Βυζαντινοί ήταν όλη η Ανατολή. Η Δύση ήταν πολυδιασπασμένη και ο Πάπας είχε ένα σχίσμα στην πλάτη του και την Ανατολική Εκκλησία εναντίον του. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο Παλαιολόγος πολεμούσε τους Τούρκους μαζί με τον απεσταλμένο του Πάπα, Ισίδωρο του Κιέβου, και τους Γενοβέζους, ο Γεννάδιος – ο Γεώργιος Σχολάριος, πρώτος Πατριάρχης μετά την Αλωση τοιχοκολλούσε ανάθεμα εναντίον του Παλαιολόγου. Και επίσης: μετά την πτώση της Πόλης, οι Δυτικοί έτρεμαν. Οταν ανέλαβε Πάπας, ο Πίος Β΄, έγραψε μια πραγματεία για την Αλωση στην οποία μιλούσε για καταστροφή της Χριστιανοσύνης. Αντίθετα οι Ρώσοι, που είναι μάλιστα φανατικοί ανθενωτικοί, δεν γράφουν σχεδόν τίποτα για την πτώση της Πόλης. Πέρασαν χρόνια για να αρχίσουν οι σλαβικοί θρήνοι. Εκείνοι που θρήνησαν από την αρχή για την Πόλη είναι στην Τραπεζούντα. “Πάρθεν η Πόλη, πάρθεν η Ρωμανία”, έλεγαν».

«Το Ρούμελι Χισάρ, το κάστρο που έχτισε ο Μωάμεθ το 1452 για να ελέγχει το πέρασμα ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και τη Θάλασσα του Μαρμαρά, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην έκβαση της πολιορκίας» λέει η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Διούλκησε και τον στόλο περνώντας τα πλοία του στον Κεράτιο. Από την άλλη πλευρά, μόνο 3-4 πλοία γενοβέζικα πέρασαν και αυτά για να φέρουν τροφή στους πολιορκημένους. Βέβαια, δεν ήταν μόνο αυτή η αιτία της ήττας των Βυζαντινών. Ο Μωάμεθ είχε μαζέψει Σέρβους, Αλβανούς, Τούρκους. Απέναντι στους τουλάχιστον 100.000 άντρες του- μερικοί μιλούν για 120.000, άλλοι τους ανεβάζουν σε 200.000- αντιπαρατάσσονταν περίπου 4.500 άνθρωποι το πολύ, μαζί με τους ξένους. Και πολλοί ήταν παιδιά και γυναίκες που πολεμούσαν με αγκωνάρια. Μεγάλη ήταν η βοήθεια των Γενοβέζων, αλλά όταν σκοτώθηκε ο Τζουστινιάνι έχασαν το ηθικό τους και υποχώρησαν. ΄Οσοι πολέμησαν, πάντως, πολέμησαν ηρωικά. ΄Οταν ο Μωάμεθ έστειλε αποκρισάριο στον Παλαιολόγο ζητώντας του να παραδώσει την Πόλη, πήρε την απάντηση ότι η Πόλη δεν είναι δικό του πράγμα και πως “με τη δική μας θέληση αποφασίσαμε να πεθάνουμε”. Ακόμη και ο περίφημος Νοταράς που είχε τρεις υπηκοότητες και όλη του την περιουσία στο εξωτερικό, και που είπε ότι είναι καλύτερο το τουρκικό καφτάνι από τη λατινική τιάρα, πολέμησε και εν τέλει εκτελέστηκε από τους Τούρκους. Χαρακτηριστικό του ηρωισμού είναι ότι όταν στην Πύλη του Ρωμανού οι Τούρκοι άρχισαν να ανεβαίνουν πάνω και πέρασαν μέσα, έψαχναν τους αντίπαλους πολεμιστές και δεν πίστευαν ότι ήταν τόσοι λίγοι. Και πρέπει να πούμε και για τον Μωάμεθ, που συνηθίζουμε να τον ταυτίζουμε με τη βαρβαρότητα, ότι δεν ήταν βάρβαρος ή δεν ήταν μόνο βάρβαρος. ΄Ηταν από τους μεγαλύτερους μεταρρυθμιστές της Τουρκίας. ΄Ηξερε τι ήθελε και πώς να το κάνει. ΄Οσο για την Κερκόπορτα… Ανοιγμένη ή ξεχασμένη. Αστεία πράγματα. ΄Ηταν χιλιάδες έξω, τα καράβια τους στον Κεράτιο, οι Γενοβέζοι έφευγαν. Τι να πεις για την Κερκόπορτα; Σε συμβολικό επίπεδο μόνο μπορείς κάτι να πεις. Αλλά είναι σαν να λέμε ότι αντί να σκοτώνονταν τρεις Τούρκοι κατά την είσοδό τους στην Πόλη, θα σκοτώνονταν δέκα αν η πόρτα ήταν κλειστή. Και λοιπόν; Αφού είχαν ανεβάσει σκάλες και έμπαιναν από όπου ήθελαν».

«Ο Μωάμεθ έδωσε το πατριαρχικό αξίωμα στον Γεννάδιο Σχολάριο, ορίζοντάς τον αμέσως αρχηγό του Μιλέτ, δηλαδή όλων των ορθοδόξων. Κάπως έτσι ξέρουμε γιατί η Εκκλησία κράτησε όλα τα κτήματά της και η αυτοκρατορία τα έχασε», λέει δηκτικά η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Κάπως έτσι φτάσαμε και στα σημερινά βατοπεδινά βακούφια. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε, σε αντίθεση με άλλες συμπεριφορές της πολιτείας, ότι όταν ο Μανουήλ Παλαιολόγος είναι στη Θεσσαλονίκη και υπάρχει κίνδυνος καταστροφής, δημεύει όλα τα κτήματα του Αθω. Και ότι ο Κομνηνός δημεύει όλη την εκκλησιαστική περιουσία για να αντιμετωπίσει τους Σελτζούκους. Την εποχή της Αλωσης, εξάλλου, υπήρχε έξαρση του μοναχισμού. Σε όλη τη διαμάχη των ανθενωτικών οι καλόγεροι στα μοναστήρια της Πόλης και του Αθω ήταν πρώτοι. Είναι πολλοί και δεν πολεμούν. Αντίθετα με τους δυτικούς μοναχούς που μπορούν να φέρουν όπλα, οι ορθόδοξοι δεν μπορούν», σημειώνει η ελληνίδα βυζαντινολόγος.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *