ΑΗ ΓΙΩΡΓΗΣ, Ο ΚΟΥΔΟΥΝΑΣ ΤΗΣ ΠΡΙΓΚΗΠΟΥ

Κι΄ἅγιον Γεώργιω Κουδουνᾶν, ὠνόμασαν τό ἄλλο,

Μοναστηράκι νιόκτιστον, βουνό ξηρό, μεγάλο.

Κουράζετ’ ὅποιος αν’αβῇ, ὃμως δεν μετανιόνει,

τό θῶρός του εὐρύχωρον, τούς κόπους του πληρώνει

 

Στη βορειοανατολική γωνιά της Προποντίδας στην Τουρκία αγναντεύει προς βορρά τις ακτές της Βιθυνίας και ανατολικά τον Αστακηνό κόλπο της Νικομήδειας το ομορφότερο όσο και μεγαλύτερο νησί από τα Κόκκινα νησιά ή γνωστότερα τα Πριγκηπόνησα, η Πρίγκηπος.

Θεωρώντας πως οι γνώσεις μας γύρω από το νησί είναι επαρκείς θα προτιμήσω να επικεντρωθώ  στο μοναστήρι του Αη Γιώργη του Κουδουνά που κάνει το νησί θρησκευτικό κέντρο και σημείο σύγκλισης και ζεύξης κατά παράδοξο τρόπο δύο μεγάλων θρησκευτικών κοινοτήτων : των Χριστιανών και των Μουσουλμάνων της Τουρκίας.

Η θέση του μοναστηριού είναι στις αρχές της νοτιοανατολικής πλαγιάς του τελευταίου λόφου και γίνεται ορατό από το άλλο γειτονικό νησί, τη Χάλκη.

Κατά την παράδοση η μονή κτίστηκε το 963 επί αυτοκρατορίας του ευσεβέστατου Νικηφόρου Φωκά. Όταν η γυναικεία μονή της Ειρήνης της Αθηναίας ερημώθηκε και αργότερα καταστράφηκε, η θαυματουργή εικόνα δωρήθηκε  στη μονή της Πριγκήπου και ακολούθως οι μοναχοί  για να την προφυλάξουν από τις επιθέσεις των Δ΄ Σταυροφοριών (1204) αλλά και από τους πειρατές που πυρπόλησαν τη μονή το 1302 την έθαψαν σε δυσπρόσιτη και απόκρημνη κρύπτη για να αποτρέψουν την αρπαγή και βεβήλωσή της.

Πολλά χρόνια μετά, στις αρχές  του 17ου αιώνα και στην εποχή του σουλτάνου Μουράτ το IV, ένας βοσκός της περιοχής είδε στον ύπνο του έναν καβαλάρη με φωτοστέφανο να τον διατάζει να ανέβει στο λόφο για να βρει την θαυματουργή εικόνα. Αρχικά δεν έδωσε σημασία στο όνειρο. Όταν όμως ο άγνωστος στον βοσκό καβαλάρης επέμενε τρείς νύχτες να πάει και να σκάψει σε ένα σημείο όπου θα άκουγε κουδούνια να κτυπούν, τότε η περιέργεια του βοσκού άναψε για τα καλά. Έτσι και έγινε. Η θαμμένη για πολλά χρόνια εικόνα του Αη Γιώργη που σκοτώνει με το δόρυ του ένα τέρας που βγαίνει από τη θάλασσα, ανασύρθηκε χωρίς καμία φθορά μέσα από το χώμα στολισμένη με κουδούνια.

Ο θρύλος διαδίδεται από στόμα σε στόμα και έτσι οι κάτοικοι του νησιού όσο και της Κωνσταντινούπολης αρχίζουν να συρρέουν στον τόπο του θαύματος.

Επανιδρύεται το μοναστήρι με ίδια έξοδα κάποιου μοναχού, του Ησαϊα το 1750. Επειδή όμως τα έξοδα υπερέβησαν τα προβλεπόμενα ο μοναχός στράφηκε στη Μονή Αγίας Λαύρας του Αγίου Όρους για βοήθεια (1760) οι καλόγεροι όμως δεν ανταποκρίθηκαν. Το 1781 και επί πατριάρχου Γαβριήλ του Δ΄, μέλη της συντεχνίας των μπακάληδων της Πόλης μεσολάβησαν και η μονή κατάφερε να   προσαρτηθεί στην Ιερά Μονή της Αγίας Λαύρας των Καλαβρύτων.

Γρήγορα η μονή κατοχυρώθηκε και ως σταυροπηγιακή δηλαδή ότι υπάγεται και εξαρτάται απ ευθείας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ο Ησαϊας δαπάνησε όλη του την περιουσία για τον σκοπό αυτό αλλά αδυνατώντας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του  ζήτησε βοήθεια από την Μεγίστη Μονή Αγίας Λαύρας του Άθω από όπου δεν υπήρξε ανταπόκριση ανάλογη. Έτσι  αναζητώντας νέους πόρους αναγκάστηκε να παραχωρήσει τη μονή στη συντεχνία μπακάληδων της Πόλης η οποία αργότερα ζήτησε την ανάθεση και προσήλωση της μονής στην Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων που διόρισε ηγούμενο τον κυρ Μελέτιο χάνοντας τη σταυροπηγιακή της αξία.

Το έτος 1807 επί δεύτερης πατριαρχίας του Γρηγορίου του Ε’ το μετόχι επανέρχεται στη σταυροπηγιακή του μορφή την οποία και διατήρησε.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε η ελληνική επανάσταση του 1821 που ξεκίνησε στην Πελοπόννησο. Οι καλόγεροι του μοναστηριού θεωρήθηκαν ύποπτοι, συνελήφθησαν και δολοφονήθηκαν άγρια εκτός από δύο που κατάφεραν να γλυτώσουν ντυμένοι κοσμικά και ξυρισμένοι.

Μία επιγραφή στην είσοδο της μονής μαρτυρεί πως το 1884 όταν ηγούμενος ήταν ο Αρσένιος κατασκευάστηκαν το ηγουμενείο και το αρχονταρίκι. Δέκα χρόνια μετά στις 10 Ιουλίου του 1894 ένας μεγάλος σεισμός προκάλεσε σοβαρές ζημιές στη μονή.

Ο θρύλος λέει ότι οι κάτοικοι του νησιού βλέποντας τη μεγάλη συρροή των πιστών αποφάσισαν να ασφαλτοστρώσουν το κομμάτι του κακοτράχαλου δρόμου που οδηγούσε από το Διάσελο μέχρι τη μονή. Το Διάσελο ήταν μια πλατεία μέσα στο πευκόφυτο δάσος, όπου σταματούσαν οι άμαξες ή και τα γαϊδουράκια με τους προσκυνητές. Οι ευλαβείς προσκυνητές ανέβαιναν την γεμάτη από πέτρες 200 μέτρα ανηφόρα πεζή ή και γονατιστοί, όσοι είχαν κάνει τάμα στον Άγιο.

Ήρθαν λοιπόν συνεργεία οδοποιίας και άρχισε η κατασκευή του δρόμου. Όταν όμως σταματούσαν οι εργασίες για να συνεχίσουν την επομένη, ο δρόμος, σαν να  επενέβαινε κάποια δύναμη επανερχόταν στην πρότερη των εργασιών κατάσταση. Οι εργολάβοι υποψιάστηκαν ότι κάτι περίεργο συνέβαινε και στήσανε καρτέρι μια νύχτα για να εξακριβώσουν το  γεγονός. Αυτό που βίωσαν όμως μπορεί και να σημάδεψε όλη τους τη ζωή. Ένα άλογο με άγνωστο όσο και απόκοσμο καβαλάρη ανεβοκατέβαινε την ανηφόρα καταστρέφοντας με τα πέταλα του κάθε πρωϊνή εργασία. Αποδόθηκε σε θείο θέλημα να μην ασφαλτοστρωθεί ο δρόμος και έτσι έμεινε μέχρι σήμερα δύσβατος.

Το 1895 ο Αρσένιος δίνει τη θέση του  στον ηγούμενο αρχιμανδρίτη Διονύσιο Παϊκόπουλο για να εγκαινιαστεί η αρχή της νεώτερης περιόδου της ιστορίας της μονής. Ο νέος ηγούμενος οξυδερκής, μορφωμένος και δραστήριος  άρχισε να μεταμορφώνει το μοναστήρι από τις ζημιές  που επέφερε ο σεισμός. Επειδή όμως για κάθε επέμβαση στο κτίριο χρειαζόταν έγκριση των οθωμανικών αρχών έγραψε στο Φανάρι ζητώντας την μεσολάβηση του. Απάντηση όμως δεν πήρε. Η λύση στο εμπόδιο ήρθε όταν η κυρία Ελένη Ζαρίφη, της γνωστής στην Κωνσταντινούπολη τραπεζικής οικογένειας, με κάποια συνοδεία της  επισκέφτηκε τη μονή και κατέβηκαν μαζί στο αγίασμα όπου είχε βρεθεί η Αγία εικόνα. Λυπήθηκαν για την κατάντια των κτισμάτων  και όταν άκουσαν τις άκαρπες προσπάθειες του ηγούμενου του συνέστησε να τα εξηγήσει όλα στην κυρία που συνόδευε και που δεν ήταν άλλη από την σύζυγο του μεγάλου Βεζύρη. Έτσι  ο κυρ Διονύσης βρέθηκε στο Ντολμάμπαχτσε με τα πεσκέσια και κατάφερε να πάρει την έγκριση για την οικοδόμηση όχι μόνο των κατεστραμμένων κτισμάτων αλλά και ενός νέου περικαλλούς ναού όμοιο με αυτόν των Καλαβρύτων. Τα έξοδα καλύφτηκαν από τις οικονομίες του, από δανεικά της Ζαρίφη αλλά κυρίως από δωρεές πλουσίων παραθεριστών χριστιανών και ευλαβών μουσουλμάνων.

Η επιγραφή πάνω από το παραπόρτι του ιερού δηλώνει ότι ο ναός κτίσθηκε το 1906 και τα μεγαλοπρεπή εγκαίνια  έγιναν τον Σεπτέμβρη του 1908 αφού κτίστηκε και το καμπαναριό της μονής.

Ο ανακαινιστής κυρ Διονύσης Παϊκόπουλος απεβίωσε το 1936 σε ηλικία 98 ετών και ενταφιάστηκε πίσω από την κόγχη του καθολικού που έκτισε και στη σκιά των πεύκων. Οι νησιώτες πίστεψαν πως έχει αγιάσει. Στα σαράντα χρόνια της ηγουμενίας του  είχε βοηθήσει με κάθε τρόπο τους Πριγκηπιανούς του αδελφούς. Στον επικήδειό του ακούστηκε ότι πεινώντας έτρεφε, γυμνούς ενέδυε, ριγούντας εθέρμαινεν, ενδεείς συνέτρεχε, κόρας ορφανάς  υπάνδρευε και οικονομικώς παραπαίοντας εστήριζεν.

Το 1922 με την επανίδρυση του Τουρκικού κράτους  απαλλοτριώθηκε και χάνεται όλη η κτηματική περιουσία του μοναστηριού. Ο υποτακτικός Κλεόνικος ανέλαβε τη μονή μέχρι το 1969 οπότε και πέθανε. Έτσι έκλεισε η περίοδος διακονίας των Λαυρεωτών πατέρων. Τότε μια ποντιακής καταγωγής οικογένεια του Σαλή και της Γιολσούν από το Αρτβίν θα καταφέρει να κρατήσει ζωντανό το μοναστήρι για τα επόμενα 30 χρόνια. Στη μεγάλη φωτιά του 1986  καταστράφηκαν όλα τα ιστορικά κελιά της μονής αλλοιώνοντας τη φυσιογνωμία της.

Η ανάκτηση του ελέγχου από το πατριαρχείο θα δώσει τελικά τη λύση όλων των προβλημάτων της μονής. Η ηγετική μορφή του Βαρθολομαίου έφερε πάλι την άνοιξη στο πολυπαθές  αυτό μοναστήρι.

Κάθε χρόνο το μοναστήρι  επισκέπτονται περισσότερο από 250.000 άτομα, κυρίως Τούρκοι, γυναίκες, άντρες και παιδιά.

Στη γιορτή του Αγίου, πλοιάρια με προσκυνητές φτάνουν στο νησί από την Πόλη ή από τα αντικρινά, δηλαδή από τα παράλια της πάλαι ποτέ Βιθυνίας (Μπόσταντζι, Καντίκιοι κλπ). Επειδή στα νησιά δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα ή λεωφορεία η προσέγγιση των πιστών στο μοναστήρι γινόταν με ιππήλατα αμαξίδια που κι αυτά σήμερα έδωσαν τη θέση τους σε ηλεκτροκίνητα μηχανάκια των τριών θέσεων έκαστο. Το τι συνωστισμός παρατηρείται στην αφετηρία αυτών των οχημάτων δεν λέγεται.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης, εθνικότητας και θρησκείας, πραγματοποιούν ανάβαση στην κορυφή του λόφου, συχνά με γυμνά πόδια. Ο ναός αποτελεί πλέον κοινό τόπο λατρείας στον οποίο συρρέουν κάθε χρόνο, ειδικά ανήμερα του Αγίου Γεωργίου χριστιανοί και μουσουλμάνοι.

Οι πιστοί μουσουλμάνοι που ανεβαίνουν προς το μοναστήρι κρατούν στα χέρια τους καρουλάκια. Ξετυλίγουν την κλωστή από το Διάσελο μέχρι να φτάσουν στην είσοδο της εκκλησίας δένοντάς την στα κλαριά των πεύκων. Δεν επιτρέπεται να μιλάνε όσο ανεβαίνουν.

Μπορούν να μιλήσουν μόνο στην επιστροφή όταν θα έχουν αφήσει την παράκληση τους στον Άγιο. Μόνο έτσι θα τους ακούσει ο Άγιος και θα πραγματοποιήσει την επιθυμία τους. Ο τρόπος διατύπωσης της παράκλησης παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία. Άλλοτε πρόκειται για γραπτά σημειώματα τα οποία τα ρίχνουν στο ειδικό κουτί που βρίσκεται εντός του ναού, άλλοτε για μικρές πολύχρωμες κορδέλες και μαντήλια που τα δένουν στα κλαδιά των δένδρων, άλλοτε για ζωγραφιές με χαλίκια ή με μπογιές ή ακόμα και αντικείμενα που συμβολίζουν την επιθυμία τους. Εκείνη την ημέρα ο ναός είναι έτσι διαμορφωμένος, ούτως ώστε ο κόσμος να εισέρχεται σε μια γραμμή, να προσκυνάει ένας ένας τη θαυματουργή εικόνα και να φεύγει ήσυχα από μία άλλη πόρτα του ναού.

Αρκετά χρόνια πριν οι πιστοί αλλόθρησκοι έγραφαν τις επιθυμίες τους πάνω στους τοίχους και τα στασίδια του ναού. Είχε ξεφύγει η κατάσταση όμως και αποφασίστηκε  ο παραπάνω τρόπος για να εξυπηρετούνται όλοι και να παραμένει ο ναός καθαρός.

Κατά την παράδοση και μέχρι σήμερα όσοι κάνουν τάμα παίρνουν ένα «κουδουνάκι» και όταν υλοποιείται το τάμα τους το επιστρέφουν, φέρνοντας στο μοναστήρι λάδι, χρήματα κ.λπ.

Πολλοί που βλέπουν ανταπόκριση από τον Άγιο θα επιστρέψουν σε σύντομο χρονικό διάστημα για να τον ευχαριστήσουν που άκουσε την προσευχή τους και ικανοποίησε την επιθυμία τους ή βρήκε λύση στο πρόβλημά τους. Είναι συγκινητικό να τους ακούς να εξιστορούν πως γιατρεύτηκε το παιδί κάποιου ή πως άλλη τεκνοποίησε  μετά από ετών ακαρπία ή κάποιος που ζητούσε και απέκτησε σπίτι κ.α. Η μεγάλη σιδερένια πύλη του μοναστηριού δωρίστηκε από κάποιον Ραούλ εφέντη ως ευγνωμοσύνη για την γιατρειά της συζύγου του.

Όπως λένε χιλιάδες Τούρκοι που έρχονται κάθε χρόνο στον Άγιο Γεώργιο, «ο άγιος δεν ξεχωρίζει Ρωμιούς από αλλόθρησκους και τους φροντίζει όλους». Γι’ αυτό και του ζητούν καλύτερη δουλειά, να τους φέρει το κατάλληλο ταίρι, να τους βοηθήσει να αγοράσουν σπίτι,   να προετοιμαστούν για τις εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, να βρουν μια καλή τύχη, να βελτιώσουν την υγεία τους ή να κρατήσουν το κακό μακριά από την οικογένειά τους.

Όπως όλοι οι λαοί των Βαλκανίων έτσι και οι Τούρκοι, σκαρφίστηκαν παζάρι σχετικό με τις επιθυμίες τους προς τον Αη Γιώργη. Έτσι στη θέση Διάσελο στήνονται πάγκοι από όπου προμηθεύονται τις κλωστές που πλέον έχουν για κάθε επιθυμία και ανάλογο χρώμα. Αναγνωρίζεις λοιπόν αυτόν που επιθυμεί να αγοράσει αυτοκίνητο με την μπλέ κλωστή ή αυτήν που προσπαθεί να τεκνοποιήσει με την κόκκινη κλωστή κ.ο.κ

Μεγάλη έκπληξη και εξαιρετική εντύπωση προκαλεί ότι σχεδόν όλοι οι βράχοι πέριξ της μονής είναι κατάμαυροι από εκατοντάδες κεριά που είχαν στερεωθεί πάνω τους. Ο κόσμος ανάβει και στερεώνει τα κεριά πάνω στους βράχους. Επίσης πάνω στους βράχους είναι κολλημένοι και πάρα πολλοί μικροί κύβοι από ζάχαρη. Πολύς κόσμος στέκεται υπομονετικά μπροστά από τους βράχους και κάνει αλλεπάλληλες προσπάθειες μέχρι να καταφέρει να ισορροπήσει, να «κολλήσει» τη ζάχαρη πάνω στον βράχο. Το νόημα και η εξήγηση των κεριών και των κύβων στους βράχους σχετίζεται με τις ψυχές των νεκρών τους. 

Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχουν άτομα, τα οποία κερνούν τον κόσμο λουκούμια ή ακόμα και κύβους ζάχαρης. Αυτοί όλοι είναι άτομα, στο αίτημα των οποίων ο Άγιος ανταποκρίθηκε εκπληρώνοντας τους το ποθούμενο. Αυτοί λοιπόν όλοι οι άνθρωποι «είναι υποχρεωμένοι» την επόμενη φορά που γιόρταζε ο Άγιος, να έρθουν και πάλι στο νησί για να κεράσουν τον κόσμο.

Η  θαυμαστή εικόνα του Αγίου Γεωργίου λέγετε ότι ζωγραφίστηκε το 607 μ.Χ,  και καλύπτεται με επένδυση επίχρυση έχοντας μόνο το πρόσωπο γυμνό..

Η πνευματική προσφορά της μονής είναι τεράστια. Ο Άη-Γιώργης ο Κουδουνάς αποτέλεσε για αιώνες, το άσυλο των φρενοβλαβών και οι πολλές θαυματουργίες του  προκάλεσαν το σεβασμό τόσο των Ρωμιών όσο και των μουσουλμάνων. Στο αγίασμα που βρίσκεται κάτω από το παλιό καθολικό έδεναν τα ψυχοπαθή ή δαιμονισμένα άτομα, για να θεραπευθούν.

Οι Τούρκοι πλην της επιδρομής του 1821 δεν πείραξαν ποτέ το μοναστήρι γιατί το έβλεπαν σαν άσυλο των ψυχοπαθών που τους θεωρούσαν κατά κάποιο τρόπο θεοφορούμενους και τους αντιμετώπιζαν με μεταφυσικό δέος επειδή πίστευαν πως με θεία βούληση είχαν εισχωρήσει μέσα τους δαιμόνια.

Πολλοί από τους θεραπευμένους συνήθιζαν να παραμένουν από ευγνωμοσύνη στο μοναστήρι για κάποιο χρονικό διάστημα, προσφέροντας εθελοντική εργασία. Ανεξαρτήτως της θρησκείας των ανθρώπων, ο μεγαλομάρτυρας Άγιος Γεώργιος ο Κουδουνάς, εγχέει τη χάρη του σε όλους όσους με πίστη προστρέχουν σ’ αυτόν.

Σχεδόν κάθε ρωμέϊκη οικογένεια επισκέπτεται έστω μια φορά το χρόνο τη Μονή, ενώ τα αναθήματα και οι δωρεές εκ μέρους των μουσουλμάνων  είναι πολλές και σημαντικές.

Σήμερα η μονή είναι υπό την πνευματική ευθύνη και αποδοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και επανδρωμένη, από εικοσαετίας, από την αδελφότητα του Ξενοφωντινού Κελλιού του Αγίου Όρους «Άγιος Τρύφωνας».

Ο ναός πανηγυρίζει δύο φορές το χρόνο. Στις 23 Απριλίου εορτή του Αγίου Γεωργίου και στις 24 Σεπτεμβρίου εορτή της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας και της Αγίας Θέκλας. Και στις δύο πανηγύρεις, αλλά ειδικά στην πρώτη, αυτή του Αγίου Γεωργίου στις 23 Απριλίου, παρατηρείται το     εκπληκτικό φαινόμενο που σας ανέφερα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

18 − 10 =