ΠΑΣΑΖ ΧΡΗΣΤΑΚΗ ( CICEK PASAJI )

Τώρα στη δύση της ζωής μου όπου κι αν βρεθώ όταν γίνεται κουβέντα για το Πασάζ Χρηστάκη δεν μπορώ να τιθασεύσω νοσταλγικά αισθήματα που ξεχειλίζουν από μέσα μου και με μεταφέρουν στην εφηβική μου ηλικία, τότε που όλα τα παρακάτω ήταν πραγματικότητα με τα χρώματα , τις φωνές και τις μυρωδιές που τα περιγράφω.

Στις αρχές του 19ου αιώνα ο Λιβανέζος Ναούμ Μιχαήλ Ντουχανί, χριστιανός, ήταν ο ιδιοκτήτης του μεγάλου οικοπέδου στο σημερινό Γαλατάσαράϊ.

Μετά την καταστροφή της Πόλης από την μεγάλη πυρκαγιά του 1831 ένας διάσημος Ιταλός Ιλουσιονιστής ( ιλουσιονισμός: ψευδαισθητισμός ), ο Τζιοκάνι Μπαρτολομέο Μπόσκα, νοικιάζει το οικόπεδο, κτίζει ένα ετοιμόρροπο οίκημα και ιδρύει το Teatro Bosca. Το 1869, κατά την περίοδο της αναδιοργάνωσης του κράτους, Tanzimat, ο Μπόσκα κατορθώνει και αποκτά άδεια αποκατάστασης του θεάτρου από τον σουλτάνο Aμπντούλ Μετζίτ. Το 1844 το θέατρο επανακτάται από τον Ντουχανί και λειτουργεί σαν μια ιταλική όπερα με την νέα του ονομασία ‘’Θέατρο Ναούμ’’ με εξώστες και θεωρεία πρωτόγνωρα για την εποχή εκείνη.

Το ξύλινο όμως οικοδόμημα δεν άντεξε την πύρινη και καταστροφική κόλαση της φωτιάς του 1846 και κάηκε ολοσχερώς.

Τότε είναι που εμφανίζονται οι Ιταλοί αρχιτέκτονες Αφοι Gapare και Gusseppe Fossatti οι οποίοι αναλαμβάνουν την εκ νέου ανοικοδόμηση του θεάτρου που θα έχει χωρητικότητα 1500 θέσεων παρακαλώ. Τα εγκαίνια του έγιναν πανηγυρικά την 4η Νοεμβρίου του 1848 με την όπερα Μάκβεθ του Βέρντι.

Φαίνεται όμως ότι τόχε η μοίρα της Πόλης να καταστρέφεται από πυρκαγιές εκείνη την εποχή. Δύο νέες λοιπόν φωτιές το 1853 και το 1870 μετατρέπουν την περιοχή, και μαζί της το θέατρο, σε στάχτη.

Και ενώ όλα έδειχναν ότι το κτίριο θα μείνειένας άκομψος σκελετός από αποκαϊδια εμφανίζεται η προσωπικότητα ενός μεγάλου δωρητή και ευεργέτη της Πόλης, του Χρηστάκη Ζωγράφου Εφέντη, του οποίου οι γενναίες δωρεές σε κάθε τομέα των γραμμάτων και των επιστημών συνέβαλαν αποφασιστικά στη μόρφωση των υπό οθωμανικό ζυγό κυρίως ελληνικών πληθυσμών. Μέσα λοιπόν στον διαμορφωμένο γκρίζο και ομιχλώδη ορίζοντα, ο διάσημος τραπεζίτης αγοράζει το οικόπεδο  και το 1876 μαζί με τον αρχιτέκτονα Κλεάνθη Ζάννο κτίζουν σε ρυθμό νεομπαρόκ την αγορά Cite de Pera που ως και σήμερα είναι γνωστή σαν Πασάζ Χρηστάκη.

Το 1908 ο βεζύρης  Kucuk Sait Pasa θα γίνει ο νέος ιδιοκτήτης της στοάς που το 1930 μετονομάζεται σε Στοά των Λουλουδιών ( Cicek pasaji ) επειδή έδωσε άδεια στη δημιουργία μιας αγοράς με καταστήματα λουλουδιών. Ο τότε Έλληνας διπλωμάτης στην Πόλη Ιάσων Σταυρόπουλος σε επιστολή του στη μνηστή του, εντυπωσιασμένος από τα είδη των λουλουδιών της έγραφε :  «Θεέ μου! Τι αφθονία μενεξέδων; Πόσο γνήσιες οι ευωδίες από τα ζουμπούλια, τα τριαντάφυλλα, τα γαρύφαλλα, τις μιμόζες; Επιπλέον πόσο φτηνά τα πωλούν; »

Την ίδια εποχή το εστιατόριο Degustation, που είχε πρόσοψη στη Μεγάλη Οδό του Πέρα, προεκτείνει την επιχείρηση και τα καλοκαίρια καταλαμβάνει χώρους δροσιάς μέσα στη στοά. Προς μίμηση του όμως θα ακολουθήσουν και άλλες προεκτάσεις σε τραπεζάκια και καθίσματα. Αυτές του ζαχαροπλαστείου Vallaury και του ζυθοπωλείου Νέκταρ που υιοθετούν την κίνηση.

Έτσι σιγά σιγά εκτοπίζονται οι ανθοπώλες, και μετακινούνται σε γειτονικό δρόμο (1950) και η στοά γεμίζει από μπιστρό, μεζεδοπωλεία και ζυθοπωλεία, ταυτότητα που διατηρεί μέχρι και σήμερα.

Στην εποχή μου, εμείς οι μεγάλοι, τα λυκειόπαιδα δηλαδή του Ζωγραφείου, επισκεπτόμασταν συχνά το στέκι για καμιά μπυρίτσα με μεζέ το κοκορέτσι μέσα σε στρογγυλό σάντουιτς. Το κοκορέτσι της Πόλης δεν έχει καμία σχέση με αυτό της Ελλάδας. Φτιάχνεται μόνο από έντερο και έχει άλλη γεύση.

Ήταν η νύχτα της 10 Μαίου προς την 11η και ώρα 4 π.μ όταν ένας απόκοσμος θόρυβος συντάραξε όλη την περιοχή. Στα 102 γενέθλια της στοάς, η διαβρωμένη από τις βροχές τόσων ετών σκεπή γκρεμίζεται σκεπάζοντας κάτω από τα χαλάσματα 6 άτομα και 12 τραυματίες. Δέκα χρόνια η άθλια αυτή εικόνα αμαύρωνε την όλη περιοχή μέχρι που ο Σύνδεσμος Συντήρησης και Καλλωπισμού της στοάς ανέλαβε μαζί με την Νομαρχία την αποκατάσταση του κτιρίου και το 1988 παρέδωσαν στην Πόλη των 15 εκατομμυρίων όχι μόνο ένα ολοκαίνουργιο στέκι αλλά και ένα κτίριο εφάμιλλο αυτού του 1876 με καθαρή από αμμοβολή πρόσοψη, σεβασμό στη γραμμή, στο ρολόϊ της μετώπης, στις Καρυάτιδες καθώς και στις στήλες κορινθιακού ρυθμού που ΄΄κρατούν΄΄ εντυπωσιακά την είσοδο. Μέχρι και τα φύλλα που κοσμούσαν τα παράθυρα συντηρήθηκαν ένα-ένα. Και βέβαια ένα μεγάλο εύγε στους Τούρκους !!

Το τετράγωνο που περικλείεται από το Χρηστάκη Πασάζ, Μπαλούκ παζάρ, Κρέπεν και Νεβιζαντέ είναι η περιοχή του Πέρα με τα εκλεκτότερα μεζεδοπωλεία.

Ταβέρνες  όπως  Ίμβρος, Νεσέ, Κουλίς, Πάπυρος, Σεβίντς, Λούξ, Στόπ, Εντελεξουέλ Τζαβίτ, που παραδοσιακά οι περισσότερες ανήκαν σε Ρωμιούς, σήμερα λειτουργούν κάτω από την κληρονομική όσο και γραφική επιστασία των τότε γκαρσονιών που παρέλαβαν τη χρήση τους μετά την αποχώρηση (βλ. απέλαση) των ιδιοκτητών τους. Ειδικά για το καπηλιό του Τζαβίτ, θα χρειαζόταν τόμοι αν θέλαμε να απαριθμήσουμε τις αναμνήσεις του ίδιου του Ντογάν Ναντί, ιδρυτή του.

Σε μια εφ όλης της ύλης συνέντευξη κάποιου Τούρκου ιδιοκτήτη καπηλιού κράτησα εντυπωσιακές σημειώσεις :

 ….όταν λέγαμε καπηλιό στην εποχή της Belle Epoque της Πόλης στο νου μας σίγουρα ερχόταν  τα ζυθομεζεδοπωλεία Ρωμιών ή Αρμενιών. Οι πότες που σύχναζαν εδώ διακρινόταν σε ΄΄βραδυνούς ή βαρελόφρονες΄΄ και σε ΄΄πιστολέρο ή εσπρεσάκηδες΄΄ ως προς την ταχύτητα που έπιναν. Η διάκριση κατά θέση ήταν διαφορετική. Υπήρχε ο πότης του τραπεζιού και του μπάρ. Το ίδιο και η διάκριση κατά περιοχή. Άλλος έπινε στο Πέρα, άλλος στο Καράκιοϊ, άλλος στο Μπεσίκτας, άλλος στα Ψωμαθειά και άλλος στου Μπομόντι. Κάποιος έπινε μόνος, άλλος με το φίλο του και άλλος σε ένα τραπέζι γεμάτο από φίλους του.

…..η κουλτούρα των καπηλιών του Πέρα διέφερε από τις άλλες περιοχές. Πολλοί καλλιτέχνες, ποιητές, συγγραφείς, φιλόσοφοι, καθηγητές και ζωγράφοι σύχναζαν στην περιοχή και μεταξύ τυρού και αχλαδιού διάβαζαν ποιήματα, τραγουδούσαν, κουβέντιαζαν, αντάλλασαν γνώμες και αμπελοφιλοσοφούσαν. Κάθε τόσο από τα μπαλονάτα ποτήρια δρόσιζαν τα στεγνά τους λαρύγγια με την αφράτη παγωμένη μπύρα ή από τα ψιλόλιγνα ποτήρια με παγωμένο ρακί (KULUP, YENI). Στο τραπέζι υπήρχε πανδαισία από φρέσκες τηγανισμένες γαρίδες, αστακός, καβούρια, λακέρδα, ντολμάδες μύδια, ξιφίας και άλλα.

Στα Ρωμέϊκα καπηλιά δέσποζαν οι νότες μιας λατέρνας, ενός ακορντεόν, ενός βιολιού, αλλά και οι φωνές από πλανόδιους λαχειοπώλες και ζητιάνους. Ήταν μια περιοχή όλο κίνηση, ζωντάνια και κέφι, πολύ κέφι.

Το όνομα της ήταν Μαντάμ Αναχίτ. Ήταν η θρυλική γυναίκα με τα κόκκινα χείλη το αλφα και το ωμέγα του Πασάζ Χρηστάκη που με το Χόχνερ ακορντεόν της και τα νοσταλγικά τραγούδια διασκέδαζε τους θαμώνες των ταβερνών και επιβίωνε. Το όνομα της ήταν Γιολάντα Βαράν και ήταν Αρμένισσα. Γεννήθηκε στην Πόλη το 1917.

….τα τρία συνεταιράκια του καπηλιού ‘’ΙΜΒΡΟΣ’’, ο 86χρονος Ιμβριώτης Γιώργος Οκουμούς, ο Ιρφάν Καραγιά και ο Μουσταφά Γιλντιρίμ συνεχίζουν τη λειτουργία του παραδοσιακού καπηλιού γεμάτο όρεξη, πάθος και μεράκι. Οι τοίχοι του καπηλιού είναι γεμάτοι από φωτογραφίες επώνυμων θαμώνων σε στιγμές αληθινά ιστορικές για το κατάστημα. Με τη Μαρία Κάλλας, του Γιαχούντι Μενουχίν, του ποιητή Αχμέτ Χασίμ, του ιστορικού Σαϊτ Φαϊκ, του τενόρου της λυρικής Μουνίρ Νουρεττίν, του δημοσιογράφου Ντογάν Ναντί, της ηθοποιού Τζαχιντέ Σονκού, του θεατρικού συγγραφέα Χαλντούν Τανέρ, του καθηγητή Ζακ Ντελεόν και άλλων πολλών που υπήρξαν μερικοί από τους θαμώνες. Και στη μέση ο μαστρο Γιώργης τριγυρνά στα τραπέζια να καλωσορίζει τους πελάτες με περίσσια ευγένεια και να τους ρωτά αν έχουν κάποιο παράπονο από τις υπηρεσίες του. Όταν επώνυμη αοιδός της εποχής, διαβάζοντας την απαγορευτική για τραγούδια πινακίδα στο καπηλιό, ρώτησε τον μαστρο Γιώργη αν και γι αυτήν απαγορεύεται πήρε την παρακάτω απάντηση: ‘’ η δική σου φωνή τι σχέση έχει με του κάθε τυχόντα που πίνοντας δύο ποτήρια θεωρεί τον εαυτό του τενόρο;’’ Ο διάσημος Ιταλός αρχιτέκτονας Michael Capello παρομοίασε τη Στοά σαν την πρωτεύουσα του Πέρα και το κέντρο ενός μικρόκοσμου με αφετηρία και τέρμα το ποτό .

Τώρα στη δύση της ζωής μου όπου κι αν βρεθώ όταν γίνεται κουβέντα για το Πασάζ Χρηστάκη δεν μπορώ να τιθασεύσω νοσταλγικά αισθήματα που ξεχειλίζουν από μέσα μου και με μεταφέρουν στην εφηβική μου ηλικία, τότε που όλα τα παραπάνω ήταν πραγματικότητα με τα χρώματα , τις φωνές και τις μυρωδιές που τα περιγράφω.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *