ΧΑΛΚΗ ΠΑΛΑΣ

Ένα από τα πλέον παλιά κτίσματα στα Πριγκηπόννησα είναι και το τριώροφο κτίριο που δεσπόζει στον όρμο της πλαζ του νησιού Χάλκη, με απύθμενη θέα προς τη δύση. Είναι το HALKI PALACE που πιθανολογείται ότι οικοδομήθηκε μεταξύ του  1852-1862 για να εξυπηρετεί την φιλοξενία των γονιών των 250 περίπου Ελλήνων σπουδαστών της Ελληνικής Εμπορικής Σχολής που βρίσκεται  μερικές εκατοντάδες μέτρα παραπάνω.

Η σχολή, όπου φοιτούσαν ελληνόπουλα  από όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία αλλά κυρίως από της περιοχές του Πόντου και της Καπαδοκίας, έκλεισε το 1915 και μετατράπηκε σε ορφανοτροφείο για να καταλήξει αργότερα και να λειτουργεί μέχρι και σήμερα σαν Σχολή Ασυρμάτου του Τουρκικού Ναυτικού.

Από το 1937, εποχή χρησικτησίας αδέσποτων περιουσιών από το κράτος λόγω μη άσκησης δικαιώματος κυριότητας το ξενοδοχείο θα περάσει σε διάφορους ενοικιαστές πάντα υπό το ίδιο καθεστώς για να καταλήξει γύρω στο 1960 σε κάποιον Χρήστο Ζώη, ο οποίος  ήταν παντοπώλης στο Γενί Τσαρσί, του Πέρα. Αυτός αφού  ανακαίνισε το κτίριο και  από ερείπιο το μεταμόρφωσε σε ξενοδοχείο, επινοίκιαζε τα δωμάτια σε παραθεριστές για το καλοκαίρι. Καλή μπίζνα ,δεν λέω και επικερδής.

Το οίκημα έχει δύο επίπεδα εισόδου. Το πάνω, που το στολίζουν δύο ξυλόγλυπτα κουβούκλια τα οποία τα σκεπάζουν 2 πελώριοι πλάτανοι και το κάτω επίπεδο όπου και η κυρία είσοδος του ξενοδοχείου.

Το καλοκαίρι του 1960 νοικιάσαμε και εμείς ένα διαμέρισμα δύο δωματίων και το οποίο συνεχίζαμε να νοικιάζουμε κάθε σεζόν μέχρι τον μεγάλο διωγμό του 1964. Τα πιο όμορφα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας τα πέρασα σ αυτό το ξενοδοχείο. Τα πρώτα χρόνια θυμάμαι στο δεξί δωμάτιο του πρώτου ορόφου της πρόσοψης και τα τελευταία στο αριστερό πίσω διπλό διαμέρισμα πάνω από την βεράντα με θέα τον όρμο της πλαζ.

Παρέες με συνομηλίκους μου, ξεγνοιασιά, θάλασσα, παιχνίδια, ποδήλατα, άλογα. Ατίθασα παιδικά χρόνια με αναμνήσεις ανεξίτηλα σήμερα  τυπωμένες στη μνήμη μου που όταν τις επικαλούμαι έρχονται  άτακτα και με κυριεύουν με την ίδια γλυκύτητα, το ίδιο χρώμα, τις ίδιες φωνές, την ίδια αγωνία.

        Αναμνήσεις και νοσταλγία που πλημμυρίζουν τη λίμνη των ματιών μου και αδίστακτα, χωρίς έλεος μου θυμίζουν πεισματικά ότι δεν ξαναγυρίζουν πίσω εκείνα τα χρόνια.

Θυμάμαι που, προσπαθώντας να μιμηθούμε ήρωες των τότε κόμικς, καταφέρναμε και φτιάχναμε ινδιάνικες σκηνές από ξύλα βρωμουσιάς και από ξηραμένες πευκοβελόνες σε μεγάλες ποσότητες για να καλύπτουμε όλο το σκελετό της σκηνής. Τα όπλα μας τα φτιάχναμε μόνοι μας και από περιζήτητο ξύλο παρακαλώ, βελανιδιά. Δεν θα είχε καμία αξία η σφενδόνη αν δεν ήταν από τσατάλι βελανιδιάς, ψιλοκαμμένο  για να πάρει το σχήμα του υ, κι αν το λάστιχο δεν ήταν από σαμπρέλα αεροπλάνου. Από βελανιδιές είχε περίσσευμα η Χάλκη. Το μεγαλύτερο ποσοστό της χαμηλής βλάστησης ήταν βελανιδιές. Τα τόξα μας πάλι ήταν εφάμιλλα σε ποιότητα με τα πραγματικά των ινδιάνων, αφού για να περάσουμε τις θηλιές της χορδής έπρεπε να λυγίσουμε το τόξο με μεγάλη προσπάθεια. Τα τσεκούρια μας; αυτά κι αν ήταν περίτεχνα. Η πέτρα από σκληρό σχιστόλιθο που τον ακονίζαμε πάνω σε πέτρες για να γίνει κοφτερός στις πλευρές του. Το μπαστούνι του τσεκουριού πάντα από βελανιδιά, το σχίζαμε στη μια του άκρη και στη σχισμή μέσα δέναμε δυνατά τον σμιλευμένο σχιστόλιθο. Αν σε πετύχαινε το τσεκούρι αυτό ο τραυματισμός θα ήταν σίγουρος. Οι μεμβράνες των ταμ ταμ ήταν κι αυτές από γνήσιο δέρμα που το φέρναμε από  τα οργανοποιία του Γιουκσέκ Καλντιρίμ.

Την ίδια στιγμή το ινδιάνικό μας χωριό τύχαινε και ενός σχετικού ασύλου μια και βρισκόταν εντός του μαντρωμένου τοίχου στην πίσω πλευρά του ξενοδοχείου. Έτσι ,οι “εχθροί”, που δεν ήταν άλλοι από τούρκικες παρέες, συναντούσαν δυσκολίες για να μας κυριεύσουν. Που να κοιμηθούμε τα μεσημέρια, κι ας ούρλιαζαν οι μανάδες μας από τα παράθυρα. Εμείς καταστρώναμε  πολεμικά σχέδια μέσα στις σκηνές μας. Στη «φυλή μας» υπήρχε πάντα και μια κοπέλα που ο εχθρός, κατά το ”σενάριο” θα έπρεπε να απαγάγει για να υπάρχει και το σασπένς του πολέμου. Ο καλός , ο κακός και η άμοιρη η κοπέλα που στο τέλος έπρεπε να αγαπήσει το παλληκάρι της φυλής.

Εδώ οφείλω να κάνω μια αναφορά στον τεράστιο κήπο, που η έκτασή του, πίσω από το ξενοδοχείο, έφτανε μέχρι τον δρόμο της πλαζ και περιείχε όλων των ειδών οπωροφόρα δέντρα,  λουλούδια και ένα ξεροπήγαδο κάτω από μια συκιά στα κλαδιά της οποίας περνούσαμε ώρες ολόκληρες απολαμβάνοντας τα νόστιμα σύκα της. Στον μεγάλο αυτό κήπο ένας έκανε κουμάντο, ο ρωσικής καταγωγής περιβολάρης, ο Βλαδίμηρος !!

Παύση πυρός ήταν  οι ώρες που όλοι μαζί θα κατηφορίζαμε για μπάνιο στον Ασάφη. Τότε λες και ξεχνούσαμε τα πάντα και η προσοχή μας όλη μετατοπιζόταν στη θάλασσα, στις βάρκες του όρμου, από τις οποίες κάναμε βουτιές επίδειξης και στο πώς θα περάσουμε τσάμπα στην πλάζ από τα πλαϊνά, κρυφά από τον φύλακα-βαρκάρη που επόπτευε τα σύνορα, τον τζιτζίκο.

Οι βάρκες ανήκαν σε παραθεριστές του νησιού οι οποίοι τις αργίες τις χρησιμοποιούσαν  για ψάρεμα, και που όλο το άλλο διάστημα έμεναν στον όρμο αραγμένες κάτω από την άγρυπνη επίβλεψη του Αλή Ρεϊς και του γιού του Ιμπραήμ.

Ιεροτελεστία ήταν η προετοιμασία για το ψάρεμα. Από το Σάββατο θα έπρεπε να βρεθούν τα “γέμια”, τα δολώματα δηλαδή,να ετοιμαστούν οι τριχιές, τα αγκίστρια, τα  τσαπαρί, οι καθετές και τα παραγάδια. Το πρωί, πριν ακόμη ανατείλει ο ήλιος, άκουγες τις μηχανές να παίρνουν μπρος για να σχίσουν τα ήρεμα ακόμη νερά του όρμου με ρότα ανοιχτά προς τη μεριά του Μάλτεπε, τον λόφο του θησαυρού ή κατά την αρχαιότητα το Άκρον Βρύαντος. Εκεί θα ψάρευαν όλη τη μέρα και κατά το απόγευμα θα γύρναγαν γεμάτοι από ψάρια. Μπαρμπούνια, μελανούρια,σαργοί, χελιδονόψαρα αλλά και λουφάρια, παλαμίδες και σαυρίδια.

Η πλαζ τις καθημερινές ήταν σχεδόν άδεια  γιατί  λίγος κόσμος είχε τότε το προνόμιο να πληρώνει κάθε μέρα εισιτήριο. Αντιθέτως τις Κυριακές που το νησί βούλιαζε κυριολεκτικά από τους Τούρκους που ερχόντουσαν από απέναντι την Ασία αλλά και από την Πόλη η πλαζ, και όχι μόνο, είχε την τιμητική της. Όταν όμως έφευγαν  το απόγευμα άφηναν πίσω τους ένα νησί γεμάτο σκουπίδια. Δεν τους θέλαμε, τους μισούσαμε αυτούς τους επισκέπτες του Σαββατοκύριακου.    Μας άλλαζαν το τοπίο, την ισορροπία της καθημερινότητάς μας που εμείς, τα παιδιά ζούσαμε  όλη την εβδομάδα τόσο ανέμελα και χωρίς όρους. Πάνω από τον όρμο , βορειοανατολικά και σε υψόμετρο 85μ. βρίσκεται ο Λόφος της Ελπίδας. Εκεί είναι χτισμένο το ελληνορθόδοξο μοναστήρι του 11 ου αιώνα, η Αγία Τριάδα, που στεγάζει την Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Από κάτω και περιμετρικά του λόφου μπορείτε να χαρείτε τον μικρό γύρο του νησιού , το  Όμικρον.  Στην μία άκρη του Όμικρον και στη γωνιά του όρμου υπάρχουν τα απομεινάρια ενός παλιού ανεμόμυλου που χρησιμοποιούσαν κάποτε οι μοναχοί του μοναστηριού της Αγίας Τριάδος και που μαρτυρά πώς υπήρχε στο χώρο παραγωγή σιταριού αρκετή για να θρέψει τουλάχιστον δύο μοναστήρια.

Σ αυτό το  σημείο μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει το ρομαντικότερο ηλιοβασίλεμα της ζωής του.Κι αν τύχει και είναι Αύγουστος τότε θα του μείνει αλησμόνητο καθότι θα έχει την τύχη να απολαύσει τη δύση πάνω από την Αγία Σοφία.

Τότε θα παρακαλάς να έχεις δέκα μάτια για να χορτάσεις όλα τα χρώματα της δύσης, όλες τις αποχρώσεις του πορτοκαλί και μετά του μώβ μέχρι να σε σκεπάσει η μαύρη γραμμή της νύχτας που θα έλθει μπαμπέσικα από την ανατολή χωρίς να την έχεις πάρει είδηση.

Όπως κατεβαίναμε από το Χάλκη Παλάς για τον Ασάφη θα περνούσαμε δίπλα  από ένα πεύκο – τσαντίρι. Ήταν ένα πεύκο που αναπτύχθηκε τόσο περίεργα που όλη του η μορφή έμοιαζε με σκηνή κάμπινγκ. Εκεί περνούσαμε πολλά μεσημέρια  τα ”αφατζάνια” της περιοχής και καταστρώναμε σχέδια για τις ζαβολιές μας. Παρακάτω υπήρχε μια συκιά που ποτέ δεν είχε καρπούς. Την βαπτίσαμε ”καταραμένη” και ποτέ δεν κατουρούσαμε στη σκιά της. Α!! επί τη ευκαιρία. Όταν μας ερχόταν να κατουρήσουμε νύχτα δεν ξεχνούσαμε ποτέ να τα μουντζώσουμε τρεις φορές και να πούμε άλλες τρεις ”ντέστουρ,ντέστουρ,ντέστουρ”. Αν δεν το κάναμε μια κατάρα από το πουθενά θα μας κυνηγούσε στη ζωή μας. Τα πιστεύαμε αυτά εμείς και τηρούσαμε τους κανόνες. Όπως π.χ τις αυγουστιάτικες δρίμες. Τότε, δηλαδή το δεκαπενθήμερο πριν της Παναγίας, δεν κολυμπούσαμε αν δεν είχαμε κρεμασμένο ένα σκουριασμένο καρφί στο μαγιό μας. Αλλιώς η Παναγία θα μας τιμωρούσε σημαδεύοντας το σώμα μας με άσπρους λεκέδες.

Δίπλα στο πεύκο με το περίεργο σχήμα που ανέφερε παραπάνω βρισκόταν  το εξοχικό σπίτι του Νεοκλή Σαρρή, του γνωστού τουρκολόγου. Στην ταράτσα του σπιτιού ο Νεοκλής έστηνε σκηνικό και μας έπαιζε θέατρο σκιών. Μαζευόμασταν όλα τα παιδιά και μας διασκέδαζε. Ωραία χρόνια, ανέμελα για τη ρωμιοσύνη της Πόλης. Κανείς δεν φανταζόταν το ζοφερό αύριο που επακολούθησε και το τρελό κυνηγητό.

Ήταν, αν θυμάμαι καλά, το καλοκαίρι του ΄61. Όλη η παρέα ασχολούμαστε με τα φλογοβόλα βέλη. Κόβαμε τις άκρες από τα σπίρτα τις βάζαμε μέσα σε ασημόχαρτο με ένα φιτίλι να εξέχει. Αυτή τη μπάλα την προσαρμόζαμε πάνω στο βέλος. Ανάβαμε λοιπόν το φιτίλι και εκτοξεύαμε το βέλος στον ουρανό οπότε και η σχετική έκρηξη του μπαρουτιού στον αέρα. Ξαφνικά την παιδική μας ελαφρομυαλότητα την διέκοψαν τα ουρλιαχτά της κυρίας Αμαλίας, συζύγου του ξενοδόχου. Είχε χάσει τον γιο της ,τον Γιάννη. Δεν τον βρίσκανε πουθενά. Γύρισαν οι φίλοι του από το μπάνιο και δεν ήταν μαζί τους. Που χάθηκε; που πήγε και δεν τον πήραν είδηση οι φίλοι του; Αρχίσαμε λοιπόν όλοι να ψάχνουμε για τον 20χρονο Γιάννη. Η μάνα σε αλλοφροσύνη, με τα μαλλιά ξέμπλεκα και αγριεμένη μορφή γεμάτη απόγνωση, μάλλον θα προαισθανόταν το κακό,  έτρεχε μια προς τον Μύλο και μια προς την αποβάθρα, με την ελπίδα ότι ο γιος της κατηφόρισε εκεί από το Όμικρον για να ψωνίσει κάτι. Το παιδί το βρήκαν δύτες με τη βοήθεια κατόπτρων στον πάτο της θαλάσσιας περιοχής του Μύλου αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας. Έπασχε από επιληψία και η κρίση τον βρήκε μέσα στη θάλασσα. Θρήνος σε όλο το νησί μέχρι την άλλη μέρα που ένα καίκι  παρέλαβε την σωρό του και τους άτυχους γονείς για την κηδεία.

Πενήντα πέντε χρόνια κουβαλάω  την εικόνα από αυτό το περιστατικό χωρίς αλλοίωση στο μυαλό μου.

Στο Halki Palace όταν έπεφτε το σούρουπο με όλες τις αποχρώσεις του ηλιοβασιλέματος , όλα άλλαζαν μορφή, σχήμα, χρώμα, ρούχα, ύφος ακόμα και οι παρέες πολλές φορές. Το βράδυ θα ντυνόμασταν καθαρά, θα παίρναμε τα ποδήλατά μας και θα τρέχαμε για κανένα κοριτσόπουλο, να τα φτιάξουμε. Εδώ θα ήθελα να σας αποκαλύψω κάτι σημαντικό. Μπορεί η ρωμέϊκη ομογένεια της Πόλης να ήταν πουριτανή, και η κλειστή μας κοινωνία ραγιάδικη και φοβισμένη ως προς τις εκδηλώσεις της, όμως στο νησί τα πράγματα ήταν αλλιώς. Τα παιδιά είτε αγόρια ήταν είτε κορίτσια θα παίρναμε το ποδήλατό μας και θα φεύγαμε για βόλτες χωρίς περιορισμούς ωρών και αυστηρή κηδεμονία. Βλέπεις στα νησιά δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα παρά μόνο γαϊδουράκια και άμαξες. Έτσι είχαμε και το ελεύθερο για να δημιουργούμε και αισθηματικές σχέσεις, μέσα στα όρια του επιτρεπτού βέβαια, καθότι η εποχή είχε  διαφορετικούς ηθικούς φραγμούς. Αυτές οι σχέσεις ήταν σχέσεις καλοκαιριού και μόνο. Όταν επιστρέφαμε στην Πόλη τον χειμώνα δεν γνωρίζαμε ούτε που μένουν τα ταίρια μας. Όλα γινόντουσαν pause μέχρι το επόμενο καλοκαίρι.

Οι απογευματινές μας εξορμήσεις με τα ποδήλατα μπορεί να ήταν κοντινές, δηλαδή για κανένα αναψυκτικό στο καφέ του Ετέμη αλλά και μακρινές, όπως ο μεγάλος γύρος του νησιού που μπορούσε να διαρκέσει και μία ώρα.Τα ποδήλατά μας ήταν μεγάλα των 26-28 εκ. ακτίνων,με κλάξον που λειτουργούσε με μπαταρία, με χαρτόνια στις ακτίνες για να κάνουν θόρυβο και φούντες στις μανέτες για να κυματίζουν όταν θα τρέχαμε. Τα αγόρια είχαμε ποδήλατα με άξονα στη μέση  για να κάθονται τα κορίτσια μας και εμείς σαν οδηγοί στην προσπάθειά μας να βλέπουμε τον δρόμο να ακουμπάμε το μάγουλό μας πάνω στο δικό τους. Ε, αυτό το θεωρούσαμε ένα βήμα για την σύσφιξη της σχέσης. Τέτοια ωραία πράγματα.

Εκτός από τις βόλτες με τα ποδήλατα,  κατά το βραδάκι μαζευόμασταν όλοι σε πηγαδάκια και τότε άρχιζαν οι ιστορίες  φαντασμάτων ή περίεργων φαινομένων που έκαναν τη φαντασία μας να οργιάζει και τα μάτια μας να μη κλείνουν όλο το βράδυ. Δύο σπίτια είχε η περιοχή του Χάλκη Παλάς ύποπτα για φαντάσματα. Το ένα ήταν το τελευταίο σπίτι πριν την Εμπορική Σχολή, καθότι μετά ξεκινούσε το δάσος με τα πεύκα που δέσποζε σε όλη τη νότια πλευρά του νησιού. Σ αυτό το ακατοίκητο σπίτι τα φαντάσματα αναβόσβηναν τα φώτα. Το σημείο όπου βρισκόταν το σπίτι ήταν ακριβώς στη μέση των δύο δημόσιων φανών του δρόμου, άρα σκοτάδι βαθύ. Άντε να περάσεις από εκεί τη νύχτα. Με τίποτα. Το δεύτερο σπίτι βρισκόταν ακριβώς απέναντι στο ξενοδοχείο και προς την κορυφή του βουνού μόνο του και μέσα στα πεύκα. Ήταν ένα ξύλινο διώροφο σπίτι με πύργο στη μια του γωνία, που πραγματικά η όψη του προκαλούσε φόβο και τρόμο στα παιδιά της ηλικίας μας. Εκεί  τα βράδια, αν και ακατοίκητο, ακουγόταν μουσική από πιάνο. Η παιδική φαντασία κάλπαζε, οργίαζε. Κάποιες νύχτες οι τολμηροί της παρέας πλησιάζαμε το σπίτι για να το εξερευνήσουμε, υπό τα βλέμματα των κοριτσιών που μας έβλεπαν σαν ήρωες. Πηδούσαμε και μέσα στον κήπο και απλά ρημάζαμε τα φρούτα από τα παρθένα δέντρα που κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει. Τόση φαντασία και εμμονή είχαμε με τα φαντάσματα που κάποια φορά συνεννοηθήκαμε στο σαλόνι του Χάλκη Παλάς να τρομάξουμε τα κορίτσια. Ντύθηκα λοιπόν φάντασμα και σε συγκεκριμένη και προσυνεννοημένη  στιγμή, όταν η φαντασμολογία ήταν στο αποκορύφωμά της, σβήσαμε τα φώτα και εμφανίστηκα με ένα άσπρο σεντόνι. Ακολούθησε πανικός με φωνές και άτακτη φυγή όλων. Όλων; εκτός από την κόρη  του νομάρχη Πριγκηποννήσων που λιποθύμησε και έτρεξαν να τη συνεφέρουν οι γονείς μας πριν το γεγονός γίνει γνωστό στον πατέρα της.

Ένα άλλο γεγονός με τα φαντάσματα διαδραματίστηκε και στα υπόγεια του ξενοδοχείου. Εκεί όπου πριν 30-40 χρόνια ήταν ο χώρος της κουζίνας όταν λειτουργούσε το εστιατόριο . Όλα τα αντικείμενα  βρίσκονταν στη θέση τους σκουριασμένα, αραχνιασμένα και σπασμένα. Λες και σταμάτησε ξαφνικά ο χρόνος. Εκεί λοιπόν, η παλιοπαρέα τρύπωνε καθημερινά από ένα σπασμένο φεγγίτη και κατέφευγε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο που μάλλον για κάρβουνα χρησιμοποιείτο. Η πόρτα που την ανοίξαμε έβγαζε στον πίσω κήπο του ξενοδοχείου που ήταν στημένες οι σκηνές μας όπως αναφέρω παραπάνω. Έτσι διαμορφώσαμε ένα καινούργιο αρχηγείο. Ένα απόγευμα λοιπόν, και ενώ συνεδρίαζε το “πολεμικό συμβούλιο” κάποιος φαντάστηκε ότι μια σιλουέτα απόκοσμη περπατούσε στη διπλανή σκοτεινή κουζίνα. Όλοι στραφήκαμε προς τα κει και όλοι “είδαμε” το κάτι να κινείται. Έντρομοι εγκαταλείψαμε το αρχηγείο και έκτοτε κανείς δεν ξαναπάτησε εκεί.

Στο σημείο όμως αυτό θα ήταν ατόπημα να μην αναφέρω και μερικές από τις ζαβολιές της ”παρέας”που μάλλον πλημμελήματα ήταν για την ηλικία μας και όχι ζαβολιές. Μου τις θύμισε ο πιο άτακτος της συμμορίας στο τηλέφωνο προχτές: ”ξέχασες τα καλύτερα” μου είπε ο Μήτσος  ”κάνεις πως δεν τα θυμάσαι;”. Δεν του χαλάω το χατίρι μια και ήταν τις πιο πολλές φορές πρωταγωνιστής.

Απέναντι, λοιπόν, από το Χάλκη Παλάς υπήρχε ένα δέντρο με μια τεράστια κουφάλα. Είχαμε λοιπόν φτιάξει μια μεγάλη μπάλα από μπαρούτια των σπίρτων (τι μανία κι αυτή) και αφού την τυλίξαμε με αλουμινόχαρτο την τοποθετήσαμε μέσα στην τρύπα και με ένα φιτίλι την πυροδοτήσαμε όταν απέναντι τα κιόσκια του ξενοδοχείου ήταν γεμάτα από θαμώνες που έπιναν τον καφέ τους και κουτσομπόλευαν. Μετά από ένα δυνατό θόρυβο το δέντρο φυσικό ήταν να αρπάξει φωτιά και να καλέσουν την πυροσβεστική για την κατάσβεση.

Στον ισόγειο  κήπο του ξενοδοχείου υπήρχε μια καντίνα, ένας μπουφές όπως το λέγαμε εμείς, που σέρβιρε καφέδες και αναψυκτικά. Δίπλα ακριβώς από την καντίνα υπήρχε μια αίθουσα για ποδοσφαιράκια, τα λανγκίρτια. Πρέπει να είχαν 5 η 6 τραπέζια, που για να παίξεις έπρεπε να τοποθετείς σε ειδικό σύρτη ένα νόμισμα και να σου ρίξει τις έξη μπάλες. Το νόμισμα λοιπόν το ντύναμε με αλουμινόχαρτο και αφού το σφηνώναμε στην υποδοχή παίζαμε απεριόριστα παιχνίδια χωρίς κέρμα, μια και στο τέλος το κέρμα παρέμενε σφηνωμένο στη θέση του.

Μεγάλη φασαρία, μέχρι σκανδάλου, ξέσπασε στην περιοχή όταν η μάνα του Ανέστη συνέλαβε το γιο της να έχει κρεμάσει με σπάγγο μισό τούβλο στο ”πουλί ” του. Τι είχε γίνει; Ήταν η ηλικία που έδειχνε ο ένας στον άλλο το μόριο του για να δούμε τίνος ήταν μεγαλύτερο. Επειδή του Ανέστη, από την σύγκριση, απεδείχθη το μικρότερο ο Μήτσος του λέει : ” για να μεγαλώσει γρήγορα κρέμασε του ένα βάρος και θα δεις άμεσα αποτελέσματα”. Κι αυτός βρήκε πρόχειρο ένα τούβλο και περίμενε έτσι να έχει αποτελέσματα. Η μάνα του λοιπόν έπιασε τις μανάδες όλων μας και τους έκανε, με το δίκιο της, έντονες παρατηρήσεις. Έτσι η παρέα έπεσε  σε καραντίνα  για παραπάνω από μια βδομάδα.

Ένα φουσκωτό στρώμα θαλάσσης είναι το επόμενο μας θέμα. Ο πατέρας μου θεώρησε ότι το αξεσουάρ αυτό θα ήταν χρήσιμο για την ασφάλεια του γιου του στη θάλασσα. Η παρέα όμως  είχε άλλα σχέδια. Το στρώμα να μετατραπεί σε βάρκα για να μπορούμε να απομακρυνόμαστε από την ακτή. Καβαλάγαμε λοιπόν το στρώμα οι τρεις μας, ο ένας πίσω από τον άλλο, και κοπηλατώντας, πρώτα με τα χέρια και μετά με ρακέτες πιγκ πογκ, κάναμε βόλτες στον όρμο της πλαζ. Μας έλειπε όμως η άγκυρα.Η ιδέα ήταν πάλι του Μήτσου: ” πάμε να ξηλώσουμε τις αλυσιδες από τα καζανάκια του ξενοδοχείου για να φτιάξουμε την άγκυρα; ”. Αυτό ήταν. Για τρεις μέρες τα καζανάκια του ξενοδοχείου δεν λειτουργούσαν. Εδώ θα πρέπει να πληροφορήσουμε τους αναγνώστες ότι σε κάθε όροφο του ξενοδοχείου υπήρχαν δέκα διαμερίσματα και τέσσερεις τουαλέτες κοινές.

Πού είσαι ρε Νίκο; που είσαι ρε Μήτσο; Μπούμπη; Γιάννη; Μάκη; Γιώργο; Μηνά,; Χρήστο; πού είστε ρε φιλαράκια; πού είστε να θυμηθούμε τα παλιά;  Πού είσαι Μάϊντα; Άννα; Βαγγελίτσα; Σέβη; Ελισώ; πού είστε να ξανανοιώσουμε τις παλιές λαχτάρες, τα χτυποκάρδια, τις αγωνίες μας για ”επικράτηση”;                   

Τα βράδια σε κάποιο καζινάκι (καφενεδάκι) της προκυμαίας θα καθόμασταν για να περιμένουμε το πλοίο της γραμμής να μας φέρει το αγαπημένο μας πρόσωπο, που χάρη σ αυτό εμείς παραθερίζαμε άνετοι και καμαρώνανε και κάποιοι γαμπροί. Το πλέον γνωστό καζινάκι ήταν αυτό του Τσάκωνα με την περίφημη βανίλια γλυκό, το υποβρύχιο. Πριν ακόμα να δούμε το πλοίο να σκάει από την άκρη του λιμανιού θα βλέπαμε τον προβολέα του ,και έτσι σιγά σιγά πλησιάζαμε προς την αποβάθρα και σχηματίζαμε κοσμοσυρροή για να υποδεχτούμε τον πατέρα,  που ερχόταν κουρασμένος από την Πόλη.

Το πλοίο με τις μηχανές “κράτει” σχίζει τα γαλήνια νερά μπρος από το quai του οικισμού και προσεγγίζει την αποβάθρα. Φωνές, διαταγές, τρίξιμο των χαλατιών, των χοντρών εκείνων σχοινιών που έδεναν τα καράβια, και τέλος το κροτάλισμα από τα ρουλεμάν που έσερναν τις σκάλες για την αποβίβαση.

Εδώ αξίζει να σας θυμίσω ότι το 1846 μπήκε το πρώτο πλοίο της γραμμής  για τα νησιά και έκανε ένα δρομολόγιο την ημέρα.

Μπαμπά, μπαμπά ! αγκαλιές ,φιλιά, αγάπες… και βέβαια να  πάρουμε από το χέρι του ότι βάρος κρατούσε μήπως και τον γλυκάνουμε λίγο. Και εκείνος για να μας ευχαριστήσει, γιατί όλη αυτή η υποδοχή ήταν γι αυτόν το ελιξίριο της ημερήσιας κούρασης του, θα μας αγόραζε από ένα παγωτό χωνάκι εκεί, απέναντι από την αποβάθρα. Μετά θα παίρναμε το αμαξάκι με τα δύο άλογα και θα πηγαίναμε στο ξενοδοχείο. Τα αμαξάκια, το μόνο μεταφορικό μέσο στα νησιά, τα έσερναν δύο άλογα που καθοδηγούσε ο “αραμπατζής” εκ του αραμπάς που σημαίνει άμαξα .Η άμαξα είχε χωρητικότητα 4 ατόμων και το κόμιστρο έπρεπε να συμφωνηθεί πριν την αναχώρηση και ήταν σχετικό με την εποχή αλλά και την απόσταση. Θυμάμαι τον Τσαούση, τον αμαξηλάτη που περίτεχνα έσκαγε το κουρμπάτση του (μαστίγιο) πάνω από τα άλογα σαν να άκουγες πυροβολισμό. Κανένας άλλος δεν το κατάφερνε αυτό.

Η κεντρική αρτηρία του νησιού που ανηφορίζει προς το Χαλκη Παλάς λέγεται Refah sehitler caddesi που αν την συνεχίσεις θα έχεις κάνει τον μεγάλο γύρο του νησιού. Αποφράδα ημέρα για τον τουρκικό στρατό η  23/6/1941. Εκείνη την μέρα 167 Τούρκοι αεροπόροι και ναυτικοί άφησαν την τελευταία τους πνοή  στα ανοιχτά της Καρπασίας όταν το πλοίο Refah που τους μετέφερε στο Πορτ Σάϊντ με τελικό προορισμό την Αγγλία για να παραλάβουν ως πληρώματα πολεμικά σκάφη και υποβρύχια βυθίστηκε κατά λάθος, από τορπίλη γαλλικού υποβρυχίου. Για την ιστορία η Γαλλία αποζημίωσε την Τουρκία γενναιόδωρα με δύο τορπιλακάτους δώρο. Ε ; αυτά είναι χουβαρνταλίκια.

Ο δρόμος αυτός περνούσε κάποτε κάτω από ένα πεύκο, περίεργο στην ανάπτυξή του, που το ονομάζαμε εμείς οι χαλκιανοί  Καμήλα. Το δέντρο πράγματι είχε το σχήμα της καμήλας γιατί η ανάπτυξή του έγινε κάθετα στο δρόμο και μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο σχηματίζοντας μια καμάρα από πάνω του.

 Σήμερα η καμήλα δεν υπάρχει, και βέβαια δεν θα υπήρχε ούτε στις μνήμες μας αν κάποιος δεν την ανέφερε. Σε συζητήσεις που κάνω με σημερινούς μόνιμους  κατοίκους του νησιού, κανείς δεν την γνωρίζει. Κρίμα.

Τώρα αριστερά μας παρουσιάζεται η  θερινή κατοικία του Ισμέτ Πασά. Άλλος ένας αδικιορισμένος Μαρία μου ( Ιορδανίδου/Λωξάντρα ). Νάσαι καλά εκεί που βρίσκεσαι. Δεν θα υπήρχε καταλληλότερο επίθετο γι  αυτόν τον στενό συνεργάτη και αφοσιωμένο επιτελάρχη του Κεμάλ (1884-1973), αλλά και εχθρό της ρωμιοσύνης της Πόλης.

Β΄ Βαλκανικοί Πόλεμοι,  Α΄ Παγκ. Πόλεμος,  Μικρασιατική Εκστρατεία στην οποία και πήρε το προσωνύμιο Ινονού, από τη μάχη (1920) έξω από την πόλη Ιν, αποτελούν το βιογραφικό του πιο στυγνού Χριστιανομάχου πολιτικού που η τουρκική ιστορία γέννησε και η Ρωμιοσύνη ένοιωσε στο πετσί της. 

Υπέγραψε το “εδαφικό παζάρι” του αιώνα με την επιβολή (1923) της ανταλλαγής πληθυσμού, το Σύμφωνο “φιλίας” μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας (1930), πρωτοστάτησε στην “λιποταξία” της Τουρκίας από τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο και παράλληλα γνωρίζοντας τη δεινή κατάσταση της “φίλης” Ελλάδας που βρισκόταν τότε υπό τριπλή κατοχή επέβαλε τον κεφαλαιακό φόρο (Βαρλίκ Βεργκισί) σε όλους τους Έλληνες, Αρμένιους  και Εβραίους της Πόλης.

Όλα αυτά , εκτός του τελευταίου, είχαν και την έγκριση και συνυπογράφτηκαν   και από τον Μεγάλο Εθνάρχη,  Ελευθέριο Βενιζέλο   (Συνθήκη Σεβρών και Λωζάνης).    

Τον Νοέμβριο του 1938, μετά τον θάνατο του Κεμάλ Ατατούρκ θα αναρριχηθεί  στο υπέρτατο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας μέχρι το 1950 οπότε και το κόμμα του, το Λαϊκό, θα ηττηθεί στις εκλογές από τον Τζελάλ Μπαγιάρ. Επανέρχεται όμως σαν λυτρωτής στο πραξικόπημα του 1960, όταν την κατακραυγή του τουρκικού λαού για την οδυνηρή κατάσταση της χώρας επωμίζεται ο Αντνάν Μεντερές, που με συνοπτικές διαδικασίες , στο στημένο δικαστήριο της Πλάτης (Yassiada) θα καταδικαστεί σε θάνατο και θα απαγχονιστεί την 17/9/1961 για να δικαιωθεί 40 χρόνια μετά.

Απολογούμαι ειλικρινά που παρασύρομαι από τα βιώματά μου και καταφεύγω σε ιστορικά γεγονότα που ίσως πολλοί τα γνωρίζετε, και καλύτερα μάλιστα, αλλά θα ήθελα να καταγραφούν έτσι ακριβώς όπως εγώ τα βίωσα και τα άκουσα, χωρίς άλλωστε να απαιτώ την συνταύτισή σας.

Δεν θα ήθελα όμως να ξεχαστεί το χρονικό ενός θαλάσσιου μπάνιου του Ισμετ Πασά.  Στην πλαζ λοιπόν του νησιού γινόταν πρώτα  εξονυχιστικός έλεγχος από την φρουρά  του πασά και βέβαια η περιφρούρηση της καμπίνας του όπου ο 80χρονος  γέρων πολιτικός θα άλλαζε. Το μαγιό του ήταν ολόσωμο με τιράντες πίσω και με καλυμμένο το στήθος. Θα προχωρούσε πάνω στην ξύλινη  εξέδρα της πλαζ και όταν θα έφτανε στο κατάλληλο βάθος θα έπεφτε με τα πόδια στο νερό, μετά τους φρουρούς που ήδη ήταν μέσα στο νερό και σχημάτιζαν ένα κύκλο γύρω του. Το γεγονός αυτό συνοδευόταν με έξαλλα χειροκροτήματα των θαμώνων. Αυτά τα ωραία.

Σαν επίλογο θα ήθελα να αναφέρω ότι σε μια μεγάλη φωτιά την 21/9/1991 το ξύλινο  ξενοδοχείο του Χάλκη Παλάς καταστράφηκε εντελώς. Την αποκατάσταση του κτιρίου ανέλαβε η Νet Holding η οποία και ανακατασκεύασε το κτίριο ξοδεύοντας πάνω από 3.000.000 δολάρια. Σήμερα λειτουργεί σαν ένα από τα ακριβότερα ξενοδοχεία της Πόλης κάτω από το όνομα Merit Halki Palace.

Ο γύρος του νησιού που προανέφερα  ήταν ο δρόμος που έκανε τη βόλτα όλου του νησιού ξεκινώντας από την προκυμαία και καταλήγοντας πάλι στο ίδιο σημείο.

Στην επόμενή μας συνάντηση θα αποπειραθούμε μια βόλτα το γύρο του νησιού ξεκινώντας από την αποβάθρα και καταλήγοντας στο ίδιο σημείο .Θα προσπαθήσω να σας ξεναγήσω  στα αξιοθέατα του νησιού μου όπως εγώ τα έζησα.

Να είστε καλά.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *