Η ΧΑΛΚΗ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ ΜΟY

Η επιλογή είχε γίνει . Για να γιατρευτεί το παιδί έχει ανάγκη από καθαρό αέρα. Πρέπει να αναπνέει καθαρό οξυγόνο που μόνο τα πεύκα μπορούν να του δώσουν. Σε κάποιο νησί, είπε η μάνα μου.  Στη Χάλκη συμφώνησε ο πατέρας  μου.

Έτσι και έγινε. Από το 1954, που πέρασα μια βαριάς μορφής περιπνευμονία και οι γιατροί αποφάνθηκαν ότι χρειαζόμουν εξοχή, αρχίσαμε να παραθερίζουμε κάθε καλοκαίρι στη Χάλκη. Το πιο όμορφο νησί από τα τέσσερα κύρια Πριγκηπόννησα.

Tην αγάπησα τη Χάλκη, δέθηκα μαζί της, την εξερεύνησα σπιθαμή προς σπιθαμή, ήξερα όλα της τα δέντρα, όλα της τα μονοπάτια, όλες της τις θάλασσες, όλους τους αμαξάδες και τους  γαϊδουριάρηδες, τον κομισέρη (αστυνόμο), τον μπιλετσή στη βαπορόσκαλα (εισπράκτορας), τον στρατιώτη της πύλης της Στρατιωτικής Σχολής, τον παγωτατζή, τον μισιρτζή (πωλητή καλαμποκιού),τον Τσάκωνα με την υποβρύχια βανίλια του, τον εφημεριδοπώλη  που αγόραζα τα εβδομαδιαία μου Μπλέκ, τους σκουπιδιάρηδες που σαν Κούρδους τους πειράζαμε, τον μπαρμπούλη που πουλούσε ξηρούς καρπούς, την γριά που πουλούσε βότανα με την περίεργη σειρά που διαλαλούσε το εμπόρευμά της κάθε μεσημέρι. Όλους !

Η διαδικασία της μετακόμισης άρχιζε όταν κατά τα μέσα του Μαϊου γινόταν η πρώτη επίσκεψη στο νησί για την εύρεση σπιτιού που θα νοικιάζαμε. Η ευωδία των αγριολούλουδων είναι ακόμη στα ρουθούνια μου. Τα κίτρινα βλίτα μέχρι το μπόι μου σχεδόν και κατάχαμα ανακατεμένες οι παπαρούνες με το χαμομήλι, την παπαδίτσα όπως την έλεγε η μάνα μου, το δεντρολίβανο, η λεβάντα μαζί με το θυμάρι και το μάραθο. Όλα μαζί, σε μια απόλυτα αρμονική αγκαλιά αρωμάτων έδιναν την δική τους συναυλία στα απέραντα καταπράσινα και απάτητα λειβάδια του νησιού με σκοπό να σε μαγέψουν, να σε μεθύσουν, να σε απαγάγουν από την πολύβουη και μολυσμένη από καυσαέριο Πόλη του χειμώνα. Να σε κρατήσουν εκεί.

Οι μέλισσες  που είχαν ήδη αρχίσει την συγκομιδή τους, ζουζούνιζαν απειλητικά που τους χαλούσες την ησυχία  αλλά και οι γάϊδαροι, αυτοί οι καλόβολοι φίλοι μας , ξεφώνιζαν σαν να ήθελαν να μας καλωσορίσουν για το καλοκαίρι που έρχεται και που επιλέξαμε το νησί τους. Το χώμα ακόμη μύριζε από την χειμωνιάτικη του νάρκη και ο ήλιος  σε χάϊδευε απαλά για να σε σαγηνεύσει κάτι σαν προσκλητήριο για το καλοκαιρινό μαύρισμα.

Με το που έφτανε το βαπόρι στον κάβο του Μύλου και έστριβε ανατολικά άρχισες να βλέπεις και το κέντρο του νησιού που αυτή την εποχή είναι ακόμη έρημο, αλλά ανήσυχο σε μια στάση ετοιμότητας για τα όσα θα ακολουθούσαν τους επόμενους μήνες.

Δένει τον κάβο του το πλοίο, στριγκλίζουν τα σχοινιά κάτω από την αυστηρή επίβλεψη του ναύτη, σέρνουν τη σκάλα, με τα καρούλια/ρουλεμάν να χαλούν τον κόσμο, και νάμαστε πατούμε το πόδι μας στο νησί. Έξω από τη σκάλα μας περιμένουν οι μεσίτες για να μας οδηγήσουν στα σπίτια που συνεργάζονται. Ο πατέρας μου γνώριζε κάποιον Λευτέρη, ο οποίος ήταν και μανάβης. Αυτός πάντα αναλάμβανε να μας βρει σπίτι. Ηταν επιμελής και επαγγελματίας και όσα σπίτια νοικιάσαμε με μεσολάβησή  του ήταν όλα καθαρά και αξιοπρεπή. Αφού τελείωνε λοιπόν η φάση του καπάρου, γυρνούσαμε στην Πόλη με τη χαρά ότι σε λίγες μέρες, αφού θα τελείωνε και το σχολείο μας, θα ερχόμασταν να παραθερίσουμε.

Πόσο άσχημη μου φαινόταν η Πόλη στον γυρισμό όταν το πλοίο προσέγγιζε στη γέφυρα του Γαλατά. Μια ομιχλώδης ατμόσφαιρα ανάκατη από τους καπνούς των πλοίων και τη μόλυνση του κωκ που όλο το χειμώνα ζέσταινε τους κατοίκους ήταν η εικόνα που αντίκρυζε κανείς μετά από μια όμορφη εκδρομή στα Πριγκηπόννησα.

Η δεύτερη φάση ήταν η μετακόμιση. Την εποχή εκείνη υπήρχε ένα παλιό φερρυ μπότ, το Σουχουλέτ, που από το 1871 έκανε μεταφορές φορτίων και ζώων από την μία ήπειρο στην άλλη, αφοπλισμένο λοιπόν στους ταρσανάδες του Κεράτειου κόλπου,  θα είχε συνταξιοδοτηθεί αν δεν κουβαλούσε τα γκιότσια των παραθεριστών στις αρχές και το τέλος του καλοκαιριού. Γκιότς στην τουρκική σημαίνει μεταφορά οικοσκευών.

Εδώ η ρωμιοποιημένη λέξη σήμαινε ότι χρήσιμο και απαραίτητο μεταφέραμε από το σπίτι μας στην Πόλη προς το νησί. Μεγάλη υπόθεση λοιπόν το γκιότσι. Σε ειδικά  διαμορφωμένα και ραμμένα μεταξύ τους τσουβάλια τοποθετούσαμε πρώτα τα στρώματα και μέσα σε αυτά ότι χρήσιμο θα χρειαζόμασταν για τις καθημερινές ανάγκες του καλοκαιριού. Από ρουχισμό μέχρι και κατσαρολικά, όλα τα απαραίτητα για ένα νοικοκυριό.

Έτσι άρχιζε κάθε καλοκαίρι μου από το 1954 έως και το 1963 με μόνη διαφορά η εναλλαγή των σπιτιών που μας νοίκιαζε ο Λευτέρης.  Όλα αυτά αμπαλάρονταν στο σύνθετο τσουβάλι και κλείνονταν στο τέλος σαν ένας μεγάλος μπόγος. Τους δύο ή τρεις μπόγους, που ήταν και τα απαραίτητα για τη σαιζόν, θα τους παραλάμβαναν από το σπίτι μας  οι χαμάληδες του Λευτέρη και θα μας τους παρέδιδαν  στο σπίτι του νησιού.

Στην αρχή μέναμε στο μεγάλο τσαϊρι κοντά στο κτίριο των Τηλεπικοινωνιών του νησιού, στο σπίτι του Καραμπέτ, ενός χαριτωμένου Αρμένη υδραυλικού με τη σύζυγό του Δέσποινα και τον γιό τους τον Αρσέν που οι δυστυχείς τον χάσανε πολύ νωρίς. Μετά από δύο χρόνια μεταφερθήκαμε παρακάτω στο σπίτι του Καρακωστόπουλου, του ζαχαρέμπορα.

Τέλος και για τα υπόλοιπα καλοκαίρια μας μέχρι  να μας διώξουν οι αδικιωρισμένοι, όπως πολύ σωστά  έλεγε η Λωξάντρα, μέναμε στο Χάλκη Παλάς, το παλιό ξενοδοχείο, που σήμερα  πλεόν λέγεται Μerit και συγκαταλέγεται στα πλέον ακριβά της Πόλης. Εκεί ,μεγάλο παιδί πιά ,είχα τις μόνιμές μου παρέες και βέβαια τα πρώτα αισθηματικά μου σκιρτήματα.

Για όλα αυτά όμως θα επανέλθω σύντομα σ αυτή την πειραματική μου  τόλμη να σας γράφω τις αναμνήσεις  μου τις παιδικές,  ελπίζοντας σε κάποιους να θυμίζουν κάτι από τα ανέμελά μας εκείνα χρόνια. Αν το κατόρθωσα αυτό έχω πραγματοποιήσει ένα όνειρό μου και μια υπόσχεσή μου στον πατέρα μου.

Σας ευχαριστώ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *