ΜΑΝΤΑΜ ΑΝΑΧΙΤ :  Η ΡΑΨΩΔΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΑ

 Μεθάει ο έρωτας κάτω από τα άστρα, Ω! πόσο όμορφο  είναι να  ερωτεύεσαι

Ένα ποταμάκι από το μπλε φως του φεγγαριού και  μια κούνια στη σκιά του

κι ας είμαστε μόνοι μας κάτω από τα άστρα

Δεν θα με κάψει ο έρωτας ακόμη κι αν ο χάρος με αρπάξει 

ακόμη κι αν κλείσουν τα μάτια μου κάτω από τα άστρα

Κάτω από τ’ άστρα  – yildizlarin altinda , Αναχίτ

Η περιοχή του Πέρα στην διάρκεια του περασμένου αιώνα και ιδιαίτερα στις δεκαετίες ΄40 έως ΄80 αποτελούσε την Βαβυλώνα της Πόλης. Σε μια εποχή που οι άνδρες  δύσκολα κυκλοφορούσαν χωρίς γραβάτα, κασκόλ, γάντια  και καπέλο και οι γυναίκες  ασυνόδευτες  χωρίς ομπρέλα και βεντάλια, στην πασίγνωστη Στοά των Λουλουδιών (cicek pasaji)  συναντούσες ανθρώπους από διαφορετικές κουλτούρες και παραδόσεις. Tούρκοι, Κούρδοι, Λαζοί, Εβραίοι, Αρμένιοι και Ρωμιοί ανάκατοι με Γενοβέζους, Ναπολιτάνους, Άγγλους, Γάλλους και Ρώσους, ένα μάτσο από διαφορετικά λουλούδια, το καθένα με την δική του μυρουδιά και τις δικές του συνήθειες, υπόκυπταν χωρίς αντίδραση στις νοστιμιές των καπηλειών. Η Πόλη στη Στοά είχε άλλους νόμους, άλλα τερτίπια, άλλα κουμάντα, άλλο ρυθμό, άλλη…γεύση. Ο καθωσπρεπισμός  της εποχής παραβλεπόταν για να δώσει τη θέση του στο ρακί, στη λακέρδα, τον παστιρμά, το τηγανιτό με βούτυρο σουτζούκι, τα μύδια, το κοκορέτσι από σκέτα άντερα και τη μπύρα σε όλα της τα είδη. Τα τραπέζια μετά τις 11 το βράδυ ήταν γεμάτα από θαμώνες, οι περισσότεροι τακτικοί πελάτες του χώρου. Εκεί θα έβρισκες τον Χρήστο τον μανάβη, τον Παντελή που επιδιόρθωνε γαλότσες, τον αντικέρ Βιτάλη, τον φωτογράφο Αμπντουλάχ, τον μπακάλη Αλέκο, τον ωρολογά Ασλάν εφέντη, τον χασάπη τον Ακίφ αλλά και τραπεζίτες, και επιχειρηματίες, ασφαλιστές, δικηγόρους, μεγαλογιατρούς, εμπόρους, δημόσιους λειτουργούς, ακόμη και πρόξενους άλλων χωρών με τους υπαλλήλους τους. Μόνο ιερωμένους και καθηγητές των σχολείων μας δεν έβλεπες καθώς οι μαθητές των τελευταίων τάξεων όλο και κρυφοπερπατούσαμε εκεί.

Η καρδιά  λοιπόν της διασκέδασηςκαι της διαφορετικότητας στην όμορφη βασιλεύουσα χτυπούσε δυνατά μέσα σ’ αυτή τη στοά. Πόσοι ερωτευμένοι, συγγραφείς, ποιητές, δονζουάν, καλλονές,  καλλιτέχνες δεν ανάπνευσαν τον γεμάτο από πικάντικες μυρωδιές αέρα της.

Παρόλη όμως την οχλαγωγία, την καπνίλα και την φασαρία που πιθανότατα ο αναγνώστης φαντάζεται διαβάζοντας αυτό το άρθρο, ένα ακορντεόν και μια γυναικεία φωνή ήταν ικανά να τιθασεύσουν αυτόν τον ακατάστατο συρφετό. Ήταν το σύμβολο, το κάτι άλλο της Στοάς, αυτό που όλοι περίμεναν κάθε βράδυ για να ανάψει η ατμόσφαιρα. Κάτι ας πούμε σαν την φίρμα στα σημερινά μας μπουζούκια που θα βγει στη σκηνή μετά τα μεσάνυχτα, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή τραγουδούν τα δευτεροκλασάτα ονόματα.

Η  αρμένισσα Αναχίτ Βιολάντα Βαράν γεννήθηκε το 1917 στο Ταρλάμπασι, Ταξίμ της Πόλης.  Στην αρχή σπούδασε στο καθολικό σχολείο Αναράτ Χιγουτγιούν και αποφοίτησε από το αρμένικο λύκειο Ασαγιάν. Στα δεκαέξη της πήρε μέρος στη χορωδία του σχολείου της και άρχισε να ερωτεύεται την μουσική.

Στην Χάλκη, όπου η οικογένεια παραθέριζε τα καλοκαίρια, άκουσε κάποιον ρωμιό, τον Γιώργο, να παίζει το μαύρο ακορντεόν του και ο ήχος τόσο την συνεπήρε που ζητούσε επίμονα από τους γονείς της να της αγοράσουν ένα. Η μητέρα της, που και η ίδια έπαιζε πιάνο, πείστηκε και τελικά (1947) της αγόρασε ένα Χόχνερ από τον παπά Γιώργη που είχε κατάστημα μουσικών οργάνων στο Γιουκσέκ Καλντιρίμ έναντι 170 λιρών.

Η πρώτη της έγνοια ήταν να πάει και να το τάξει στον Άγιο Αντώνιο, στην καθολική εκκλησία του Πέρα. Αυτό ήταν ! Άρχισε μαθήματα με δάσκαλο τον διάσημο καθηγητή μουσικής της εποχής Άρτο Μπενόν  και συνέχισε με τον εξίσου διάσημο  κοντραμπάς και πιανίστα Νορά  Ντινζιάν  που υπήρξε και ο πρώτος της σύζυγος. Το άστρο της άρχισε να λάμπει. Έπαιζε σε γάμους και διασκεδάσεις γνωστών οικογενειών και πολύ σύντομα κατάφερε να πάρει τον αέρα του πάλκου. Στα 21 της χρόνια γνωρίστηκε με τον Χρηστάκη Ζωγράφο, τον ευεργέτη και μέγα δωρητή της Πόλης που με δαπάνες του κτίστηκε το  Πασάζ  Χρηστάκη ( το μετέπειτα  Cicek Pasaji ) και όχι μόνο.      Με την γνωριμία αυτή  ‘‘τρύπωσε’’ στο απόρθητο  κάστρο της Στοάς καθώς και στον παρακείμενο δρόμο Νεβιζαντέ και άρχισε να τριγυρίζει τα καπηλειά του Πέρα και να κερδίζει τις καρδιές των θαμώνων παίζοντας παλιά τουρκικά τανγκό, ρωμέικα και αρμένικα χασάπικα και μ’ αυτό τον τρόπο να επιβιώνει. Πλέον έγινε διάσημη σε όλη την Τουρκία και απόκτησε τον τίτλο του πολίτη του Πέρα. Μερακλήδες ερχόντουσαν από μακρινές πόλεις για να την γνωρίσουν και να περάσουν αξέχαστες ώρες με τις νότες του ακορντεόν της. 42 ολόκληρα χρόνια διασκέδαζε τους θαμώνες της αλλά ποτέ δεν δέχτηκε να παίξει ‘‘παραγγελιά’’. Πάντα τραγουδούσε με την δική της σειρά το ρεπερτόριό της στο οποίο εξέχουσα θέση είχε το τραγούδι ‘‘κάτω από τα άστρα – yildizlarin altinda’’.

Τις μικρές πρωινές ώρες που καταλάγιαζε  το κέφι έπαιρνε μονάχη της τον δρόμο για το σπίτι της.  Αυτό το σπίτι που όταν διευρυνόταν η Λεωφόρος Ταρλάμπασι απαλλοτριώθηκε και με δικαστικούς αγώνες κατάφερε  να αποζημιωθεί και να αγοράσει ένα άλλο στο Μπαλούκ παζάρι. Τους τοίχους του σπιτιού της στόλιζαν φωτογραφίες του Αϊχάν Ισίκ, Γκιονούλ Γιαζάρ, Ζεκί Μουρέν, Καρτάλ Τιμπέτ, Σαντρί Αλισίκ, Κεμάλ Σουνάρ, Λεβέντ Κιρτζά αλλά και το εξώφυλλο ενός  περιοδικού στο οποίο πόζαρε η ίδια.  Η Αναχίτ δεν άργησε να γίνει γνωστή και στους κινηματογραφικούς κύκλους όπου η φιγούρα της στόλιζε κάποια σενάρια. Στο ζενίθ της δημοτικότητάς της έκανε και μερικά κλιπ στην ολλανδική τηλεόραση και παρά λίγο να της δοθεί ρόλος σε ταινία με πρωταγωνιστή τον Johnny Weissmuller. Όταν ο ηθοποιός επισκέφθηκε την Πόλη και χόρεψε μαζί της στην κατάμεστη Στοά των Λουλουδιών, η φωτογραφία της πρωταγωνίστησε για πολύ καιρό στα πρωτοσέλιδα των τοπικών εφημερίδων. Κατάφερε όμως να παίξει σε ταινίες τουρκικής παραγωγής όπως ‘Arkadaş’, ‘24 Saat’, ‘Öğretmen’ και σε ταινία του Γιλμάζ Γκιουνέϊ.

Πάντοτε κοκέτα η μαντάμ Αναχίτ φορούσε εμπριμέ λουλουδάτα φορέματα, άλλοτε σατέν και άλλοτε ζέρσεϋ, που ταίριαζαν απόλυτα με τα έντονα κοκκινοβαμμένα της χείλη και τα μαύρα της μαλλιά που κι αυτά τα έπιανε με τσιμπιδάκια στις άκρες τους. Πολλές φορές άλλαζε χτένισμα και άφηνε τις μακριές μπούκλες της να πέφτουν στους φαρδείς από το βάρος του ακορντεόν ώμους της αφήνοντας έκθετα τα όμορφα μεγάλα σκουλαρίκια σε σχήμα τσαμπιού. Η φράντζα των μαλλιών της στο μέτωπο και τα μεγάλα γυαλιά που φορούσε άφηναν περιθώριο στα καστανά της μάτια να εξερευνούν σαν περισκόπιο τους θαμώνες για να επιλέγει το πιο κεφάτο τραπέζι. Και τι δεν είχαν δει εκείνα τα μάτια ! Και το πιο τρομερό. Στα εκατοστά γενέθλια της Στοάς, τα ξημερώματα της 11 Μαϊου 1978,  η από χρόνια διαβρωμένη σκεπή της γκρεμίζεται με ένα απόκοσμο θόρυβο σκοτώνοντας έξη άτομα.

Κάποτε ρωτήθηκε η μαντάμ Αναχίτ αν ερωτεύθηκε ποτέ. ‘‘ δεν θυμάμαι πόσες φορές’’ απάντησε ‘‘χωρίς να είμαι υπέρ του γάμου παντρεύτηκα τέσσερεις φορές,  βλέπεις με ένα λουλούδι δεν έρχεται η άνοιξη ’’ για να συνεχίσει ‘‘ με τον καιρό ο έρωτας υποχωρεί, η κάψα εξαφανίζεται, έρχεται η μονοτονία και η ανοστιά. Ενώ όλα ξεκινούσαν τόσο όμορφα και γλυκά στο τέλος τους χώρισα και τους τέσσερεις. Ξέρετε τι κατάλαβα; Πως ο έρωτας και το μίσος περπατούν δίπλα δίπλα. Εσείς τι λέτε ; ’’ και μία αποκάλυψη ‘‘ ο πρώτος μου σύζυγος ήταν μουσικός, καταπληκτικός, ένας άντρας που μ’ αγαπούσε πάρα πολύ. Ήταν μεγάλο λάθος μου που χωρίσαμε, έτσι για πλάκα. Όμως ο έρωτας επέμεινε και ξαναπαντρευτήκαμε. Ακόμη τον αναζητώ, το πιστεύετε: Τα νιάτα είναι όμορφα. Πόσοι πλούσιοι, διάσημοι με ζήτησαν σε γάμο; Αν την αφήσετε έτσι θα καταντήσει γυρολόγος, έλεγαν της μάνας μου. Έτσι και έγινε. Ακόμη και σήμερα σ αυτήν την ηλικία είμαι πρόθυμη να ερωτευτώ. Είμαι γεμάτη από ζωή, κίνηση, μ αρέσουν τα αστεία, τα χωρατά, ότι περιέχει ζωντάνια και ευθυμία. Γνωρίζω ότι η ζωή έχει δύο όψεις, εγώ προτιμώ να κοιτάζω την καλή της πλευρά’’.

Μεσήλικας πια γεμάτος αναμνήσεις των νεανικών μου χρόνων επέστρεψα στην Πόλη που μεγάλωσα και είπα να θυμηθώ το κοκορέτσι που κάποτε έτρωγα στην Στοά των Λουλουδιών. Εκεί την συνάντησα πάλι τελείως αλλαγμένη, λες και έβλεπα άλλον άνθρωπο, δεν ήταν η Αναχίτ που ήξερα. Η ελπίδα πως κάποιοι θρύλοι, κάποιες εικόνες, κάποια κτίρια  μένουν αναλλοίωτα στον πανδαμάτορα χρόνο έσβησε σε κλάσμα δευτερολέπτου σαν την είδα. Τελικά όλα αλλάζουν, είπα μέσα μου, ακόμα και τα ινδάλματα, αυτά τα απλησίαστα και άπιαστα ινδάλματα της νιότης μας που ντρεπόμασταν ακόμη και να τα κοιτάξουμε. Σαν από θαύμα εκείνη τη στιγμή και η Στοά άλλαξε όψη. Δεν ήταν η ίδια στα μάτια μου. Πολύς θόρυβος, ενοχλητικές μυρουδιές, πολύ καθωσπρέπη γκαρσόνια, ακριβοφανή τραπεζομάντηλα, κολονάτα ποτήρια, κράχτες που προσπαθούσαν να κερδίσουν τους πελάτες και πελάτες που ντρεπόντουσαν να αρνηθούν τις ‘‘λάγνες’’ ματιές τους και σκύβοντας επιτάχυναν το βήμα τους για να χαθούν στην βοή του Μπαλούκ Παζάρ.

Σε ένα γωνιακό τραπέζι την είδα να κάθεται με συννεφιασμένη όψη, ρυτιδιασμένη και με θολά κουρασμένα μάτια γεμάτα απελπισία. Αυτά τα ίδια μάτια που κάποτε στην ίδια Στοά γάζωναν τσαχπίνικα τους θαμώνες. Ωστε ζεί, είπα μέσα μου. Το χαμόγελό της, τα χείλη της, τα μάγουλά της, τα γυαλιά της όλα τα ίδια, πάντα περιποιημένη, πάντα κομψή. Η γυναίκα, που αν δεν γούσταρε, δεν θα τραγουδούσε για κανένα, ακόμη και εκατομμύρια να της έδιναν, μετά τον θάνατο του δεύτερου της συζύγου επιβίωνε τραγουδώντας  σε γάμους  και εκδηλώσεις για λίγες λίρες. Η γυναίκα που γινόταν αιτία για καυγάδες στα καπηλειά όταν κάποιος μεθυσμένος την παρενοχλούσε ή την πρόσβαλε. Αυτή λοιπόν η γυναίκα τώρα βρίσκεται απέναντί μου με άδειο βλέμμα να κοιτάζει μακριά, πολύ μακριά, θαρρείς και βλέπει σε ταινία τις γεμάτες από αναμνήσεις μέρες της δόξας της στον ίδιο χώρο. Πλέον λίγοι την γνωρίζουν και η συμπεριφορά τους είναι πανόμοια μ αυτή απέναντι στους οργανοπαίχτες του δρόμου ή ακόμη και των ζητιάνων. Όλα άλλαξαν λοιπόν. Τα κτίρια αναπαλαιώθηκαν, αστράφτουν από καθαριότητα, η μόδα , τα ρούχα, οι άνθρωποι τρέχουν με ένα κινητό στο χέρι γεμάτοι από άγχος, αγωνία του μεροκάματου. Το παλιό Πέρα, αυτό που η Αναχίτ ήξερε να μαγεύει, πεθαίνει.

Αρχές του 2003 η ραψωδός του Πέρα συναντά την αρρώστια του αιώνα μας. Καρκίνος στομάχου. Παρά την ηλικία της είχε το σθένος να παλέψει τον εισβολέα αλλά την πρόδωσε η καρδιά της. Έτσι την 29η Αυγούστου του 2003 το Κορίτσι με το Ακορντεόν τα μάζεψε και μετακόμισε στους ουρανούς για να συναντήσει  τους παλιούς της φίλους. Αυτούς που την αγαπούσαν πραγματικά, γι αυτούς που το ακορντεόν της έδινε τα ρέστα του όπως λέμε σήμερα, γι αυτούς που υποκλινόταν όταν τα χειροκροτήματά τους την ανέβαζαν πάλι στους ουρανούς. Η κηδεία έγινε στο αρμένικο νεκροταφείο του Σισλί. Η Στοά των Λουλουδιών, το Μπαλούκ Παζάρ και τα καταστήματα του Νεβζαντέ έκλαψαν την απώλεια της ραψωδού τους. Το ίδιο βράδυ της κηδείας υπήρξαν θαμώνες που ενώ παρήγγειλαν μεζέδες και ποτά, δεν ακούμπησαν στα φαγητά και ήπιαν, ήπιαν πολύ ρακί σαν ύψιστη τιμή και κατευόδιο της αγαπημένης τους. Αξιόλογη και η κίνηση κάποιων πιστών θαμώνων  που έκαναν  έρανο για τον μαρμάρινο τάφο της Αναχίτ.

Κάποιοι, όσο ζούσε  τα τελευταία χρόνια την πείραζαν πως γέρασε και θα αφήσει τα κόκαλά της στη Στοά αν δεν τα παρατήσει. Μάταια. Όλη της η ζωή ήταν το τραγούδι και το ακορντεόν, πώς να τα παρατήσει;  πώς να αφήσει ορφανά τόσα πλήκτρα έστω και μια βραδιά; πώς να μη συντροφεύουν τα τσουγκρίσματα των ποτηριών οι μελωδίες της;

Πόσα ερωτευμένα ζευγάρια δεν αγκαλιάστηκαν σφικτά, δεν έσφιξαν τα χέρια τους σαν άκουαν το ‘‘ κάτω από τα αστέρια ’’ να τους το τραγουδάει; Πόσοι θαμώνες δεν της εμπιστεύτηκαν τα σεκλέτια, τον σεβντά τους;

Γέμισε το ταβερνιάρη. Βάλε ρακί, θα πιώ άσπρο πάτο ακούοντας την ίσως για τελευταία φορά έστω και από το κασετόφωνο. Να διώξω θέλω τα σεκλέτια μου και ότι σφίγγει την καρδιά μου. Όπως και οι άλλοι ερωτευμένοι, οι ποιητές, οι τραγουδοποιοί, όλη η Πόλη, όλο το Πέρα  που χρόνια τώρα σ αυτή βρίσκανε αποκούμπι για να ξεχάσουν τον σεβντά τους, να εξομολογηθούν τον έρωτά τους, να αφήσουν πίσω τα προβλήματά τους. Το‘‘Υπάρχω’’ του Καζαντζίδη με τη φωνή της. Πάλι την θυμήθηκα να το τραγουδά, ανατριχιάζω. Μη θυμώνεις, δεν θα τα καταφέρω να σηκωθώ από το τραπέζι αν δεν κλάψω. Να είσαι καλά εκεί όπου είσαι και να χαμογελάς, όπως τότε………..

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *