ΠΑΠΑ ΕΦΤΥΜ (ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΡΑΧΙΣΑΡΙΔΗΣ)

Εξωμείωσεν την δήθεν εκκλησίαν του χωρίς όσιο και ιερό με αυτήν την απ αιώνων ιδρυθείσα υπό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, βεβήλωσεν ιερό ναό για να καλύψει ανόμους του πράξεις ουδεμίαν σχέσιν εχουσών με την θεία πίστιν μας επιφέροντας θρησκευτικό χάος. Ας μείνει αναθεματισμένος.

Μια ΄΄αυτοκέφαλη΄΄ τουρκόφωνη εκκλησία ήταν το όραμα του νέου Παύλου Καραχισαρίδη γιό του Μπαράς και της Μαρίας που γεννήθηκε το 1883 στην πόλη Ακντάγ Μαντενί του νομού Γιοζγκάτ στην κεντρική Τουρκία. Το πέτυχε εκμεταλλευόμενος τις αναταραχές με την Μικρασιατική καταστροφή των Ελλήνων οπότε και κατάφερε να πείσει τον Κεμάλ στην ίδρυση μιας τουρκορθόδοξης εκκλησίας το 1921. Την Πρωτομαγιά εκείνου του έτους περίπου 3000 τουρκόφωνοι ορθόδοξοι της Σαφράμπολης στην Παφλαγονία, γνωστοί ως Μπαφραλήδες,  με επικεφαλής 10 πρόκριτους ζήτησαν την ίδρυση Αυτοκέφαλου Τουρκικού Πατριαρχείου.

Το 1911 ο Καραχισαρίδης παντρεύτηκε την Μαρία Καλφόγλου με την οποία απέκτησε τρεις θυγατέρες (τη Μαίρη, την Πολυάννα και την Ναταλία) και δύο γιούς το Γεώργιο τον μετέπειτα Turgut (1920-1991) και τον Αριστείδη τον μετέπειτα  Selcuk (1926-2002). Το 1912 εγκαταλείπει την Άγκυρα, όπου είχε πάει για να εργαστεί, και επιστρέφει στη γενέτειρά του όπου 3 τρία χρόνια αργότερα χειροτονείται ιερέας ( παπα Ευθύμ ) από τον επίσκοπο Καισαρείας Νικόλαο. Ο πραγματικός όμως λόγος που δέχτηκε την χειροτονία δεν ήταν άλλος από το να αποφύγει την κατάταξη του στο στρατό κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Παρόλα αυτά όμως προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στους Χριστιανούς και τους Μουσλουμάνους εκείνα τα δίσεκτα χρόνια. ΄΄ Έμενε νηστικός για να χορτάσουν οι άλλοι ΄΄ έλεγαν οι συντοπίτες του. Μετά από την ήττα των κεντρικών δυνάμεων της Τριπλής Συμμαχίας και την υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου το 1918 το εθνικιστικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ ανδρώθηκε, κατέστειλε τις όποιες αντιδραστικές κινήσεις και στη συνέχεια εδραίωσε την παρουσία του στην Μικρά Ασία και σύστησε τη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση στην Άγκυρα (23/4/1920). Ήρθε τότε η στιγμή για τον παπα Ευθύμ να στραφεί ενάντια στο Πατριαρχείο του οποίου την δράση χαρακτήρισε ως απειλητική και επιζήμια για τον τουρκισμό. Όμως  ο Καραχισαρίδης κράτησε μια υποκριτική ουδετερότητα και επιφυλακτικότητα αναμένοντας να δει προς τα πού θα γείρει η ζυγαριά.

Φαίνεται ότι η εκλογή του Μελετίου Δ΄ ως Οικουμενικού Πατριάρχου (1921) είχε επιπτώσεις τόσο στις διαθέσεις της Άγκυρας που τον θεωρούσε σαν θρησκευτικό Βενιζέλο αλλά όσο και στη στάση του παπά Ευθύμ που πήρε την απόφαση να επιτεθεί στον νόμιμο Πατριάρχη. Έκδοσε λοιπόν μια διακήρυξη με την οποία υποστήριζε ότι  οι Χριστιανοί της Ανατολής δεν τελούσαν υπό διωγμό από τους Τούρκους εθνικιστές και πως οι ίδιοι είχαν τουρκική καταγωγή και επομένως αποτελούσαν μια μειονότητα που νόμιμα εκπροσωπούνταν από την εκάστοτε εκλεγμένη τουρκική κυβέρνηση. Ξεκίνησε το 1922 μια περιοδεία στις ρωμέϊκες κοινότητες της Καππαδοκία όπου αυτοτιτλοφορήθηκε Γενικός Επίτροπος των Τουρκορθόδοξων Χριστιανών και υποσχόταν την ίδρυση τουρκορθοδόξου εκκλησίας. Η ανταπόκριση των κατοίκων ήταν θετική έως ενθουσιώδης. Έτσι άρχισε η πίεση στην Άγκυρα για την δημιουργία μιας κάλπικης καθόλα εκκλησίας.

Το Βατικανό παρατηρούσε τις παράτυπες προθέσεις του παπά και αντί να πάρει θέση υπέθαλπε την αναταραχή στους κόλπους της ορθοδοξίας  προωθώντας τη δραστηριότητα της Ουνίας. Τελικά και υπό τον όρο να παύσουν οι διώξεις των Χριστιανών της Ανατολής, την 16 Ιουλίου 1922 ανακοινώθηκε η διακοπή κάθε δεσμού των μελών της Ανεξάρτητης Τουρκορθόδοξης Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Παράλληλα μεταφράζεται η Αγία Γραφή στην τουρκική γλώσσα και κλήθηκαν οι επίσκοποι Προκόπιος και Γερβάσιος να προσέλθουν στην Καισάρεια για την περάτωση του όλου εγχειρήματος. Στις 26 Αυγούστου και ενώ μαινόταν η μικρασιατική καταστροφή στα δυτικά παράλια ιδρύεται το Τουρκορθόδοξο Πατριαρχείο με τοποτηρητή του θρόνου τον ίδιο και μητροπολίτες Πόντου τον Γερβάσιο, Ικονίου τον Μελέτιο και Αγκύρας τον Αλέξιο αντίστοιχα. Έτριβαν τα χέρια τους οι Τούρκοι που ενώ έβλεπαν να νικούν στα στρατιωτικά μέτωπα παράλληλα  πέτυχαν αφ ενός ερείσματα μεταξύ των ρωμιών του Πόντου και της Καππαδοκίας για μελλοντική χρήση (αλύτρωτες πατρίδες κτλ)  και αφ ετέρου τον περιορισμό δράσης του Οικ. Πατριαρχείου και την δημιουργία μονίμου κατατριβής της Μητέρας Εκκλησίας  και της σχισματικής που θα χρησιμοποιηθεί σαν εργαλείο άσκησης αντιπολίτευσης.

Στην ανταλλαγή πληθυσμών της συνθήκης Λωζάννης του 1923 ο παπα Ευθύμ επιχείρησε να εξαιρέσει από το καθεστώς τους τουρκόφωνους οπαδούς του. Το μόνο που πέτυχε ήταν η εξαίρεση του ιδίου καθώς και της οικογένειάς του ως αντίδωρο της προσήλωσής των στον τουρκικό εθνικισμό.                                                Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους μετά από απαίτηση του πρωθυπουργού Ισμέτ  Ινονού εγκαταστάθηκε στην Κωνστ/πολη τάχα για να αποτρέψει πιθανή σφαγή της ρωμέϊκης μειονότητας όταν ο τουρκικός στρατός θα παραλάμβανε την Πόλη από τις συμμαχικές δυνάμεις τον Οκτώβριο του ΄23. Τότε αυτοανακηρύχθηκε σε «Πατριάρχη της Τουρκορθοδόξου Εκκλησίας», έχοντας την υποστήριξη του Μουσταφά Κεμάλ, τον οποίο ενίσχυε με χρήματα που συγκέντρωνε από εράνους. Επιδίωξε όμως και επαφή με το Πατριαρχείο από το οποίο αρχικά έγινε ευπρόσδεκτος. Όταν όμως απαίτησε την παραίτηση του Πατριάρχου Μελέτιου και την εκλογή τουρκόφωνου ιεράρχου  η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε να διακόψει κάθε επικοινωνία μαζί του.

Εκδικητικός ο παπα Ευθύμ την ημέρα που τα τελευταία στρατεύματα εγκατέλειπαν την Πόλη εισέβαλε στο Φανάρι επικεφαλής μικρής ομάδας οπαδών του αλλά και αστυνομικών και κατέλαβε το προπύργιο αυτό της Ορθοδοξίας επιβάλλοντας την αντικατάσταση του τοποτηρητή και την ανάδειξή του ως Οικ. Πατριάρχου. Η Ιερά Σύνοδος πιεζόμενη από παντού και για να κερδίσει χρόνο τον διόρισε αντιπρόσωπο του Πατριάρχου και Αποκρισάριο στην κυβέρνηση της Άγκυρας. Δυστυχώς όμως η κυβέρνηση φοβούμενη τις διεθνείς επιπτώσεις από την άτακτη διαγωγή του  παπά αντέδρασε απρόβλεπτα και μετά την παραίτηση του Πατριάρχου Μελέτιου αποδέχτηκε την εκλογή του Χαλκηδόνος Γρηγόριου του Ζ΄. Ο άτακτος αιρετικός παπάς επιχείρησε  νέα  κατάληψη του Πατριαρχείου ΄΄στο όνομα του έθνους΄΄ κατά δήλωσή του, κατηγόρησε  την Ιερά Σύνοδο και τον Πατριάρχη για εσχάτη προδοσία και οι οπαδοί του κακοποίησαν ιεράρχες εντός του χώρου. Αυτή τη φορά όμως η αστυνομία παρενέβη, απέβαλλε τον παπα Ευθύμ και τους οπαδούς του από τον χώρο του Πατριαρχείου, και τελικά πραγματοποιήθηκε η ενθρόνιση του νέου προκαθήμενου. Τρεις μέρες αργότερα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ σε ένδειξη σεβασμού στο τυπικό του Φαναριού απέστειλε συγχαρητήρια επιστολή προς τον νέο Πατριάρχη.

Αντιλαμβανόμενος την ήττα του ο εξτρεμιστής παπάς αποφάσισε να αλλάξει  τακτική και στις 12 Φεβρουαρίου του 1924 κατέλαβε  τον ναό της Παναγίας της Καφατιανής στον Γαλατά όπου και μετέφερε την έδρα του ΄΄Πατριαρχείου ΄΄ του. Με μια άμεση αντίδραση το Φανάρι καθαίρεσε και αφόρισε τον σχισματικό ιερέα και ζήτησε  από τον γενικό διοικητή της Κωνστ/πολης να αποστείλει επίσκοπο στην εκκλησία για να τελέσει τη λειτουργία του 15αύγουστου. Η απάντηση ήταν αρνητική με την δικαιολογία της διατάραξης δημόσιας τάξης στην περιοχή και πως η Άγκυρα στα πλαίσια της δηλωμένης ανεξιθρησκίας δεν μπορούσε να πάρει θέση σε εσωτερική υπόθεση των ορθοδόξων .

Όταν στην Τουρκία ψηφίστηκε ο νόμος για την απόκτηση επιθέτων από τους πολίτες  (21/6/1934) ο παπα Ευθύμ άλλαξε το επώνυμο Καραχισαρίδης σε Ζεκί Ερένερολ. Τον επόμενο χρόνο και με πρωτοβουλία του πρεσβευτή της Τουρκίας στο Βουκουρέστι  Αμπντουλάχ Σουμπί σχεδιάστηκε ένα ύπουλο σχέδιο με την μεταφορά από την Ρουμανία οικογενειών Γκαγκαούζων και εγκατάσταση των στην περιοχή του Μαρμαρά με απώτερο σκοπό να ενισχυθεί το μέγεθος του πληθυσμού των οπαδών του παπα Ευθύμ. Οι Γκαγκαούζοι ήταν ρωμέϊκοι  πληθυσμοί από την Μολδαβία με ισοπεδωμένη την ιστορία τους από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Δεν πρόλαβαν όμως να πραγματοποιήσουν το όνειρο του  καθότι ξέσπασε ο πόλεμος.

Ακολούθησαν οι διμερείς επαφές των ΄΄καλών΄΄ σχέσεων Ελλάδος και Τουρκίας και ο Βενιζέλος ζήτησε από τον Ινονού την απομάκρυνση του παπαΕυθύμ γα να ανακουφιστεί το ελληνορθόδοξο ποίμνιο. Ως αντίδοση η τουρκική πλευρά ζήτησε την απομάκρυνση από την Θράκη 150 ανεπιθύμητων για την Τουρκία προσωπικοτήτων οι οποίοι ανέπτυσσαν  φιλομοναρχική και φιλόθρησκη δράση με επικεφαλής κάποιον προθερμηνευτή του κορανίου Tokatli Mustafa  Sabri efendi (1869-1954), αντικεμαλιστή. Το αναμενόμενο αποτέλεσμα : ο Σαμπρί  απελάθηκε στην Αίγυπτο ενώ ο παπα Ευθύμ παρέμεινε στη θέση του.

Με προκάλυμμα την εύνοια του τουρκικού τύπου αλλά και των Ινονού-Μεντερές ο εξωμότης παπάς με πρόσχημα υποστήριξης των τουρκοκυπρίων  στη διάρκεια των γεγονότων της δεκαετίας του ΄50  επιχείρησε να επιβεβαιώσει την αφοσίωσή του στα εθνικά ιδεώδη και τέθηκε επί κεφαλής διαδήλωσης κατά του Αθηναγόρα στο Φανάρι.

Το 1962 ο ψευτοπαπάς υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και αναγκάστηκε να παραδώσει την διαχείριση των υποθέσεων στον πρωτότοκο γιό του Τουργκούτ Ερένερολ αναισθησιολόγο, ο οποίος τον Οκτώβριο του ιδίου έτους ονομάστηκε επίσκοπος.

Τον Μάϊο του 1965 ο νέος πλέον ΄΄πατριάρχης΄΄ Ευθύμ ο Β΄ με δηλώσεις του επιτέθηκε κατά του Αθηναγόρα κατηγορώντας τον για προδοσία και εργαζόμενο υπέρ των συμφερόντων της Ελλάδας και πρότεινε όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Πόλης να περιέλθουν κάτω από τον έλεγχο του ΄΄πατριαρχείου΄΄ του. Τον Σεπτέμβριο, και ενώ οι απελάσεις των Ελλήνων από την Κωνστ/πολη βρίσκονται στο απόγειό τους με κάλυμμα την έκρυθμη κατάσταση κατέλαβε άλλες δύο εκκλησίες του Γαλατά, τον Άγιο Ιωάννη των Χίων και τον Άγιο Νικόλαο. Τον πρώτο ναό τον παραχώρησε σε ομάδα συρορθόδοξων και σήμερα αποτελεί ένα έρημο κατεχόμενο μνημείο αφημένο στην κακή του τύχη. Από τον άλλο ναό που σχεδόν πάντοτε είναι κλειστός απολαμβάνει αξιόλογα έσοδα εκμισθώνοντας κατά βούληση τα περιουσιακά του στοιχεία.

Όταν τον Ιούλιο του 1967 επισκέφτηκε την Πόλη ο Πάπας για να συλλειτουργήσει με τον Αθηναγόρα στο Φανάρι, η τουρκική κυβέρνηση αποφάσισε να τον υποδεχτεί στο αεροδρόμιο δια του Προέδρου της Δημοκρατίας Τζελάλ Μπαγιάρ και να του δοθούν τιμές αρχηγού κράτους. Η τουρκική κυβέρνηση τότε απέρριψε αίτημα παρουσίας του παπα Ευθύμ στην υποδοχή τη στιγμή που όλα τα άλλα δόγματα συμμετείχαν.

Στα μέσα Μαρτίου του ΄68  το δεκανίκι του Κεμάλ αλλά κι ο εφιάλτης της ρωμιοσύνης άφησε την τελευταία του πνοή. Ο θάνατος του πυροδότησε νέα ένταση μεταξύ Πατριαρχείου και τουρκικών αρχών όταν απορρίφθηκε αίτημα της οικογένειας η σωρός να ταφεί στο νεκροταφείο Βαλουκλή μεταξύ των νομίμων Πατριαρχών. Με ψυχραιμία ο Πατριάρχης Αθηναγόρας αρνήθηκε κατηγορηματικά να ενταφιασθεί ένας αφορισμένος μεταξύ των αγίων πατέρων. Τελικά και ύστερα από διαβουλεύσεις και πιέσεις του προέδρου της Εθνοσυνέλευσης Σεβντέτ Σουνάϊ η ταφή έλαβε χώρα στο ορθόδοξο κοιμητήριο του Σισλή. Στον τάφο του σήμερα υπάρχει χαραγμένη η φράση ΄΄ άξιζε όσο μια στρατιωτική μεραρχία΄΄.

Μετά τις απελάσεις του Ινονού και τον αφανισμό του ελληνικού στοιχείου της Πόλης η φήμη της τουρκορθόδοξης παράτυπης  κοινότητας υπέστη καθίζηση. Βλέπετε δεν υπήρχε πλέον ρωμιοσύνη για να καταπιέζεται από τις αρχές οπότε δεν χρειαζόταν και ο  μοχλός του ψευδοπατριαρχείου. Δεν τους είχαν πλέον ανάγκη.

Ο θάνατος του κάλπικου παπα Ευθύμ υπήρξε και η ταφόπλακα της αίρεσής του. Όλα ερήμωσαν, οι οπαδοί εξαφανίστηκαν εκτός από κάποιες δεκάδες συγγενών της οικογενειακής επιχείρησης και βέβαια αρκετά ΄΄μούτρα΄΄ των γκρίζων λύκων.

 

Έτσι πέρασαν τα χρόνια και στις 9 Μαϊου του 1991 πέθανε και ο πρωτότοκος γιός του Τουργκούτ ο οποίος ενταφιάστηκε χωρίς ιερέα δίπλα στον πατέρα του στο κοιμητήριο του Σισλή. Στην κηδεία παρευρέθηκαν κορυφαία στελέχη των Γκρίζων Λύκων και του Εθνικου κόμματος MHP.

Τη θέση του διαδέχτηκε ο τελευταίος της συμμορίας του Ευθύμ ο αδελφός του Σελτσούκ 65 ετών. Κατά την διάρκεια της θητείας του το μόνο σημαντικό που καταγράψανε τα ΜΜΕ της γείτονος χώρας ήταν η αρνητική ανάμειξή του στην υπόθεση ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παραιτήθηκε το 2002 και πέθανε την 20/12 του ιδίου έτους. Η κηδεία του ψάλθηκε με χριστιανικό αλλά και μουσλουμανικό τυπικό, ιμάμηδες γνωστοί για τις ακροδεξιές πεποιθήσεις τους προσευχήθηκαν για την ψυχή του, οι ίδιοι αργότερα  κατηγορήθηκαν για σκάνδαλα πορνείας.

Ο γιός του εκλιπόντα ήταν και ο επόμενος διαχειριστής του ΄΄πατριαρχικού΄΄ θρόνου της κάλπικης αίρεσης. Στα χέρια του  Umit Erenerol έμελλε να σκάσει και  το σκάνδαλο της κρυφής όσο και δύσοσμης δράσης της συμμορίας του Ευθύμ πασά.

Την 20η Οκτωβρίου του 2008 σε ειδική αίθουσα των φυλακών της Κωνστ/πολης ξεκίνησε η μεγαλύτερη ίσως δίκη της σύγχρονης Τουρκίας, αδιάφορη για την Ελλάδα. Η υπόθεση Εργκενεκόν. Ο μίτος της Αριάδνης της άρχισε να ξετυλίγεται όταν την 12/6/2007 σε παραπήγματα της συνοικίας Ουμρανιγιέ της Πόλης η αστυνομία ανακάλυψε αποθήκη με χειροβομβίδες τελευταίας γενιάς. Κατά την διάρκεια των ανακρίσεων παραπέμφθηκαν 86 εθνικιστές με την κατηγορία της συνωμοσίας εναντίον της Τουρκικής Δημοκρατίας. Στρατηγοί ε/α του στρατού και της αστυνομίας, ιδιοκτήτες καναλιών, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί, μεγαλοδικηγόροι, στελέχη των Γκρίζων Λύκων, πρόεδροι επιμελητηρίων και μεταξύ αυτών και ο Ουμίτ Ερένερολ με την αδελφή του Σεβγκί Ερένερολ . Η κατηγορία περιλάμβανε τέσσερα στάδια : Διαδηλώσεις σε 40 πόλεις της Τουρκίας με αίτημα να τεθεί εκτός νόμου το κυβερνών κόμμα, δολοφονίες προσωπικοτήτων που θα φόρτωναν σε ισλαμιστές, τρομοκρατικές ενέργειες που θα δυναμίτιζαν την οικονομία και πραξικόπημα στρατού. Η εκκλησία Παναγία Καφατιανή στον Γαλατά, δηλαδή  η έδρα του Τουρκορθόδοξου Πατριαρχείου, χρησιμοποιήθηκε ως άντρο της οργάνωσης αφού από τους λογαριασμούς του διακινήθηκαν παραπάνω από 50 εκατομμύρια δολάρια. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να θυμηθούμε ότι η ΄΄αγία΄΄ οικογένεια εξυπηρετούσε ανέκαθεν την πολιτική των κεμαλικών κυβερνήσεων αφού ιδρύθηκε και στηρίχτηκε από αυτούς.

Οι Τούρκοι και ιδιαίτερα οι κεντρώα φρονήματα φέροντες (CHP) , αυτοί δηλαδή που μέχρι τότε ταυτίζονταν με τις ενέργειες του παπα Ευθύμ, αυτοί  (και να μην το ξεχνάμε παρακαλώ)  που πυροδότησαν τα έκτροπα των  Σεπτεμβριανών γεγονότων,  που  οργάνωσαν τις απελάσεις των Ελλήνων από τα πατρώα τους εδάφη και καταφέρονταν ενάντια του Πατριαρχείου μας, ξύπνησαν επιτέλους και άρχισαν να αποκαλούν την τουρκορθόδοξη  κοινότητα  παγκόσμια πρωτοτυπία μιας εκκλησίας με μεγάλη περιουσία αλλά χωρίς πιστούς.

Θα σας κουράσω με μια παρεμβολή στη ροή του άρθρου για να σας πληροφορήσω πως η Σεβγκί Ερένερολ μαζί με τον Μουαμέρ Καράμπουλουτ ίδρυσαν ένα ίδρυμα με την ονομασία Νοέλ Μπαμπά με σκοπό να εισάγουν στην διεθνή γνώμη την πεποίθηση πως ο Γέρος των Χριστουγέννων ήταν Τούρκος καθόσον κατάγονταν από το Demre (Mύρα) της Λυκίας άρα κομμάτι του τουρκικού πολιτισμού. Παρασυρόμενοι από τον καθολικό Νοέλ που καμία σχέση δεν είχε με τον Άγιο μας  Νικόλαο από τα Μύρα αλλά η ταύτιση τους συνέφερε στα πλαίσια ευρωποίησης των θεσμών  και μοχλό όχι μόνο ενόχλησης του Οικ. Πατριαρχείου αλλά και την προσέλκυση τουρισμού στην περιοχή.

Τον Δεκέμβριο λοιπόν του 2005 το ίδρυμα νοίκιασε τον ναό του Αγίου Νικολάου στα Μύρα και εμπόδισε τον μητροπολίτη Μύρων να τελέσει την λειτουργία την ημέρα της εορτής. Οι πιστοί ταξιδιώτες από όλο τον κόσμο βρέθηκαν προ απροόπτου καθώς αναγκάστηκαν να πληρώσουν και εισιτήριο εισόδου στον ναό αλλά και να δεχτούν τις απροκάλυπτες ύβρεις του Καράμπουλουτ και των συγκεντρωμένων γκρίζων λύκων. Τους φώναζαν: ΄΄σκυλιά μην ξανάρθετε, εδώ είναι Τουρκία και στον χώρο αυτόν θα διενεργείται κάθε χρόνο φεστιβάλ ειρήνης΄΄.

Με οργασμική χαρά οι εναπομείναντες Ρωμιοί της Πόλης αλλά και φιλελεύθεροι Τούρκοι έβλεπαν τα δύο συνεταιράκια του ευθυμικού μορφώματος να οδεύουν προς τις φυλακές με βαρύτατες κατηγορίες. Επτά χρόνια φυλάκιση ήταν αρκετά για τον τελευταίο απόγονο της βρώμικης αυτής ιστορίας κατά της Ορθοδοξίας και της ρωμιοσύνης.

Τον λόγο πλέον έχουν οι δικαστικές αρχές (εντόπιες και ευρωπαϊκές) καθόσον το Πατριαρχείο μετά από αυτές τις εξελίξεις  διεκδικεί δυναμικά την επιστροφή των τριών εκκλησιών στην κανονική τους θέση, δηλαδή στους κόλπους της Ορθοδοξίας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *