ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΣ   ΣΤΡΑΤΟΣ

Οι Οθωμανοί αφομοίωσαν μερικές από τις παραδόσεις, την τέχνη και τους θεσμούς των πολιτισμών των περιοχών που κατέκτησαν και πρόσθεσαν νέες διαστάσεις σε αυτές. Πολυάριθμες παραδόσεις και πολιτιστικά χαρακτηριστικά προηγούμενων αυτοκρατοριών υιοθετήθηκαν από τους Οθωμανούς Τούρκους, που τους προσέδωσαν νέες μορφές, με αποτέλεσμα μια νέα και ξεχωριστά οθωμανική πολιτιστική ταυτότητα. 

Ο Οθωμανικός στρατός αποτέλεσε την ραχοκοκαλιά του Οθωμανικού κράτους. Χάρη στην πολεμική του ισχύ, τη στρατιωτική του ανδρεία, την δύναμη των όπλων και την ικανότητά του στις μάχες ανοιχτού πεδίου οι Οθωμανοί κυβέρνησαν στην ανατολική Ευρώπη και τη δυτική Ασία έχοντας κάτω από την κυριαρχία τους χώρες με διαφορετικές πολιτισμικές και θρησκευτικές παραδόσεις.  Η σταδιακή μετεξέλιξη του οπλισμού καθώς και οι πολεμικές τακτικές μάχης των Οθωμανών από τον καιρό που ο Οσμάν, ο γιος του Ερτουγρούλ, άρχισε να ενώνει σταδιακά τα τουρκικά μπεηλίκια της Ανατολίας αποτέλεσαν την πεμπτουσία  ενός  σχεδίου για την δημιουργία μιας αχανούς αυτοκρατορίας. Μιας παγκόσμιας δύναμης, δηλαδή, που για έξη περίπου αιώνες προσδιόριζε τις εξελίξεις όλου του παραδοσιακού χώρου της ανατολικής Μεσογείου μέχρι την οριστική της διάλυση το 1922.

Η ιστορία του Οθωμανικού στρατού μπορεί να χωριστεί σε 5 βασικές περιόδους:

Α- Η εποχή της ίδρυσης (kurulus devri) από το 1299 (Οσμάν μπέης με πρωτεύουσα την Προύσα) έως το 1453 (Άλωση της Κωνστ/πολης)

Β- Η κλασική περίοδος ακμής (yukselme devri)  από το 1451 (ενθρόνιση Μεχμέτ του Β΄)  έως το 1579(θάνατος του Σοκουλού Μεχμέτ Πασά)

Γ- Η περίοδος αναμόρφωσης ή αδράνειας (duraklama devri) από το 1579 (αυστριακοί πόλεμοι) έως το 1683  (Β΄πολιορκία της Βιέννης)

Δ- Η περίοδος παρακμής (gerileme devri) από το 1683 (συνθήκη Κάρλοβιτς) έως το 1792 (συνθήκη Ιασίου, τέλος τουρκορωσικού πολέμου)

Ε- Η περίοδος διάλυσης (yikilis devri) από το 1792 (τέλος του τουρκορωσικού πολέμου) έως το 1919 (απόβαση του Ατατούρκ στη Σινώπη και απαρχή του Απελευθερωτικού αγώνα) .

Το σώμα των μόνιμων στρατιωτών που αποτελούσε και την διαρκή χερσαία δύναμη στον κλασσικό στρατό του Οθωμανικού κράτους και που αναφερόταν άμεσα στο σουλτάνο και αμοιβόταν από επιχορηγήσεις του θησαυροφυλακίου του σαραγιού ονομαζόταν καπίκουλου (kapikulu ocagi) δηλαδή ‘’μονάδες της αυλής του σουλτάνου’’ ανάλογοι των Μαμελούκων της Αιγύπτου. Στις τάξεις του υπήρχαν τμήματα πεζικού (piyade), ιππικού (suvari) καθώς και τεχνικών υπηρεσιών οι οποίοι μαζί με τους κληρωτούς και το ναυτικό σώμα αποτελούσαν και την τρόικα του οθωμανικού στρατού. Πριν την ίδρυση του σώματος καπίκουλου την δύναμη του στρατού την απάρτιζαν κατά το πλείστον πεζικάριοι και μισθωτοί εγνωσμένης δύναμης και αξίας.

Τη σύνθεση του σώματος αποτελούσαν κυρίως οι πεζικάριοι, το ιππικό, οι γενίτσαροι, οι θωρακοφόροι, οι πυροβολητές  και τα άρματα του πυροβολικού χωρίς να λείπουν και οι μισθοφόροι. Ο οπλισμός του σώματος απαρτιζόταν από πιστόλες, τουφέκια, σπαθιά, τόξα, ασπίδες και λόγχες διαφόρων μεγεθών. Οι περισσότεροι έφεραν κράνος και αλυσοθώρακα ενώ τα άλογά τους προστατεύονταν με υφασμάτινη θωράκιση και μεταλλικές προσωπίδες. Η τυφλή τους προσήλωση καθώς και η άνευ υστεροβουλίας υπηρεσία προς το παλάτι ήταν υποδειγματική. Δεν είχαν κανένα δεσμό με τη θρησκεία και την οικογένειά και σαν νεογέννητα μωρά υπάκουαν χωρίς όρους και κανόνες μόνο στον στρατάρχη που τους διοικούσε. Το σώμα των καπικούλων αποτελούσε και την πρώτη υποδιαίρεση του κλασσικού οθωμανικού στρατού και όπως παραπάνω αναφέρθηκε απαρτιζόταν από το πεζικό και το ιππικό.

ΠΕΖΙΚΟ

Η εστία των Αρχαρίων (acemi oglanlar ocagi) στην οποία εκπαιδεύονται βοηθητικοί κρατικοί υπάλληλοι που θα υπηρετήσουν αργότερα στο χαρέμι ή το θησαυροφυλάκιο. Η πηγή της εστίας αυτής  δεν ήταν άλλη από τα παιδομαζώματα νέων 8 – 18 ετών από τις βαλκανικές και σλαβικές χώρες που εξαναγκάζονταν να αλλαξοπιστήσουν και ακολούθως τοποθετούνταν σε καίριες κρατικές θέσεις, ακόμα και στο στράτευμα.

Η εστία των Γενητσάρων (yeniceri ocagi). Η εστία που στρατολογούσε ως επι το πλείστον χριστιανόπουλα από παιδομαζώματα. Ιδρύθηκε από τον βεζίρη του σουλτάνου Μουράτ του Α΄, Τσαντάρ Χαιρεττίν πασά με σκοπό να εκπαιδεύει  νέους στρατιώτες που προέρχονταν από χριστιανικές οικογένειες της ίδιας αυτοκρατορίας (κυρίως σλαβικής καταγωγής) αλλά και από απογόνους αιχμαλώτων πολέμου. Μέχρι να γίνουν ικανοί να εκπαιδευτούν τα παιδιά αυτά παραδινόταν σε αγροτικές οικογένειες για προσηλυτισμό. Οι  Έλληνες του παιδομαζώματος κατευθύνονταν κυρίως σε διοικητικές υπηρεσίες λόγω του ανώτερου πολιτισμικού επιπέδου τους. Οι Αλβανοί καθώς και οι Βλάχοι νοτίως του Δούναβη συνιστούσαν επίσης σημαντικό ποσοστό των γενητσάρων. Το αρχικό βασικό όπλο τους ήταν το νομαδικό τόξο που αργότερα αντικαταστάθηκε από ένα μακρύκανο τουφέκι (αρκεβούζιο) που αποτελούσε και τον τρόμο των εχθρών όχι μόνο  για την ακρίβεια στην στόχευση αλλά και το μεγάλο του βεληνεκές.  Όλοι οι γενήτσαροι έφεραν γιαταγάνι ή σπάθη και επιτίθονταν κατά μέτωπο στον εχθρό κραδαίνοντάς τα.

Η εστία των Θωρακοφόρων (cebeci ocagi) με καθήκοντα την εξασφάλιση όπλων, την συντήρησή τους και την μεταφορά τους στο μέτωπο κατά τις εκστρατείες. Ιδρύθηκε κατά την περίοδο του σουλτάνου Μεχμέτ Β΄ του Πορθητή και με θεμελιωτή τον μονάρχη Χατζή Μπεκτασί Βελή. Στα πρώτα χρόνια η στρατολόγηση των μελών γινόταν από την εστία των Αρχαρίων με την επωνυμία ‘’ μαθητευόμενοι’’. Αργότερα η επιλογή γινόταν κατ ευθείαν μέσα από το ίδιο το σώμα.

Η εστία των Μεταφορέων Βλημάτων (top arabacilari ocagi). Πεζικάριοι με καθήκοντα την μεταφορά βλημάτων στο πεζικό. Διάφορες τάξεις των αξιωματούχων αποτελούσαν και τους βαθμοφόρους του σώματος. Οι αμαξηλάτες, οι γραμματείς, οι επιλοχίες, οι λοχαγοί, οι θαλαμοφύλακες και οι τοποτηρητές ήταν οι κύριοι αξιωματικοί της εστίας. Στις διαταγές, επί παραδείγματι, των αμαξηλατών υπήρχαν μέχρι 52 στρατιώτες και 63 λόχοι. Οι αρχιπυροβολητές αποτελούσαν ένα ιδιαίτερο τμήμα στο σώμα.

Η εστία Πυροβολητών (topcu ocagi). Ήταν το πεζικό τμήμα των Καπικούλων εξουσιοδοτημένο στην παρασκευή βλημάτων στα χυτήρια αλλά και στην χρήση των κανονιών. Το σώμα ιδρύθηκε κατά την ηγεμονία του σουλτάνου Μουράτ του Α΄ αφού πρώτα είχε οργανωθεί από τους γενήτσαρους και ακολούθως συγχωνεύτηκε με τους στρατιώτες της εστίας των Αρχαρίων. Μετά την άλωση της Πόλης και έξω από τα τείχη του Γαλατά, η εστία αυτή εμπλουτίστηκε με ένα τεράστιο χυτήριο κανονιών καθώς και με στρατώνα εκπαίδευσης πυροβολικού. Η περιοχή ονομάστηκε Τοπχανέ και μέχρι σήμερα διατηρεί την ίδια ονομασία. Με την πάροδο του χρόνου και ανάλογα με τις ανάγκες χτίστηκαν και άλλα  χυτήρια στην Πόλη, στο Βελιγράδι, Τιμισάρα,  Σκύδρα, Μπουττίν και αλλού. Την εποπτεία της εστίας την είχε και εδώ ο αρχιπυροβολητής, ο ονομαζόμενος sertopu με υφιστάμενο τον serihtegan ο οποίος είχε την ευθύνη των  χυτηρίων. Ακολουθούσαν διάφοροι τεχνίτες όπως επισκευαστές, εργάτες των χυτηρίων, τορναδώροι, μπαλωματάδες, σιδεράδες και μαραγκοί. Ο θεματοφύλακας του tophane ήταν και ο κύριος διαχειριστής. Για τις ανάγκες και τα βιομηχανικά προιόντα του χυτηρίου υπήρχε υπεύθυνος γραμματέας του Υπουργείου. Για την χρήση των πυροβολικών υπεύθυνοι ήταν οι λοχίες μαζί με τις κοινότητες των τεχνιτών. Υπήρχαν 5 λοχίες και 70 υπεύθυνοι των κοινοτήτων με υψηλούς βαθμοφόρους που ονομάζονταν corbaci δηλαδή πρόκριτοι, θαλαμάρχες χωρίς όμως να παραλείπονται και οι γραμματείς. Η σημαία του σώματος είχε χρώματα κόκκινου και κίτρινου.

Η εστία των Χειροβομβιστών (humbaraci ή kumbaraci ocagi). Στρατιωτική οργάνωση που κατασκεύαζαν και χρησιμοποιούσαν χειροβομβίδες αλλά και βολίδες. Παγκόσμια πρώτο σώμα που έκανε χρήση υψηλής ποιότητας βολίδων από κοντόκανο κανόνι. Οι χειροβομβίδες κατασκευάζονταν από σίδερο και ορείχαλκο. Η πρώτη δοκιμή έγινε από ένα πυροβολητή  ονόματι Μουσταφά τον 16ο αιώνα. Το 1729, οι χειροβομβίδες βελτιώθηκαν από τον κόμη Μπονεβίλ που αλλαξοπίστησε και ονομάστηκε Αχμέτ. Τέλος το 1783 ο βεζίρης Χαλίλ Χαμίντ πασά με σύγχρονες ρυθμίσεις οργάνωσε το σώμα και το μεταμόρφωσε μαζί με  τις προσπάθειες του Αχμέτ πασά στο πιο πειθαρχημένο και αρμονικό σώμα του οθωμανικού στρατού

Η εστία των Κηπουρών (bostanci ocagi). O κλάδος του στρατού που ήταν υπεύθυνος για την συντήρηση του παλατιού, του περίγυρου καθώς και των προβλητών αυτού. Η δύναμη της εστίας απαρτιζόταν από ικανούς στρατιώτες της εστίας των αρχαρίων που στη συνέχεια εκπαιδεύονταν σε κήπους των παλατιών της Κωνσταντινούπολης και της Αδριανούπολης. Στην ίδια εστία υπαγόταν και η φροντίδα αποκατάστασης ζημιών σε τεμένη και άλλα παλάτια της επικράτειας καθώς και η μεταφορά των αναγκαίων υλικών. Επίσης κωπηλατούσαν και στα πλοία που μετέφεραν την ξυλεία θέρμανσης από την Νικομήδεια. Οι βάσεις των κηπουρών στην Κωνστ/πολη ήταν στο Σκούταρι, Εγιούπ, Καγιτχανέ, Βόσπορο, Νησιά, Αγ.Στέφανο, Χαλκηδόνα και Μπόσταντζη. Μόνο στο σεράι του Τόπκαπι απασχολούνταν 300 – 400 κηπουροί, ενώ ο αριθμός των μελών της εστίας συρρικνώθηκε από 3400 του 16ου αιώνα σε 2400 κατά τον  18ο   αιώνα παρόλο που έγιναν αποδεκτοί ως τακτικοί στρατιώτες.

Στην εστία των μποσταντζήδων πρέπει να προσθέσουμε και το μισητό σε όλη την αυτοκρατορία σώμα των Δημίων (cellat). Η επιλογή τους γινόταν ανάμεσα από τους αθίγγανους ή τους Κροάτες σκλάβους και έπρεπε να είναι μουγγοί και κωφοί. Κωφοί για να μην ακούν τις ικεσίες των μελλοθανάτων  και μουγγοί για να μην κυκλοφορούν στην αγορά λεπτομέρειες των εκτελέσεων. Αρχικά οι μελλοθάνατοι μεταφέρονταν από τις φυλακές στο Κιόσκι των Ψαράδων (balikhane kasri), κάπου στο σημερινό Σίρκετζι, όπου και παρέμεναν τρεις ημέρες. Στην διάρκεια του τριημέρου ο σουλτάνος θα επανεξέταζε την θανατική καταδίκη μαζί με τον βεζίρη  και ανώτερους κατήδες για να αποφευχθεί τυχόν δικαστικό λάθος. Ένας δεσμοφύλακας θα έφερνε την τρίτη μέρα ένα σερμπέτι στον κατάδικο. Αν το χρώμα του σερμπετιού ήταν λευκό αυτό σήμαινε ότι του χαρίστηκε η ζωή. Σε αντίθετη περίπτωση το κόκκινο χρώμα του ποτού έστελνε τον κατάδικο στην εκτέλεση. Ο δήμιος θα τον παραλάμβανε και θα τον οδηγούσε, 11α συνοδεία και άλλων δημίων, στην Βρύση των Εκτελέσεων στους κήπους του παλατιού του Τόπκαπι. Εκεί με μια σπάθα αποκεφαλιζόταν και η περιφορά του κεφαλιού του θα αποτελούσε παραδειγματισμό στον κόσμο που μαζευόταν για να δει την εκτέλεση. Πολλές φορές, πιθανόν σε ειδεχθή εγκλήματα, υπήρχε ειδική διαταγή του σουλτάνου για αποκεφαλισμό διάρκειας, όπου βέβαια ο βασανισμός του κατάδικου μέχρι να ξεψυχήσει ήταν αναπόφευκτος.

Αρκετές φορές, όταν το έγκλημα  ήταν ενάντια στην περιουσία του κράτους, η θανατική εκτέλεση γινόταν δια πνιγμού στο Σαράιμπουρνού. Ακολουθούσε η ρήψη του πτώματος με μια πέτρα στα πόδια στα βαθιά ρεύματα της περιοχής. Οι εκτελέσεις συγγενών προσώπων του σουλτάνου γινόταν δια πνιγμού με τη χρήση χορδής τόξου. Αν τώρα η εκτέλεση έπαιρνε χώρα στην επαρχία το κεφάλι του κατάδικου έπρεπε να σταλεί μέσα σε σάκκο γεμάτο μέλι, για να μη βρωμήσει, στον σουλτάνο για πιστοποίηση. Έτσι εξηγείται γιατί υπάρχουν δύο τάφοι πολλών κρατικών εκτελεσθέντων. Ο πλέον δημοφιλής δήμιος της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν κάποιος Ζουλφικιάρ  της περιόδου του Μουράτ Δ΄. Λέγεται ότι αποκεφάλισε μέσα σε 5 χρόνια 5000 κατάδικους. Ο πλέον άπονος ήταν κάποιος Καρά Αλή της εποχής του Σουλειμάν του Μεγαλοπρεπούς. Αυτός ο σκληρός και άκαρδος λοιπόν δήμιος όταν πήρε εντολή να θανατώσει τον Ιμπραήμ λύγισε και μόνο όταν ο σουλτάνος τον απείλησε με τη ζωή του εκτέλεσε την εντολή της Κιοσέμ Σουλτάνας.

Η εστία των Λαγουμιτζήδων (lagimci ocagi). Κλάδος που αναφερόταν στους Γενίτσαρους. Τα καθήκοντα τους ήταν να σκάβουν υπόγειες σήραγγες που να πλησίαζαν ή και να διέσχιζαν τα τείχη του κάστρου που πολιορκούσαν. Στην διάρκεια των μαχών έσκαβαν σήραγγες και τοποθετούσαν εκρηκτικούς μηχανισμούς κάτω από τα τείχη  των πολιορκημένων δημιουργώντας σοβαρές βλάβες και αναστάτωση στον εχθρό. Στην άλωση της Κωνστ/πολης και της Ρόδου η βοήθεια τους ήταν πολύτιμη.

Η εστία των Νερουλάδων (saka ocagi). Κλάδος που κι αυτός αναφερόταν στους Γενίτσαρους. Η προμήθεια πόσιμου νερού και λάτρας ήταν η ασχολία των 700 περίπου νερουλάδων κατά τον 17ο αιώνα. Οι στρατώνες τους ήταν λίγο έξω από Αγάκαπι. Με δερμάτινα ασκιά που κρεμούσαν στις δύο άκρες ενός ξύλου το οποίο στήριζαν πίσω από  το λαιμό τους εξασφάλιζαν το πόσιμο νερό των στρατιωτών και όχι μόνο. Οι αρχινερουλάδες (sakabasi) εξασφάλιζαν τη δροσιά των σουλτάνων και των βεζίρηδων με δροσερό νερό και χυμούς (σερμπέτια). Το 1826 με την διάλυση των γενητσάρων εξαφανίστηκε και ο κλάδος τους.

Η εστία των Αριστερόπλευρων (solaklar). Πεζικάριοι των γενητσάρων που στις μάχες πολεμούσαν στην αριστερή πτέρυγα του σουλτάνου με πανοπλίες, στρογγυλή ασπίδα, λόγχη και γιαταγάνι σπαθί. Με νόμο Μπαγεζίτ του Α΄  (1389-1402) επωμίσθηκαν και με το καθήκον της προστασίας του σουλτάνου εν ώρα πολέμου.

Η εστία των μουσικών (mehteran). Μουσικοί που πλαισίωναν την μπάντα των γενητσάρων. Πριν από κάθε μουσική εκτέλεση διαβάζανε προσευχή στο όνομα του προφήτη τους. Τρία ήταν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του σώματος : η εστία, η σημαία και η νίκη. Τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιούσαν ήταν τα πνευστά ( ζουρνάς, χάλκινα, μπάσο, σάλπιγγα), τα κρουστά (νταούλια, διπλά κρουστά, κουδούνια, ταμπούρα) και τα έγχορδα.

Η εστία των τουλουμπατζήδων ( tulumbacilar) Τον 16 ο αιώνα η αύξηση του πληθυσμού της Κων/πολης ήταν πλέον γεγονός. Τα σπίτια, που ήταν όλα ξύλινα, κτιζόντουσαν το ένα κολλητά στο άλλο. Έτσι σε περίπτωση μιας πυρκαγιάς οι  ζημιές ήταν ανυπολόγιστα καταστροφικές και η διάσταση τεράστια. Η μόνη λύτρωση σε μια τέτοια περίπτωση πύρινης λαίλαπας ήταν η βροχή η κάποιο  φυσικό εμπόδιο που θα εμπόδιζε την εξάπλωσή της. Ο καταστροφικός σεισμός του 1509 με 5000 νεκρούς και οι συχνές φωτιές που έκαιγαν τα σπίτια σα δαδιά ανάγκασαν τον σουλτάνο Μουράτ τον Γ΄ να εκδώσει ειδικό φιρμάνι, βάσει του οποίου κάθε σπίτι υποχρεούνταν να είναι εξοπλισμένο από ένα βαρέλι νερού, μια σκάλα, ένα φτυάρι και ένα κασμά. Με αυτό τον τρόπο σε περίπτωση φωτιάς κάθε κάτοικος θα μπορούσε να βοηθήσει μαζί με τους γείτονες στην άμεση αντιμετώπιση του περιστατικού πριν αυτό πάρει διαστάσεις.

        Αυτό το φιρμάνι αποτέλεσε και την ίδρυση των πρώτων ομάδων πυρόσβεσης. Στις αρχές του 18ου αιώνα κάποιος Γάλλος μηχανικός, ονόματι Δαυϊδ, εφεύρε μια επαναστατική πατέντα για την εποχή. Την αντλία. Ένα μηχάνημα με δύο μπράτσα που ανεβοκατεβάζοντάς τα αντλούσες νερό  από κάποιο σημείο και το εκσφενδόνιζες στην εστία της φωτιάς. Τότε οι ομάδες αυτές εξοπλίστηκαν και με αντλίες, τις λεγόμενες τουλούμπες, απ όπου πήραν και το όνομα τουλουμπατζήδες. Στην μεγάλη φωτιά του Τοπχανέ, το 1714, το Σώμα δοκιμάζεται από το μένος της έντασης και αποφασίζει να τελειοποιήσει τις αντλίες και να ιδρύσει την υπηρεσία Dergah I ali, που θα αποτελούσε παρακλάδι του σώματος των γενητσάρων, με επικεφαλής τον Δαυϊδ Γκερτσέκ Αγά. Οι τουλουμπατζήδες ήταν παλληκάρια, οι νταήδες του μαχαλά. Κάτι βαρβάτοι μαντράχαλοι, με βυσσινιά φέσια, στραβά βαλμένα πάνω στη λαδωμένη μπούκλα, με ένα λουλούδι πίσω από το αυτί και με την φτέρνα  δύο δάκτυλα έξω από το πατημένο γεμενί. Καθότανε από το πρωί ως το βράδυ μέσα στο κουβούσι τους, δηλαδή το κέντρο τους, και περιμένανε να γίνει καμιά μετακόμιση, ή να τινάξει κανείς τα χαλιά του ή να γίνει καμιά πυρκαγιά για να βγάλουνε καμιά δεκάρα. Πώς όμως ειδοποιούνταν οι άρχοντες της στάχτης για κάποιο περιστατικό φωτιάς;  Από όσα γνωρίζουμε, διαβάζουμε και όσα ζήσαμε εμείς οι παλιοί κάτοικοι, υπήρχαν τρείς τρόποι συναγερμού:

* στα υψηλά σημεία της Πόλης υπήρχαν πυροπαρατηρητές που με διάφορα σινιάλα μετέδιδαν την είδηση

* οι μπεχτσήδες – νυκτοφύλακες της γειτονιάς που υπάγονταν στη δύναμη της αστυνομίας. Το σώμα αυτό περιπολούσε όλη τη νύχτα τις γειτονιές της Πόλης για την ασφάλεια των κατοίκων από κλοπές. Κρατούσαν στο χέρι ένα μπαστούνι από κούφιο μπαμπού το οποίο, σε περίπτωση πυρκαγιάς, το χτυπούσαν πάνω στο καλντερίμι και φώναζαν‘’yangin var’’ δηλαδή   ‘’φωτιά’’. Το άκουγε ο μπεχτσής της παρακάτω γειτονιάς και έκανε το ίδιο. Με  αυτό τον τρόπο και με την σφυρίχτρα βοηθό ξυπνούσαν αναστατωμένες όλες οι γειτονιές και μαζί με αυτούς οι εθελοντές τουλουμπατζήδες που φόρτωναν στην πλάτη τους την μικρή τουλούμπα και με τον ρεϊση (αρχηγό) επικεφαλής τρέχανε ξυπόλυτοι με τα βρακιά ως το γόνατο, βαστώντας δάδες στα χέρια και φωνάζοντας ‘’Βάρνταααααα!’’ και αν δεν έκανες πέρα σε τσαλαπατούσανε.

*τα σήματα φωτός από τους πύργους του Γαλατά, Μπεγιαζίτ και τους κανονιοβολισμούς από τον πύργο Icadiye του Βανίκιοϊ.

ΙΠΠΙΚΟ

Το σώμα του ιππικού (Suvariler) αποτελεί την δεύτερη υποδιαίρεση του κλασσικού οθωμανικού στρατού. Η ταχύτητα του αλόγου ενίσχυσε αρκετά την επιθετικότητα του στρατού να φτάνουν πιο γρήγορα στον στόχο τους και μ αυτόν τον τρόπο να αλλάζει η ροή της μάχης. Εδώ κατατάσσονται :

Οι υπασπιστές (silahtar). Ο πλέον ικανός από τους αγάδες προβιβαζόταν σε silahtar aga με ένα έκτακτο φιρμάνι και αποχωριζόταν το χαρέμι ή το θησαυροφυλάκιο όπου υπηρετούσε. Τώρα πια θα ήταν δίπλα στον σουλτάνο από το πρωινό ναμάζι έως αυτό του μεσονυκτίου.

Οι ιππείς (sipahi) αποτελούσαν το βαρύ ιππικό του οθωμανικού στρατού. Διακρίνονταν στους τιμαριώτες ιππείς (timarli sipahi) και στους καπίκουλου. Οι μεν πρώτοι προέρχονταν από τη Ρωμυλία αλλά και από την Ανατολία σε καιρούς ειρήνης  είχαν βασική τους εργασία την είσπραξη των φόρων, απ όπου και παρακρατούσαν τους μισθούς τους για να μην επιβαρύνουν το κρατικό θησαυροφυλάκιο. Οι άλλοι δε αποτελούσαν το ιδιωτικό ιππικό του σουλτάνου και την προστασία του.

Οι αριστεροί και οι δεξιοί μισθοφόροι (ulufeci) στις εκστρατείες έπαιρναν θέση στα πλευρά του σουλτάνου. Κύρια εργασία των ήταν σε καιρό πολέμου να προστατεύουν το θησαυροφυλάκιο και να καλύπτουν τις ανάγκες του στρατού. Αποτελούνταν από παιδιά των παιδομαζωμάτων από χριστιανικές οικογένειες που προγυμναζόταν στα στρατόπεδα του Γαλατά και της Ανδιανούπολης . Διακρίνονταν από την πράσινη σημαία που ήταν και το έμβλημα τους. Στην εποχή του Σουλτάν Μεχμέτ Β΄(πορθητού) οι μονάδες του ιππικού των μισθοφόρων αριθμούσαν έως 2000 ιππείς.

Οι αριστεροί και δεξιοί ξένοι μισθοφόροι ήταν ένα άτακτο ιππικό σώμα που ιδρύθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα και αποτελούνταν από εισαγόμενους ιππείς από την Αίγυπτο, Αφρική και Ανατολή οι οποίοι και πολεμούσαν στα άκρα των ulufecήδων. Λέγεται ότι οι δεξιοί μισθοφόροι ιππείς ήταν εξασκημένοι στο να περικυκλώνουν τον εχθρό από δεξιά και έτσι αποδιοργανώνοντάς τον να διευκολύνουν την μετωπική επίθεση του οθωμανικού στρατού. Τα κύρια όπλα τους ήταν ακόντια 2,5 μέτρων, σπάθες γυρτές του 1,5 μέτρου και τεράστιες ασπίδες. Το σώμα αυτό διαλύθηκε μαζί με τους γενίτσαρους το 1826.

ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΣΩΜΑ

Μια δεύτερη σειρά στρατιωτών ακολουθούσε τους καπίκουλου και το ιππικό. Αυτοί προέρχονταν από τις νομαρχιακές τάξεις (eyalet) της αυτοκρατορίας και διακρινόταν σε δύο τμήματα.

Την  εντόπια γραμμή  (yerli kulu) που την αποτελούσαν φαντάροι που αρχικά υπηρετούσαν σε μεγάλα κάστρα και αργότερα εθελοντικά μεταπήδησαν στο στράτευμα ως ενεργοί πολεμιστές και τη μεθοριακή γραμμή  (serhat kulu) την αποτελούσαν ιππείς που κύρια έγνοια είχαν την διαφύλαξη των συνόρων από εχθρικές εισβολές αλλά και από ανεπιθύμητους επισκέπτες.

Στην τάξη της εντόπιας γραμμής ανήκουν οι παρακάτω ομάδες πολεμιστών :

  1. Οι εργένηδες (azab) ήταν νεαροί πολεμιστές της πρώτης κυριολεκτικά γραμμής αυτοκτονίας. Ανύπαντρα παλληκάρια που σε καιρό ειρήνης αποτελούσαν δυνάμεις που ανήκαν σε μπεηλίκια τα οποία και προστάτευαν και από τα οποία πληρωνόντουσαν.
  2. Οι συνοριακοί (sekban) ήταν η τάξη των στρατιωτών που περιπολούσε στα σύνορα.
  3. Οι τυφεκιοφόροι (tufekci) ήταν τάξη στρατιωτών που είχαν εκπαιδευθεί στην κατασκευή και χρήση τουφεκιών.
  4. Στο πυροβολικό (icareli) υπηρετούσαν αγάδες σωστά εκπαιδευμένοι στην Κωνστ/πολη για την ακριβή στόχευση των κανονιών. Αυτοί μαζί με τους πυροβολητές σε καιρό ειρήνης ήταν αποσπασμένοι σε κάστρα και οχηρά κοντά στα σύνορα του κράτους.
  5. Το μηχανικό ( musellem) τμήμα του στρατού ήταν ένα σώμα παρόμοιο με το σημερινό ΜΟΜΑ που διάνοιγε δρόμους και κατασκεύαζε γέφυρες από όπου θα περνούσε ο στρατός.

Στην τάξη της μεθοριακής γραμμής ανήκουν οι παρακάτω ομάδες πολεμιστών :

  1. Το ιππικό παραφρόνων ή ντζαμπαζάνων (deli) που μεταμφιεσμένοι σε αρκούδα ιππείς επιχειρούσαν επίθεση τρομοκρατίας στον εχθρό. Αποτελούσαν την πρώτη γραμμή επίθεσης αυτοκτονίας με στόχο να προκαλέσουν ρήγμα στον εχθρό με την ορμητικότητά τους  πληρώνοντας υψηλό τίμημα σε απώλειες. Δεν ανήκαν στο κεντρικό στράτευμα αλλά στις δυνάμεις των βαλκάνιων Οθωμανών ( Σέρβοι, Βόσνιοι, Κροάτες, Βούλγαροι και λίγοι Έλληνες).
  2. Οι εθελοντές (gonullu) ήταν τμήμα του στρατού που στις επιχειρήσεις δρούσε ελεύθερα και χωρίς διαταγές.
  3. Οι πεντάδες (besli) ήταν σώμα στρατού που το αποτελούσαν μέλη από οικογένειες. Δηλαδή ένα άτομο κάθε πέντε οικογένειες θα παρουσιαζόταν και θα επάνδρωνε το σώμα που κύρια αποστολή είχε την προστασία των κάστρων.
  4. Οι επιδρομείς (akincilar) ήταν σώμα στρατού εκπαιδευμένο να φυλάει τα σύνορα από επιθέσεις. Κάτι σαν τοίχος προστασίας του κράτους. Ήταν φανατικοί ελαφροί ιππείς οι οποίοι δεν λάμβαναν μισθό αλλά αμείβονταν από τα λάφυρα της εκάστοτε σύρραξης πολεμώντας υπέρ της ισλαμικής πίστης.

Μια συνήθης παράταξη μάχης του οθωμανικού στρατού συγκροτείτο από τους ντζαμπαζάνους και τους ακιντζήδες ιππείς ως εμπροσθοφυλακή και ακολουθούσαν οι αζάπηδες (εργένηδες). Πίσω από αυτούς παρατάσσονταν οι γενήτσαροι και το πυροβολικό που προστατεύονταν από αμυντικά έργα ( τάφροι, αιχμηροί πάσσαλοι, πολεμικές άμαξες και αλυσίδες). Αυτός ήταν και ο πυρήνας του στρατού που επίσης προστατευόταν πλευρικά από τους σπαχήδες των Ρωμυλιωτών και των Μικρασιατών. Οι καπίκουλου ιππείς διατηρούνταν ως επίλεκτη εφεδρεία.

Όταν σε όλη την Ευρώπη έπνεε ο άνεμος του Διαφωτισμού και η απολυταρχία έδινε σιγά σιγά τη θέση της στην ατομική ελευθερία, στα δικαιώματα του ανθρώπου και στο πνευματικό κίνημα, στην Οθωμανικό στρατό έγινε ορατή μια νέα τάξη πραγμάτων. Το Nizam I Cedid  όπως ονομάστηκε αυτή η τροπή μπορεί να αναλυθεί σε στενή έννοια σαν μια ευρωπαικού τύπου εκπαίδευση του στρατού και σε ευρύτερη έννοια με την κατάργηση των γενητσάρων ή εν πάσει περιπτώσει την αποδοχή τους σε μια ευρωπαικού τύπου εκγύμναση και την αποδυνάμωση τους έως ότου καταργηθούν. Το Οθωμανικό κράτος αλλάζει πρόσωπο και ακολουθεί την Ευρώπη στην πρόοδο των επιστημών, της τέχνης, του εμπορίου, της γεωργίας, της τεχνικής και της βιομηχανίας.

Στις αρχές του 19ου αιώνα ο Μαχμούντ ο Β΄με την βοήθεια ενός Ρώσου πρόκριτου και μετέπειτα  βεζύρη του  Αλεμντάρ Μουσταφά πασά, σκοτώνουν τον σουλτάνο Μουσταφά τον Δ΄ και αφού τον διαδέχεται στον θρόνο, ιδρύει ένα βραχύβιο στρατό που τον ονομάζει Sekban I Cedid. Και ήταν βραχύβιος καθότι το σώμα των γενητσάρων που υποψιάστηκε το σκοπό της αλλαγής, που δεν ήταν άλλος από την διάλυση τους, στασίασε και ανάγκασε τον σουλτάνο Μαχμούντ να αναδιπλωθεί και στις 18/11/1808 να ιδρύσει νέο σώμα στρατού. Έτσι οργανώθηκε το σώμα Eskinci ,των καλπαζόντων δηλαδή, που και αυτό θα διαλυθεί σύντομα αφού οι γενήτσαροι το θεώρησαν εξ ίσου απειλή για την ύπαρξή τους. Το 1826 ο ίδιος σουλτάνος για να εξευμενήσει το σώμα των γενιτσάρων ιδρύει νέο στρατό, τους Asakir i Mansure i Muhammediye , στον οποίο αφού προσδίδει μια θρησκευτική χροιά τοποθετεί αρχιστράτηγο serasker  τον παλιό αγά γενιτσάρων, τον Χουσείν Πασά. Στον σχεδιασμό αυτού του στρατού για πρώτη φορά συναντούμε τον βαθμό binbasi, δηλαδή χιλίαρχου, που αναφερόταν στον αρχιχιλίαρχο. Οι 16 σειρές (λόχοι), που στην κάθε μια αντιστοιχούσε και ένα κανόνι, υπάκουαν σε εκατόνταρχους που με τη σειρά τους διεύθυναν λοχίες και υπολοχαγούς. Το 1835 ιδρύεται και η πρώτη σχολή ευελπίδων στην περιοχή Μάτσκα της Πόλης.

Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και στην εποχή του ΑμπντουλΧαμιντ του Β΄ εμφανίστηκαν δύο νέα σώματα: Το Σώμα Hamidiye και το Σώμα Ελαφρού Ιππικού που  απαρτίζονταν από επίλεκτους Κούρδους, Τουρκμένους και Γιορούκους. Η αποστολή των νέων αυτών σωμάτων δεν ήταν άλλη από την πάταξη της ρωσικής και Αρμενικής απειλής στα ανατολικά τουκράτους. Ιστορικά ας αναφέρουμε πως μετά το Συνέδριο του Βερολίνου  (13/6/1878) οι φόβοι για κίνημα των Αρμενίων με την υποστήριξη των Ρώσων γινόταν όλο και περισσότερο αντιληπτοί. Η Ευρώπη επεδίωκε την αποδυνάμωση του Οθωμανικού κράτους στην Ανατολία και την ενίσχυση του Χριστιανισμού κατ αρχήν και την ίδρυση του Αρμενικού κράτους στη συνέχεια. Αυτό για την Μεγάλη Πύλη ήταν ανεπίτρεπτο καθότι γνώριζαν πως κάτι τέτοιο θα προκαλούσε  και θα άνοιγε τις ορέξεις και άλλων μειονοτήτων για ‘’μεγάλες ιδέες’’.

Η πρώτη Πολεμική Σχολή Ευελπίδων ιδρύθηκε στην Άγκυρα το 1834 επί σουλτάνου Μαχμούντ του Β΄ με την ονομασία Mekteb I Harbiye με τετραετείς σπουδές. Ένα από τα κύρια μαθήματα που διδάσκονταν ήταν και το μάθημα της ηγεσίας.

Τέλος μετά την ήττα των Τουρκικών πλέον στρατευμάτων στους τρεις Βαλκανικούς πολέμους και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας στην γείτονα χώρα άρχισε να οργανώνεται και ο σύγχρονος στρατός της που πολέμησε με νικηφόρα αποτελέσματα κατά των Ελλήνων, στην Κορέα, στο Τσανάκαλε και κατά την εισβολή της Κύπρου.

Κατά τα τελευταία χρόνια και λόγω της πολιτικής αστάθειας στην Τουρκία ο στρατός δυστυχώς παρεμβαίνει ευθέως και στα πολιτικά δρώμενα της χώρας με αποτέλεσμα τις διαδοχικές χούντες. Το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας αποτελεί στις μέρες μας την επικάλυψη αυτών των παρεμβάσεων.

Το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών μελετών εκτιμά πως ο Στρατός Ξηράς της Τουρκίας το 2014 αριθμούσε 315.000 ενεργό προσωπικό με 80.000 επαγγελματίες και τους υπολοίπους κληρωτούς.

ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΣ   ΣΤΟΛΟΣ

Για να ξεκινήσουμε να αναλύουμε τον Στόλο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα πρέπει πρώτα να εντοπίσουμε το πρώτο οθωμανικό ναυπηγείο στην παραλιακή πόλη Κίος της νοτίου Βιθυνίας. Το τουρκικό της όνομα Gemlik δεν είναι άλλο παρά η συντόμευση της λέξης gemilik σημαίνει η ασχολία με πλοία = ναυπηγείο. Το ναυπηγείο που κτίστηκε από τους βυζαντινούς τον 8ο αιώνα και ανακαινίστηκε το 1339 από τους Οθωμανούς αποτελούσε μαζί με αυτά της Καλλίπολης και της Νικομήδειας βασικό ναύσταθμο της αυτοκρατορίας.

Λίγα χρόνια πριν την ίδρυση του, το κρατίδιο του Οσμάν με πρωτεύουσα την Προύσα έχει απλωθεί μέχρι τα νότια παράλια του Μαρμαρά και με την βοήθεια των γειτόνων Καρασίδων που του προμήθευσαν 24 πλοία δημιουργεί τον πρώτο στόλο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας τον Derya Bey. Τον δε ναύαρχο ονόμαζαν  Kaptan I Derya ,τίτλος που καταργήθηκε το 1878 όταν αναβαθμίστηκε ο στόλος με την ίδρυση Ναυτικής σχολής και υπουργείου. Ο  Kaptan I Derya πραγματοποιούσε όλες τις προσλήψεις του ναυτικού, συνέτασσε τις διαταγές, επόπτευε την ακτοφυλακή και το λιμεναρχείο, και κατείχε δική του υπογραφή – μονόγραμμα (tugra).  Διοριζόταν από τον Μεγάλο Βεζίρη και είχε την τιμή να φορά την  γούνα της ιεραρχίας όταν προτεινόταν και έπαιρνε το χαρτοφυλάκιο του τίτλου. Επίσης ήταν και ο μόνος υπεύθυνος των ναυπηγείων και βέβαια της ασφάλειας όλου του Κεράτειου Κόλπου. Έλεγχε με απ ευθείας μηχανισμό όλες τις δικαστικές υποθέσεις και μπορούσε να διατάξει μέχρι και την θανατική ποινή. Κατά την διάρκεια της επιθεώρησης του στόλου και όταν τα πλοία στοιχιζόταν έξω από το Τόπκαπι, εκείνος παρακολουθούσε την διαδικασία μαζί με τον σουλτάνο από το παλάτι. Ο πιο έμπιστος βοηθός του στα ναυπηγεία λεγόταν  kethuda  και στο στόλο kapudane, patrone  και riyale.

Το 1451 ο Μεχμέτ ο Β΄,ο πορθητής, ξεκινά τις προετοιμασίες για την άλωση της Κωνστ/πολης και έχει στη διάθεσή του 400 πλοία εξοπλισμένα με πυροβόλα διαφόρων διαμετρημάτων και μεγεθών. Οι γαλέρες ήταν τα βαριά πολεμικά, κωπήλατα και ιστιοφόρα ταυτόχρονα, ενώ τα ελαφρύτερα περιελάμβαναν κυρίως ‘’φούστες’’ και γαλιότες οι οποίες ανήκαν κυρίως στους Αραβοβερβέρους κουρσάρους της βόρειας Αφρικής. Μετά την πτώση της Πόλης (1455) ο σουλτάνος μεταφέρει τα κεντρικά ναυπηγεία (tersane I Amire) των Οθωμανών στον Κεράτειο Κόλπο της Πόλης .

Ο στόλος πλέον έχει και μέγεθος αλλά κυρίως ισχύ. Ακολουθούν αλλεπάλληλες νίκες στην  εκστρατεία της Αιγύπτου, στη ναυμαχία της Πρέβεζας (1538), της Μάλτας κ.α. Τον 16ο αιώνα επικρατεί μια στασιμότητα γενικά στην αυτοκρατορία και κατ επέκταση στον Οθωμανικό στρατό, Έτσι ο στόλος υπό την ηγεσία του Πιρί Ρεής υπέστη πολλές ήττες και έχασε την αίγλη που είχε αποκτήσει. Τον 18ο αιώνα η καταστροφική ήττα του στόλου στο Ναυαρίνο (1827) αναγκάζει τον σουλτάνο  Μαχμούντ Β΄ να δεχτεί τον αέρα του διαφωτισμού και στον στόλο. Το 1773 ο Αλγερινός Χασάν Πασά κατ εντολή του σουλτάνου Μουσταφά του Γ΄ ιδρύει την πρώτη τεχνική σχολή  ναυπηγών την οποία αργότερα ο Σελίμ ο Γ΄ αναβάθμισε σε Muhendishane I Berr I Humayun. Στην σχολή διδάσκονταν χαρτογραφία, ναυπηγική, βαλιστική καθώς και αρχιτεκτονική. Ένας από τους απόφοιτους του τμήματος πυροβολικού της σχολής, πολύ αργότερα, ήταν και ο υπαρχηγός του Κεμάλ, Ισμέτ Ινονού. Η σχολή μετά το 1944 υπάχθηκε στο Πολυτεχνείο Κωνστ/πολης.

Αμερικανοί έμπειροι μηχανικοί εκσυγχρονίζουν τα ναυπηγεία και η ναυτιλία αρχίζει να ανθεί. Το πολεμικό πλοίο Mahmudiye καθελκύεται στα ναυπηγεία και ανεβάζει το χαμένο ηθικό του οθωμανικού στόλου. Στην εποχή του Αμπντούλ Μετζίντ που ακολούθησε ιδρύεται η ναυτιλιακή εταιρία Sirket  i Hayriye η οποία και θεωρείται η βάση των σημερινών πλοίων που κινούνται στις γραμμές του Βοσπόρου και των νησιών. Εκτός της Ελληνοτουρκικής σύρραξης του 1897 στην νεώτερη ιστορία  μπορούμε να απαριθμήσουμε αρκετές επιτυχίες του τουρκικού στόλου. Όπως οι νικηφόρες ναυμαχίες των Βαλκανικών πολέμων, της Τρίπολης Λιβύης, στο Τσανάκκαλε και στην διάρκεια του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου.

Σημερα ο τουρκικός στόλος διαθέτει 16 φρεγάτες, 18 υποβρύχια, 19 πυραυλακάτους και 16 περιπολικά τα οποία φέρουν πυροβόλα. Δηλαδή συνολικά 61 μονάδες επιφανείας και μεγάλο αριθμό υποβρυχίων. Αν προστεθούν και τα δύο ελικοπτεροφόρα η επιχειρησιακή δυνατότητα των γειτόνων στη θάλασσα αυξάνεται ακόμη περισσότερο. Η σχολή των Ναυτικών Δοκίμων που λειτουργούσε στη νήσο Χάλκη της Προποντίδας από το 1985 μεταφέρθηκε στην Τούζλα Βιθυνίας. Σ αυτήν, εκτός από την πολεμική τέχνη της θάλασσας, διδάσκονται μαθήματα όπως ναυτική βιομηχανία, ηλεκτρονική, διεθνείς σχέσεις, μηχανική, ναυπηγική και υπολογιστές.

ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ  ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ

Οι Οθωμανικές Μοίρες Αεροπορίας (Osmanlı Tayyare Bölükleri) ήταν οι πρώτες στρατιωτικές μονάδες της αεροπορίας του οθωμανικού στρατού και η ιστορία τους χρονολογείται από τον Ιούνιο του 1909  ή τον Ιούλιο του 1911.  Η οργάνωση μερικές φορές αναφέρεται και ως Οθωμανική Πολεμική Αεροπορία (Osmanlı Hava Kuvvetleri).  Τα θεμέλια της οθωμανικής αεροπορίας υπήρξαν δύο  αεροσκάφη που αγοράστηκαν από την Γαλλία το ένα με 25 και το άλλο με 50 ίππους μηχανές. Οι πρώτοι πετυχημένοι αεροπόροι ήταν οι Φεσά και Γιουσούφ Κενάν  οι οποίοι και εστάλησαν για εκπαίδευση στην Γαλλία. Οι πρώτες πολεμικές επιχειρήσεις με ρήψη βομβών έλαβαν χώρα κατά τον πόλεμο της Τρίπολης Λιβύης το 1911. Στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912 οι Οθωμανοί με αεροσκάφη τύπου Bleriot, Deperdussin, Harlan και  Mars άρχισαν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην Ευρώπη. Δύο σμήνη από αυτά τα αεροσκάφη με πτέραρχο έναν νέο φέρελπι ίκαρο, τον Ενβέρ Πασά αποφασίζουν να πετάξουν από το Εσκίσεχιρ Τουρκίας μέχρι την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου με σκοπό  να επιδείξουν τις ικανότητες της αεροπορίας τους. Υπολογίστηκε πως τα 2.500 χλμ απόσταση της διαδρομής θα πραγματοποιούνταν μέσα σε 25 ώρες. Η απόπειρα δεν είχε αίσιο τέλος καθότι τα αεροσκάφη έπεσαν καθώς πετούσαν πάνω από την Τιβεριάδα λίμνη.

Φτάνουμε στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο αριθμός του στόλου έφτασε στο απόγειό του το Δεκέμβριο του 1916, όταν οι Οθωμανικές Μοίρες Αεροπορίας διέθεταν 90 αεροπλάνα. Οι Μοίρες Αεροπορίας αναδιοργανώθηκαν ως  στις 29 Ιουλίου του 1918 . Με την υπογραφή της Ανακωχής του Μούδρου στις 30 Οκτωβρίου του 1918, η Οθωμανική στρατιωτική αεροπορία ουσιαστικά έφτασε στο τέλος της. Κατά τη στιγμή της ανακωχής, η Οθωμανική στρατιωτική αεροπορία είχε περίπου 100 πιλότους, 17 χερσαίους λόχους αεροσκαφών (4 αεροσκάφη ο καθένας) και 3 λόχους υδροπλάνων (4 αεροσκάφη ο καθένας), συνολικά 80 αεροσκάφη.

Σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών η ενεργή δύναμη της τουρκικής αεροπορίας σήμερα  μετρά 60.000 ενεργό προσωπικό και 700 αεροσκάφη μεταξύ των οποίων πολλά τύπου F4 και F16.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *