ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

και πρώτα ξένε αφέντη εδώ ζητώντας έκανες λάθος, λεύτερη πόλη είναι και ένας μονάχα δεν κυβερνάει. Κυβερνάει ο κυρίαρχος λαός που κάθε χρόνο δίνει την εξουσία σε πολίτες με τη σειρά, στους πλούσιους δε χαρίζει προνόμια παραπάνω και οι φτωχοί έχουν τα ίδια δικαιώματα όπως όλοι

                                                                                                                                                           ικέτιδες

Ενώ ο Αισχύλος αγωνιζόταν στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ και ο Σοφοκλής ετοίμαζε το τρόπαιο της νίκης ο Ευριπίδης γεννήθηκε δίπλα στη μεγαλειώδη και άνιση αναμέτρηση των  δύο αντιπάλων .

Το γένος του δεν ήταν ευκαταφρόνητο, όπως ο Αριστοφάνης ήθελε σκωπτικά να παραστήσει, αλλά καταγόταν από πλούσιους κτηματίες. Ο πατέρας του, ο Μνησαρχίδης και η μητέρα του η Κλειτώ φρόντισαν να δώσουν στον γιο τους μια τέλεια για την εποχή μόρφωση δίπλα σε επώνυμους φιλόσοφους όπως τον Αναξαγόρα, τον Πρόδικο, τον Πρωταγόρα και τον Σωκράτη.

Αρχικά ο Ευριπίδης ασκήθηκε στο παγκράτιο ή στην πυγμαχία και λέγεται πως νίκησε στην Αθήνα. Ασχολήθηκε ακόμα και με τη ζωγραφική. Η μαθητεία του κοντά σ’ αυτούς τους σοφούς και η ζωγραφική επέδρασαν στο έργο του. Για την οικογενειακή του κατάσταση λένε ότι παντρεύτηκε δύο φορές. Πρώτη γυναίκα του ήταν η Μελιτώ και δεύτερη η Χοιρίνη, με την οποία απόκτησε τρία παιδιά: τους Μνησαρχίδη, Μνησίλοχο και Ευριπίδη.  Ο τελευταίος δίδαξε μερικά δράματα του πατέρα του. Λένε πως ο ποιητής απέφευγε τον όχλο και αποτραβιόταν σε μια σπηλιά στη Σαλαμίνα από όπου έβλεπε στη θάλασσα και εκεί έγραφε τις τραγωδίες του.

Ως χαρακτήρας ήταν σκυθρωπός, αυστηρός και μισογύνης. Στην πραγματικότητα όμως τοποθετεί την γυναίκα σε υψηλότερο ηθικό επίπεδο από τον άντρα ενώ τα έργα του είναι γεμάτα από γυναικείες μορφές, όπως Άλκηστις, Πολυξένη, Μακαρία, Πραξιθέα, Ιφιγένεια κ.α. Το πρόσωπο του συνδέθηκε με άφθονη ανεκδοτολογία, υποβαθμιστική του προσώπου του, η οποία είχε πηγή έμπνευσης τους κωμικούς ποιητές, ιδιαίτερα τον Αριστοφάνη. Ίσως  όμως έτσι ήθελαν να τον βλέπουν και οι σύγχρονοί του και τους ενίσχυσε σ’ αυτό η άποψη των κωμικών.

Στον δραματικό στίβο ο Ευριπίδης κατέβηκε το 456 π.Χ, τον χρόνο δηλαδή που πέθανε ο Αισχύλος. Άρχισε να παίρνει μέρος στους δραματικούς αγώνες από την πρώτη χρονιά της 81ης Ολυμπιάδας επί άρχοντα Καλλία. Τότε πήρε το τρίτο βραβείο με τις Πελιάδες. Πρώτο βραβείο πήρε το 441 π.Χ.  Δημιούργησε τα έργα του μέσα στο χάος του Πελοποννησιακού πολέμου με αυστηρή πολιτική κριτική αλλά και οξυδέρκεια. Διαπίστωνε την επερχόμενη καταστροφή της Αθήνας αφού και η ίδια είχε υπερβεί όλους τους ηθικούς κανόνες. Μέσα λοιπόν σ αυτή την αταξία συνέλαβε την αρχή ‘’ μέτρον πάντων ο άνθρωπος’’ την οποία και διατύπωνε σε όλες του τις τραγωδίες. Ύμνησε με φλογερή αγάπη την πόλη του, την Αθήνα όπου και έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Το 408 π.Χ  προσκλήθηκε από τον Μακεδόνα βασιλιά Αρχέλαο στην Πέλλα όπου και του έγινε μεγαλοπρεπής υποδοχή από τον φιλόμουσο ηγεμόνα. Εκεί συνέθεσε και την τραγωδία  Αρχέλαος που ήταν και κομμάτι της τριλογίας του Τήμενος και Τημενίδαι την οποία και αφιέρωσε στον βασιλιά της Μακεδονίας ο οποίος τον φιλοξενούσε.

Οι φθονεροί όμως αυλικοί, που δεν έβλεπαν με καλό μάτι τις τιμές προς τον τραγωδό, του έστηναν συνεχώς παγίδες και του ετοίμαζαν οικτρό θάνατο. Έτσι το 406 π.Χ και ενώ ήταν αφοσιωμένος στην ολοκλήρωση του τελευταίου έργου του οι Βάκχες τον κατασπάραξαν τα πεινασμένα σκυλιά-μολοσσοί  του βασιλιά.

Ο Αρχέλαος πένθησε και του ανήγειρε μεγαλοπρεπή τάφο που αργότερα έγινε τόπος προσκυνήματος των θαυμαστών του. Διασώθηκε το επίγραμμα που χαράχθηκε στον τάφο του Ευριπίδη

Οὔ σε κυνῶν γένος εἷλ’, Εὐριπίδη, οὐδὲ γυναικὸς οἶστρος, τὸν σκοτίης Κύπριδος ἀλλότριον, ἀλλ’ Ἀίδης καὶ γῆρας. ὑπαὶ Μακέτῃ δ’ Ἀρεθούσῃ κεῖσαι ἑταιρείῃ τίμιος Ἀρχέλεω. σὸν δ’ οὐ τοῦτον ἐγὼ τίθεμαι τάφον, ἀλλὰ τὰ Βάκχου βήματα καὶ σκηνὰς ἐμβάδι πειθομένας.

Στην Αθήνα έφτασε η αναγγελία του θανάτου του λίγο πριν από τα Μεγάλα Διονύσια και λέγεται ότι ο Σοφοκλής εμφανίστηκε στον προαγώνα ντυμένος με πένθιμη στολή, παρουσίασε δε το χορό και τους ηθοποιούς χωρίς στεφάνια κάνοντας το κοινό να δακρύσει.

Ανοιχτός στην επίδραση της πνευματικής Αθήνας ο Ευριπίδης, διατήρησε την ανεξαρτησία του πνεύματος του, διατυπώνοντας συχνά επικρίσεις. Η λογοτεχνική του σταδιοδρομία ήταν έντονη. Η νέα τέχνη του προκάλεσε μεγάλο θόρυβο και δεν έτυχε της επιδοκιμασίας του κοινού. Έτσι, σε όλη του τη ζωή, ενώ συμμετείχε στους δραματικούς αγώνες για πενήντα περίπου χρόνια, μόνο τέσσερις φορές ανακηρύχθηκε πρώτος προς όφελος των συντηρητικών Αισχύλου και Σοφοκλή που βραβεύθηκαν 14 και 20 φορές αντίστοιχα. Θαυμάστηκε όμως από τους υποστηρικτές της Νέας Κωμωδίας και τιμήθηκε πάραυτα.

Όπως και οι άλλοι τραγικοί έτσι και ο Ευριπίδης δίνει το προσωπικό του στίγμα με ιδιαιτερότητες και καινοτομίες στα έργα του. Χαρακτηριστικός είναι ο πρόλογος σε μορφή μονολόγου, ο οποίος χρησιμεύει για να κατατοπίσει το θεατή στην προϊστορία της δράσης και να δείξει τις επεμβάσεις του ποιητή στο μύθο. Ιδιαίτερα μεγάλο βάρος δίνει ο Ευριπίδης στη λογομαχία (αγών), που ζωντανεύει αντίστοιχες σκηνές των δικαστηρίων. Mιά βασική καινοτομία του είναι η χρησιμοποίηση του από μηχανής θεού, ο οποίος εμφανίζεται από ψηλά και δίνει τη λύση στα αδιέξοδα της τραγωδίας. Άλλη μία είναι τα πολλά γνωμικά, αποφθέγματα και φιλοσοφήματα που χρησιμοποιούσε για να διεγείρει τον θεατή για αυτό και σκηνικός φιλόσοφος ονομάστηκε.

Δίκαια λοιπόν ο Αριστοτέλης τον τοποθετεί ως επιδεξιότερο των ποιητών  στα ισχυρά πάθη, έρωτες και μανίες που διεκτραγωδεί στα έργα του. Όσον αφορά στα χορικά των τραγωδιών του είχαν τόση αξία που οι αρχαίοι τα τιμούσαν ιδιαιτέρως. Λέγεται δε ότι πολλοί αιχμάλωτοι στην Σικελία Αθηναίοι τραγουδούσαν τα χορικά του ποιητή για να παίρνουν νερό και τροφή και να επιβιώνουν.

Στο θέατρο του Ευριπίδη υπάρχουν δυσάρεστες και ευχάριστες εκπλήξεις, μεταστροφές προς το χειρότερο και προς το καλύτερο. Οι μεταστροφές προς το χειρότερο είναι φυσικότερο να αποδίδονται στους θεούς. Ο Ευριπίδης, όμως, αναφέρεται στους θεούς, όταν θέλει να δηλώσει τους παράγοντες αστάθειας και παραπλάνησης που εμπεριέχονται στην ανθρώπινη μοίρα.

Από τις 23 τετραλογίες (92 δράματα) του ποιητή διασώθηκαν 18 τραγωδίες και 1 σατυρικό δράμα, ο Κύκλωψ.  Πολλά όμως αποσπάσματα, τα οποία ευτυχώς καθημερινώς αυξάνονται, ανευρίσκονται στους παπύρους. Όπως η Αντιόπη, η Υψιπύλη, ο Φαέθων, η Μελανίππη η σοφή και άλλα.

Τέλος διασώζοντα πολλές ανάγλυφες σκηνές των δραμάτων του ποιητή σε τοιχογραφίες, σε αγγειογραφίες, σε ανάγλυφα και ως αξιοθαύμαστο μπορούμε να αναφέρουμε τις Τυρρηνικές Σαρκοφάγους και τους  αιγυπτιακούς παπύρους οι οποίοι περιέχουν αντίγραφα των τραγωδιών του κυρίως αυτών που έχουν χαθεί.                                                                                            Θα προσπαθήσω τώρα να τολμήσω μια προσεκτική περιληπτική προσέγγιση στις τραγωδίες του με στόχο να ενημερωθεί ο αναγνώστης για την πλήρη σειρά των δραμάτων του καθώς και τις υποθέσεις τους.

ΗΡΑΚΛΕΙΔΑΙ : (430 π.Χ)  Το έργο κατατάσσεται στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου και αποτελεί εγκώμιο του φιλελεύθερου πνεύματος και της μεγαλοψυχίας των Αθηνών. Τα παιδιά του Ηρακλή μετά από τον θάνατό του έμειναν απροστάτευτα και καταδιώχθηκαν από τον βασιλιά της Τίρυνθας Ευρυσθέα. Ήταν αυτός που έδωσε στον Ηρακλή να εκτελέσει τους 12 άθλους και ο Ηρακλής δέχθηκε για να εξαγνισθεί για τους φόνους που διέπραξε σκοτώνοντας τα παιδιά του βασιλιά. Ίσως και για αυτό τον λόγο ήθελε να αποδεκατίσει και τους τελευταίους απόγονους του ήρωα της μυθολογίας. Τα παιδιά λοιπόν μαζί με την μητέρα τους την Αλκμήνη και τον  Ιόλαο μετά από περιπλανήσεις και κατατρεγμούς καταφεύγουν στην Αθήνα και ζητούν άσυλο από τον βασιλιά Δημοφόνα, γιό του Θησέα και της Φαίδρας, ο οποίος και τους το παρέχει. Ο Ευρυσθέας κηρύσσει πόλεμο κατά των Αθηνών κατά τον οποίο συλλαμβάνεται και φονεύεται. Χαρακτηριστική σκηνή της τραγωδίας ο χρησμός να θανατωθεί η κόρη του Ηρακλή, Μακαρία ως αντίτιμο της νίκης των Αθηνών. Η προθυμία της κόρης να θυσιαστεί  χάριν της νίκης αποτελεί και το αποκορύφωμα του δράματος.

ΑΛΚΗΣΤΙΣ :    (428 Π.χ)   Με βάση την βεντέτα του Δία με τον Απόλλωνα εξελίσσεται η υπόθεση του έργου που μάλλον κατατάσσεται ως σατυρικό δράμα στη συλλογή του Ευριπίδη. Ο Δίας σκοτώνει με κεραυνό τον γιο του Απόλλωνα κι αυτός με τη σειρά του τους γιους των Κυκλώπων. Για να τον τιμωρήσει ο πατέρας των θεών τον στέλνει σαν βοσκό να υπηρετήσει τον βασιλιά των Φερών της Θεσσαλίας Άδμητο. Αυτός του συμπεριφερόταν με αγάπη και σεβασμό που ο Απόλλωνας ανταπέδωσε  κάνοντας τα άλογά του τα ομορφότερα και τα καλύτερα αλλά και τον βοήθησε να αποκτήσει σαν σύζυγο την Άλκηστη, θυγατέρα του Πελία. Την ημέρα του γάμου όμως ξέχασε να θυσιάσει στην Άρτεμη και έπρεπε να πεθάνει. Διέφυγε όμως τον κίνδυνο χάρη στον Απόλλωνα πάλι που πέτυχε να εξευμενίσει την αδελφή του υπό τον όρο να δεχτεί να θυσιαστεί κάποιος συγγενής στη θέση του. Η μόνη που δέχτηκε να θυσιαστεί ήταν η σύζυγός του Άλκηστη. Τότε, και ενώ ο Άδμητος θρηνούσε για την σύζυγό του, εμφανίζεται ο Ηρακλής, παλιός του σύντροφος από την Αργοναυτική εκστρατεία, και παραφυλάει δίπλα στο σώμα της Άλκηστης και όταν ήλθε ο Θάνατος παλεύει μαζί του και τον αναγκάζει να παραιτηθεί.  Ο σύζυγος της ηρωίδας Άδμητος και κυρίως ο πατέρας του Φέρης είναι πρόσωπα γεμάτα εγωισμό, ελάχιστα ηρωικά και παρουσιάζονται στο έργο σαν δειλοί και αδύναμοι χαρακτήρες εν αντιθέσει στην εξιδανικευμένη μορφή της νεαρής Άλκηστης.

 ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ :   (428 Π.χ)    Διανύουμε το χρόνο του θανάτου του Περικλή γι αυτό και οι τελευταίοι στίχοι της τραγωδίας θεωρήθηκαν υπαινιγμοί για τον θάνατο αυτόν. Ο Ευριπίδης με αυτή του την τραγωδία κατέκτησε το πρώτο βραβείο  έχοντας μάλιστα κεντρικό πυρήνα του έργου το πάθος μιας γυναίκας. Το δράμα εκτυλίσσεται στην Τροιζήνα στην εποχή βασιλείας του Θησέα και έχει χαρακτήρα θρησκευτικό αφού κατά βάση δύο θεότητες, η Αφροδίτη και η Άρτεμη, κυριαρχούν σ αυτό.                      Ο Ιππόλυτος λοιπόν επιστρέφει από το κυνήγι με την ακολουθία του και στεφανώνει το άγαλμα της Άρτεμη περιφρονώντας αυτό της Αφροδίτης (γι αυτό και η τραγωδία ονομάστηκε Ιππόλυτος ο στεφανηφόρος). Η Φαίδρα τότε με σχέδιο της Αφροδίτης, ερωτεύεται παράφορα τον Ιππόλυτο, γιο του συζύγου της Θησέα και της Αμαζόνας Ιππολύτης. Όταν το μυστικό του έρωτά  της προδίδεται, αποφασίζει να πεθάνει και παρασύρει στην καταστροφή και τον νεαρό, ο οποίος αντιμετώπισε με αποτροπιασμό τον έρωτά της. Λίγο πριν κρεμαστεί, παρουσιάστηκε ημίγυμνη και με σκισμένα ρούχα στον άντρα της διαβάλλοντας τον Ιππόλυτο ότι προσέβαλε την τιμή της. O Θησέας εξοργίζεται, καταριέται τον γιο του και ακολουθεί έντονος διάλογος μεταξύ τους με αποτέλεσμα ο  Ιππόλυτος να φύγει στενοχωρημένος. Αγγελιαφόρος ανακοινώνει στον Θησέα ότι ο γιος του γκρεμίστηκε στον Σαρωνικό από την άμαξα του, γιατί τ’ άλογά του αφηνίασαν από την εμφάνιση ενός τέρατος που βγήκε από τη θάλασσα. Ασυγκίνητος, ο Θησέας δέχεται να φέρουν τον ετοιμοθάνατο γιο του, ενώ ο χορός ψάλλει τη δύναμη της Αφροδίτης. Εμφανίζεται όμως η Άρτεμη, που εξηγεί την αλήθεια στο δύστυχο πατέρα, συγχωρώντας τον όμως για την πλάνη του. Οι υπηρέτες φέρνουν τον Ιππόλυτο, που πονάει από τις πληγές του και θρηνεί για τον επικείμενο άδικο θάνατό του, η Άρτεμη όμως τον παρηγορεί, εξηγώντας του πως είναι θύμα της Αφροδίτης, που υπόσχεται ότι θα την εκδικηθεί, και προλέγοντας του τις τιμές που θα του αποδοθούν μετά το θάνατό του. O Θησέας θρηνεί και ζητάει συγχώρηση. Όταν η Φαίδρα έμαθε για τον θάνατο του Ιππόλυτου, αισθανομένη ντροπή και ενοχές, αυτοκτόνησε δι΄ απαγχονισμού.                                                                Τα πρόσωπα του Ευριπίδη δρουν σύμφωνα με ένα ιδανικό που προσδιορίζεται με σαφήνεια και συγκρούεται με φόβους και επιθυμίες. Είναι πρόσωπα που δε διστάζουν να θυσιαστούν για τον δικό τους άνθρωπο, για την πατρίδα. O ποιητής όμως δεν απεικονίζει μόνο πάθη και θυσίες, αλλά και χαρακτήρες που συχνά δεν είναι καθόλου ηρωικοί. Ο Ευριπίδης είχε γράψει προηγουμένως τον Ιππόλυτον καλυπτόμενον, που ονομάστηκε έτσι επειδή ο νέος σκέπαζε από ντροπή το πρόσωπό του ακούγοντας από το στόμα της ίδιας της Φαίδρας την εξομολόγησή της. Από το δράμα αυτό, διασώθηκαν 50 στίχοι, σε 19 αποσπάσματα.

ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ :   (427 Π.χ)  Η Ανδρομάχη ήταν σύζυγος του Έκτορα. Μετά την άλωση της Τροίας και τον θάνατο του συζύγου της, η Ανδρομάχη πιάστηκε αιχμάλωτη και, στη διανομή ανάμεσα στους νικητές, έπεσε στον κλήρο του Νεοπτόλεμου, γιου τού νεκρού πια Αχιλλέα που ήταν όμως παντρεμένος με την Ερμιόνη. Στο δράμα αυτό της αδυναμίας, του πάθους, της ζήλιας, του μίσους, της στοργής  και του φόβου, ο πόλεμος με τα οδυνηρά αποτελέσματά του φέρνει αντιμέτωπες την Ανδρομάχη με την Ερμιόνη, κόρη του Μενέλαου. Η Ερμιόνη, η άτεκνη γυναίκα του Νεοπτόλεμου, τη μισεί και θέλει, με τη βοήθεια του πατέρα της, να σκοτώσει και αυτήν και τον γιο της, τον Μολοσσό που απέκτησε με τον Νεοπτόλεμο.  Τελικά, η Ανδρομάχη σώζεται, με την παρέμβαση του Πηλέα, πατέρα του Αχιλλέα, την υποχώρηση του Μενέλαου από την απόφασή του για τη σφαγή της Ανδρομάχης και του γιου της, και τη μεταμέλεια της Ερμιόνης, που θέλει να κρεμαστεί. Στη συνέχεια, ο Oρέστης απήγαγε την Ερμιόνη την οποία παλαιότερα είχε μνηστευθεί, και ο Νεοπτόλεμος σκοτώνεται στους Δελφούς με προμελετημένο σχέδιο, ενώ ο Πηλέας και ο Χορός αρχίζουν τον θρήνο. H εμφάνιση της Θέτιδας, ως «ἀπὸ μηχανῆς θεοῦ», διευθετεί τα πράγματα: παρηγορεί τον Πηλέα, προφητεύει την θεοποίησή του και την τύχη της Ανδρομάχης που θα παντρευτεί τον Έλενο, τον αδελφό του Έκτορα, και θα  εγκατασταθεί στη Μολοσσία (Ήπειρο), συνεχίζοντας τη γενιά του Πηλείδη και των Τρώων. Εκεί θα την συναντήσει και ο Αινείας στο ταξίδι του για την Ιταλία.

ΕΚΑΒΗ  :    (424 Π.χ)    Τρεις είναι οι τραγωδίες του Ευριπίδη που ασχολούνται με την μοίρα των ηττημένων του Τρωικού πολέμου. Η Εκάβη, η Ανδρομάχη και οι Τρωάδες. Μια μοίρα που κλιμακώνεται μέχρι την βάρβαρη σκληρότητα του φόνου αθώων ακόμη και παιδιών. Η μητέρα του Έκτορα (Εκάβη), η γυναίκα του (Ανδρομάχη) και οι υπόλοιπες ευγενείς Τρωαδίτισσες παίρνουν τον δρόμο της σκλαβιάς μετά την πτώση της Τροίας ως αποτέλεσμα της μοιραίας έλξης του Πάρη για την Ελένη (η οποία παραμένει ατιμώρητη). Όμως το ηθικό ανάστημα και η βαθιά τραγικότητα, που εδράζεται κυρίως στη βιαιότητα της αλλαγής που επιφέρει στη μοίρα τους η τύχη,  επισκιάζουν τους νικητές, που αναδεικνύονται βάρβαροι στη θέση των βαρβάρων  και η πλήρης ανομία που επικρατεί στον μεταϊλιαδικό κόσμο του έργου συμπαρασύρει την ευγενή βασίλισσα σε μια καθοδική πορεία προς το Κτήνος.            Η γηραιά βασίλισσα της Τροίας, σύζυγος του Πρίαμου, είναι το τραγικό σύμβολο βασιλικού μεγαλείου και δυστυχίας, αλλά και της συμφοράς που φέρνει ο πόλεμος. Χάνει την κόρη της, την Πολυξένη, η οποία θυσιάζεται στον τάφο του Αχιλλέα από τους Αχαιούς με επικεφαλής τον Oδυσσέα. Όταν όμως μαθαίνει και τον θάνατο του στερνού της γιου Πολύδωρου, που είχε σταλεί από τον Πρίαμο στον θείο του Πολυμήστορα για να αποφύγει την επικείμενη σκλαβιά με αρκετό χρυσάφι συγκλονίζεται και επιζητά την εκδίκηση. Με τέχνασμα προσκαλεί τον βασιλιά των Θρακών και τον τυφλώνει με δαιμονική απάτη σκοτώνοντας και τα παιδιά του. Σε αυτήν την πράξη της, μάλιστα δεν θα βρει αντίδραση ούτε από τον Αγαμέμνονα ούτε από τους άλλους αρχηγούς των Ελλήνων. Οι αθλιότητες του πολέμου συνδυάζονται με το πάθος της εκδίκησης.

ΙΚΕΤΙΔΕΣ  :    (422 π.Χ)   ‘’ και πρώτα ξένε αφέντη εδώ ζητώντας έκανες λάθος, λεύτερη πόλη είναι και ένας μονάχα δεν κυβερνάει. Κυβερνάει ο κυρίαρχος λαός που κάθε χρόνο δίνει την εξουσία σε πολίτες με τη σειρά, στους πλούσιους δε χαρίζει προνόμια παραπάνω και οι φτωχοί έχουν τα ίδια δικαιώματα όπως όλοι ’’

Αυτή η απάντηση του Θησέα, βασιλιά της Αθήνας, στον αγγελιοφόρο των Θηβών όταν ο τελευταίος τον αποκάλεσε τύραννο αποτελεί και την ουσία της τραγωδίας  που χαρακτηρίστηκε ως εγκώμιον των Αθηνών  και στην οποία ο αγώνας λόγων των δύο ανδρών με αλλεπάλληλους υπαινιγμούς εναντίον της δημοκρατίας και της τυραννίας συγκεντρώνει το ειδικό βάρος του δράματος.                            Ο βασιλιάς της Αθήνας Θησέας, ως αληθινός ανθρωπιστής, παρέχει άσυλο στον βασιλιά του Άργους,  Άδραστο και στις μητέρες των επτά Αργείων αρχηγών που έπεσαν στη Θήβα  και προσπαθεί να μεσολαβήσει ώστε ο Κρέων, βασιλιάς της Θήβας, να επιστρέψει σ αυτές τα σώματα των νεκρών συζύγων των.  Ακολουθεί έντονος διάλογος του Θησέα με τον κήρυκα των Θηβών ο οποίος δεν καταλήγει σε συμβιβασμό και έτσι οι Αθηναίοι δίνουν μάχη με τους Θηβαίους και αφού τους νικήσουν παραδίνουν τους άταφους νεκρούς στους Αργείους οι οποίοι υπόσχονται παντοτινή ειρήνη  στον Θησέα.                                                                                                                                                       Ο Θησέας, ο μυθικός ήρωας της Αθήνας, προβάλλεται ως υπέρμαχος του δικαίου και υπερασπιστής των διωκομένων. Στηλιτεύονται η υπερβολή και η αυθαιρεσία στην άσκηση της εξουσίας και εξυμνείται η δημοκρατία ως το καλύτερο διαχρονικά πολίτευμα. Τα μεγάλα δεινά του πολέμου υπήρξαν για τον Ευριπίδη πλουσιότατη πηγή έμπνευσης. Αυτό συμβαίνει στις τρεις τραγωδίες που είναι αφιερωμένες στις Τρωαδίτισσες αιχμάλωτες και στον αφανισμό της πόλης τους. Το διαχρονικό θέμα της αιχμαλωσίας εμπνέει στον ποιητή τον οίκτο για τους νικημένους.

ΜΗΔΕΙΑ   :  (421 π.Χ)   Στην τραγωδία αυτή έχουμε το δράμα μιας γυναίκας που εγκαταλείπεται από τον σύζυγό της και παρασύρεται από το πάθος της εκδίκησης.

Η Μήδεια ήταν κόρη του Αιήτη, βασιλιά της   Κολχίδας και της Εκάτης.  Είχε μάθει την τέχνη της μαγείας από τη θεία της την Κίρκη και την χρησιμοποιούσε. Η ηρωίδα όχι μόνο ερωτεύτηκε τον Ιάσονα, αρχηγό της αργοναυτικής εκστρατείας όταν εκείνος έφτασε στην Κολχίδα, αλλά έθεσε τη μαγική της μαεστρία στη διάθεσή του, ώσπου εκείνος να αποκτήσει το χρυσόμαλλο δέρας. Έπεσε στη φωτιά για χάρη του, πρόδωσε την οικογένειά της και πήρε μαζί του έναν δρόμο –αρχικά για την Ιωλκό κι έπειτα για την Κόρινθο– χωρίς επιστροφή. Είναι, λοιπόν, πολλά αυτά που θυσίασε, για να τον ακούσει ψύχραιμη, λίγο καιρό μετά, να της ανακοινώνει περιχαρής ότι παντρεύεται τη Γλαύκη, κόρη του βασιλιά της Κορίνθου Κρέοντα. Με δηλητηριώδη δώρα – πέπλον χρυσήλατον – φονεύει νύφη και πεθερό, με τα ίδια της τα χέρια σφάζει τα αγόρια της Φέρητα και Μέρμερο . Ακολούθως και για να αποφύγει την εκδίκηση του Ιάσονα, καταφεύγει με άρμα, που το σέρνουν φτερωτοί δράκοντες του Ήλιου, στην Αθήνα, στον βασιλιά Αιγέα, ο οποίος την φιλοξενεί. Η συνέχεια του μύθου αναφέρει πως η Μήδεια τα έφτιαξε με τον Αιγέα, απέκτησε μαζί του ένα γιο, το Μήδο, προσπάθησε ανεπιτυχώς να σκοτώσει το Θησέα, και τελικά κατέφυγε στην Ασία που βρισκόταν ο γιος της. Όταν γέρασε πια, κατέβηκε στα Ηλύσια Πεδία όπου παντρεύτηκε τιμή και δόξα τον Αχιλλέα κι έγινε αθάνατη.

ΙΩΝ :  (418 π.Χ)  Με την τραγωδία αυτή, ο ποιητής θέλει να επαινέσει τους συμπατριώτες του, παρουσιάζοντάς τους σαν αυτόχθονες και δικαιολογεί την πολιτική των Αθηναίων που διεκδικούσαν την κυριαρχία στο Αιγαίο, υποστηρίζοντας πως η ιωνική φυλή, που καταγόταν από τον Απόλλωνα, ήταν ανώτερη από όλες τις άλλες.

Η σκηνή εκτυλίσσεται στους Δελφούς, στα προπύλαια ναού όπου εμφανίζεται ο Ερμής, που διηγείται πως η Κρέουσα, κόρη του Ερεχθέως, βασιλιά των Αθηνών, γέννησε από τον Απόλλωνα ένα γιο που τον είχε εκθέσει σ’ ένα καλάθι στο μέρος όπου βιάστηκε από το θεό. Ο Απόλλωνας παρακάλεσε τον Ερμή να μεταφέρει το βρέφος στους Δελφούς, όπου το ανέθρεψε η Πυθία. Όταν μεγάλωσε, οι Δελφοί τον έκαναν χρυσοφύλακα και ταμία του ναού. Η Κρέουσα παντρεύτηκε τον Αχαιό Ξούθο, γιο του Αιόλου και εγγονό του Δία, κι επειδή οι σύζυγοι δεν απέκτησαν παιδί, ήρθαν για να ρωτήσουν το Μαντείο των Δελφών πώς θα βρει η Κρέουσα το γιο της Ίωνα. Στο πρώτο επεισόδιο φαίνεται διάλογος της Κρέουσας με τον Ίωνα. Του εμπιστεύεται τη σχέση της με τον Απόλλωνα, αλλά σε λίγο ο Ξούθος προσπαθεί να πείσει τον Ίωνα πως είναι δικός του νόθος γιος. Ο χορός ανακοινώνει στην Κρέουσα την αλήθεια για την απάτη του Ξούθου και για την ταυτότητα του Ίωνα. Αλλά ο γέρος παιδαγωγός προσπαθεί να της υποβάλει την ιδέα πως ο Ίων είναι παιδί του Ξούθου από μια δούλη. Tότε η Κρέουσα, θυμωμένη εναντίον του Απόλλωνα, που την υποβάλλει σε νέα ταπείνωση, δίνει στον παιδαγωγό δηλητήριο για να το ρίξει στο ποτήρι του Ίωνα. Η απόπειρα αποτυγχάνει και ο παιδαγωγός αναγκάζεται να ομολογήσει το έγκλημα της Κρέουσας. Οι άρχοντες των Δελφών την καταδικάζουν σε θάνατο κι εκείνη καταφεύγει στο βωμό του ναού. Ενώ ο Ίων ετοιμάζεται να την σκοτώσει επάνω στο βωμό, εμφανίζεται η Πυθία μ’ ένα καλάθι, μέσα στο οποίο υπάρχουν τα σπάργανα του έκθετου βρέφους. Η Κρέουσα τα αναγνωρίζει και εγκαταλείποντας το βωμό θέλει ν’ αγκαλιάσει τον Ίωνα, προσφωνώντας το γιο της. Επειδή αυτός αμφιβάλλει, του λέει ποια κοσμήματα θα βρει μέσα στο καλάθι και η αναγνώριση γίνεται πλήρης. Η Κρέουσα τού αποκαλύπτει τότε πως είναι γιος του Απόλλωνα και όχι του Ξούθου, πράγμα που επιβεβαιώνει στον Ίωνα η Αθηνά, επάνω από το αέτωμα του ναού. Η θεά συμβουλεύει την Κρέουσα να εγκαταστήσει το γιο της στο θρόνο των Αθηνών, αφού κατάγεται από τον Ερεχθέα και προλέγει πως οι απόγονοί του θα κυριαρχήσουν στις Κυκλάδες και την απέναντι ασιατική ακτή. Επίσης ότι από τον Ξούθο η Κρέουσα θα γεννήσει τον Δώρο και τον Αχαιό, που θα κυβερνήσουν στη Δωρίδα και την Πελοπία. Το δράμα λήγει με τη φράση του χορού πως οι καλοί αμείβονται πάντα, ενώ οι κακοί ποτέ δεν ευτυχούν.

ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ  :  (417 π.Χ)   Έργο έντονα αντισυμβατικό, με οριακή δομή και παράδοξη για την εποχή του ψυχογραφική δύναμη, διχάζει μέχρι σήμερα τους μελετητές, οι οποίοι το θεωρούν είτε αποτυχημένο ως δράμα είτε ένα υπερμοντέρνο πείραμα. Η ξαφνική ανατροπή της πλοκής μετατρέπει μια συμβατική ιστορία εκδίκησης σε συνειδησιακή καταβύθιση.

 Ο Ηρακλής έχει παντρευτεί τη Μεγάρα (κόρη του Κρέοντα) και γέννησε μαζί της αρκετά παιδιά. Λείπει στον Κάτω κόσμο και η Θήβα δέχεται επίθεση. Ο Κρέοντας εξοντώνεται και τη βασιλεία την παίρνει ο Λύκος, που ζητά την εξόντωση   του Αμφιτρύωνα, πατέρα του Ηρακλή, της Μεγάρας και των παιδιών του. Αυτοί καταφεύγουν ικέτες, αναμένοντας  την επιστροφή του Ηρακλή.                                      Ο Λύκος  τους μιλά επιτιμητικά, τους λέει ότι δεν γλιτώνουν το θάνατο. Τότε η Μέγαρα ζητά από το Λύκο να της επιτρέψει να πάει με τα παιδιά  της στο παλάτι για νεκροστόλισμα. Εκεί τους συναντάει ο Ηρακλής που επιστρέφει και, αφού μαθαίνει όσα συνέβησαν ετοιμάζεται να επέμβει. Ενώ ο Ηρακλής θυσιάζει στους θεούς, στο θεολογείο εμφανίζεται η Ίριδα   αγγελιαφόρος των θεών με τη δαιμόνισα Λύσσα, σταλμένη από την “Ήρα να πλήξει το μυαλό του Ηρακλή.  Αγγελική ρήση μας μιλά για την  μανία που τον πλήττει και σκοτώνει γυναίκα και παιδιά που πριν λίγο έσωσε. Η Αθηνά τον αναισθητοποιεί για να προλάβει τουλάχιστον την πατροκτονία. Τον πιάνουν και τον δένουν σε μια κολόνα. Όταν  ξυπνάει και συνειδητοποιεί, μας θυμίζει τον Αίαντα.  Ο Θησέας εμφανίζεται και του συνιστά να μην αυτοκτονήσει και να διατηρήσει την ηρωϊκότητά του, ανθρώπινος πια μέσα στη δυστυχία.   Ακουμπώντας στον Θησέα παίρνει το δρόμο για την Αθήνα που θα του προσφέρει καταφύγιο και κάθαρση από το μίασμα.                                                            Στο δεύτερο μέρος ο Ηρακλής τη δύναμή του τη χρειάζεται όχι για να κάνει κατορθώματα, μα να μπορεί ν’ αντέξει την έσχατη δυστυχία.

Βλέπουμε στο δράμα αυτό τον Ευριπίδη να ασχολείται και με θέματα που ήδη είχαν παρουσιάσει στο θέατρο ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής (π.χ. μητροκτονία, τιμωρία ύβρεως). Τα παρουσιάζει όμως διαφορετικά, με τρόπο ρεαλιστικό.

ΤΡΩΑΔΕΣ  :   (415 π.Χ) Οι Αθηναίοι ήταν μπλεγμένοι στον Πελοποννησιακό πόλεμο για 17ο χρόνο και προετοίμαζαν την καταστροφική, όπως αποδείχτηκε, εκστρατεία στη Σικελία, ενώ τον προηγούμενο χρόνο (416 π.Χ.), είχαν διαπράξει το ανοσιούργημα της σφαγής των κατοίκων της Μήλου, που επιζητούσαν την ουδετερότητα τους ανάμεσα στις δύο μεγάλες δυνάμεις του ελληνικού χώρου, την Αθήνα και τη Σικελία. Στο στρατόπεδο των Αχαιών, στα παράλια της λεηλατημένης Τροίας, οι αιχμάλωτες Τρωαδίτισσες, η Ανδρομάχη, η Κασσάνδρα μαζί με τη βασίλισσα τους την Εκάβη, θρηνούν για τα δεινά τους. Όσες έχουν απομείνει ζωντανές από την ξεκληρισμένη βασιλική οικογένεια θα δοθούν δώρο στους Αχαιούς, ενώ ο εγγονός της Εκάβης, ο μικρός Αστυάνακτας, εκσφενδονίζεται από τον Νεοπτόλεμο από τους πύργους της Τροίας , θύμα κι αυτός της σκληρότητας των κατακτητών. Οι φλόγες αφανίζουν την Τροία και οι γυναίκες, απελπισμένες, οδηγούνται στα πλοία που θα τις μεταφέρουν πέρα από το Αιγαίο, σκλάβες στα σπίτια των νικητών. Ο πόνος και η δυστυχία στο πρόσωπο των αιχμάλωτων Τρωαδιτισσών αποδεικνύουν το παράλογο του πολέμου και αποτελούν ταυτόχρονα προειδοποίηση προς την πόλη των Αθηνών, προανάκρουσμα της Σικελικής καταστροφής. Το υψηλό  φρόνημα των γυναικών αντιπαρατίθεται στην έπαρση των νικητών Ελλήνων και αιωρείται έμμεσα το ερώτημα ποιος είναι πραγματικά ο νικητής και ποιος ο νικημένος.                Ο Ευριπίδης με τις Τρωάδες γράφει ένα αντιπολεμικό αριστούργημα και κατακρίνει την πολιτική των Αθηναίων για το προκλητικό ανοσιούργημα που είχαν διαπράξει λίγους μήνες πριν εναντίον των Μηλίων καθώς και για την Σικελική εκστρατεία που προετοιμάζουν και που θα καταλήξει σε πανωλεθρία το 414 π.Χ. Οι Τρωάδες είναι ένα αμείλικτο κατηγορώ για τις φρικαλεότητες του πολέμου και ένα σπαρακτικό αίτημα για αλληλεγγύη και ανθρωπισμό.                                                                                         Αποτελεί την  τρίτη τραγωδία μιας τριλογίας, που αναφέρεται στον Τρωικό Πόλεμο. Η πρώτη τραγωδία, Αλέξανδρος (Πάρις) ως θέμα είχε την αναγνώριση του πρίγκηπα της Τροίας,  Πάρι, που είχε εγκαταλειφθεί μωρό από τους γονείς του και ξαναβρέθηκε στην εφηβεία. Η δεύτερη τραγωδία  αναφέρεται στην κακομεταχείρηση από τους Έλληνες του συμπατριώτη τους Παλαμήδη . Αυτή η τριλογία παρουσιάστηκε στα Διονύσια μαζί με το σατυρικό δράμα Σίσυφος.

ΗΛΕΚΤΡΑ  :  (413 π.Χ)   To θέμα της Ηλέκτρας πραγματεύτηκε ο Αισχύλος (Χοηφόροι) και ο Σοφοκλής. Κεντρικός άξονας του έργου είναι το ηθικό πρόβλημα της εκδίκησης. Ο ιδιόμορφος τρόπος με τον οποίο ο Ευριπίδης διαχειρίζεται το γνωστό μύθο της μητροκτονίας, εισάγοντας μια σειρά από νεοτερισμούς και αφηγηματικές καινοτομίες, συνθέτει ένα σκληρό αλλά εξαιρετικά αναγνωρίσιμο στην εποχή μας αριστούργημα, ένα από τα αρτιότερα επιτεύγματα της παγκόσμιας δραματουργίας. Παρόλα αυτά όμως ο τραγωδός άτεχνα όσο και άκαιρα παρωδεί και σκήνες των Χοηφόρων του Αισχύλου παρουσιάζοντας την ηρωίδα του έργου στο πλαίσιο της καθημερινότητας.

 Αντλώντας το θέμα του από τον κύκλο της καταραμένης γενιάς των Ατρειδών, το έργο παρακολουθεί βήμα-βήμα την πορεία της Ηλέκτρας και του Ορέστη προς τη μητροκτονία. Όμως η ερμηνεία του μύθου που προκρίνει ο ποιητής αρνείται στην πράξη αυτή οποιαδήποτε δικαίωση, μετατρέποντας τη δική του «Ηλέκτρα» σε μια ανελέητη σπουδή πάνω στη διαβρωτική διαδικασία της εκτέλεσης ενός εγκλήματος. Η ηρωίδα μας είναι παντρεμένη, με λευκό γάμο, με ένα φτωχό αγρότη και ζει μαζί του σε μια καλύβα έξω από το Άργος. Γυναίκες από τις Μυκήνες που την επισκέπτονται την παρακαλούν να μετάσχει σε εορτές που θα τελεσθούν στο Άργος προς τιμή της Ήρας αλλά αυτή αρνείται την πρόταση ως βαρυπενθούσα. Εμφανίζεται τότε ο Ορέστης με τον ξάδελφο του Πηλάδη, οι οποίοι από καιρό αναζητούσαν την Ηλέκτρα. Τα αδέλφια αναγνωρίζονται και οργανώνουν, κατόπιν οδηγιών γηραιού παιδαγωγού, τον φόνο του Αίγισθου στον αγρό  και της μητέρας της Κλυταιμνήστρας μέσα στην καλύβα. Μετά την εκτέλεση του φόνου, τα δυο αδέλφια σωριάζονται κάτω από το βάρος της πράξης τους, μιας πράξης που δεν έπρεπε να είχε γίνει ποτέ. Η λύση δίνεται από τους Διόσκουρους, οι οποίοι χαρακτηρίζουν δίκαιο τον φόνο της Κλυταιμήστρας και ορίζουν τα περαιτέρω (γάμος Ηλέκτρας με Πυλάδη, δίκη Ορέστη στην Αθήνα και αθώωση του με ισοψηφία).

 ΕΛΕΝΗ  :  (412 π.Χ)   H μορφή της ωραίας Ελένης ενσαρκώνει την τέλεια ομορφιά και το ερωτικό πάθος, αλλά συμβολίζει και τη θεϊκή κατάρα που προξενεί την καταστροφή στο ελληνικό και το τρωικό γένος. O μύθος της Ελένης ενέπνευσε δημιουργούς σε όλες τις εποχές. Στην αρχαιότητα, ποιητές και πεζογράφοι πραγματεύονται το θέμα και σκιαγραφούν τον χαρακτήρα της.  Ο Ευριπίδης την παρουσίασε σε μια εποχή που το κίνημα των σοφιστών είχε αρχίσει να αμφισβητεί πατροπαράδοτες αξίες αλλά κυρίως ήταν νωπή ακόμη η πανωλεθρία των Αθηνών στην Σικελική εκστρατεία. Θέλει να καταδικάσει το παράλογο του πολέμου και την άποψη πως εξ αιτίας μιας γυναίκας εξοντώθηκε ένα κράτος και ένας ολόκληρος λαός. Και θα απαντήσει με το παράλογο του ειδώλου της ηρωίδας του Τρωικού πολέμου.                                                                                                                                   Σύμφωνα με τη διασκευή του γνωστού μύθου, που υιοθετεί ο ποιητής, η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία και οι θεοί έδωσαν στον Πάρη πρώτα και έπειτα στον Μενέλαο ένα είδωλό της. Η πραγματική Ελένη βρίσκεται στην Αίγυπτο, όπου φτάνει και ο Μενέλαος ναυαγός. Η αναγνώριση των συζύγων γίνεται τη στιγμή που η Ελένη υποχρεωνόταν να υποκύψει στον βασιλιά της χώρας Θεοκλύμενο, που θέλει να την παντρευτεί. Ο Μενέλαος θέλει να  την σώσει αλλά κινδυνεύει να σκοτωθεί. Παρεμβάλλεται μια σκηνή απάτης και οι σύζυγοι δραπετεύουν. Εξαγριωμένος ο βασιλιάς καταδιώκει τους φυγάδες, αλλά οι Διόσκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης, αδελφοί της Ελένης, ὡς ἀπὸ μηχανῆς  θεοί, τον πείθουν να αποδεχθεί τη θέληση των θεών.

Η Ελένη ήταν κακό κορίτσι από μικρή. Στα 12 της αποφάσισε να την κλέψει ο πρώτος της ξάδελφος, ο Εναρφόρος. Μπορεί να γλύτωσε από τον ξάδελφο όμως δεν τα κατάφερε όταν την απήγαγε ο 50χρονος Θησέας που την παρουσίασε στη μητέρα του Αίθρα. Τα αδέλφια της Ελένης όμως κήρυξαν αιματηρό πόλεμο στην Αθήνα, την κατέστρεψαν και πήραν πίσω την αδελφή τους. Κατά μια εκδοχή η Ελένη είχε μείνει έγκυος, γέννησε στο Άργος και άφησε το νεογέννητο να το μεγαλώσει η Κλυταιμνήστρα. Ήταν η Ιφιγένεια ! Κοσμοσυρροή γαμπρών είχε κατακλύσει το παλάτι όταν ο πατέρας της  αποφάσισε να την παντρέψει. Ήταν όλοι εκεί. Όλοι εκτός από τον Αχιλλέα. Η Ελένη διάλεξε τον Μενέλαο. Βασιλιάς, άρχοντας, ψηλός, δυνατός, γενναίος, πλούσιος αλλά και αφελής. Στα δέκα χρόνια γάμου τους απέκτησαν μια κόρη, την Ερμιόνη. Ο Πάρης, ο γιος του Πρίαμου, βασιλιά της Τροίας καταφτάνει στη Σπάρτη για να πάρει ένα τρόπαιο που του είχε υποσχεθεί η Αφροδίτη. Κατά άλλη μια εκδοχή ήρθε για να ανταποδώσει την επίσκεψη του Μενέλαου στην Τροία. Ο τελευταίος που έπρεπε να παρευρεθεί στην κηδεία του παππού του στην Κρήτη άφησε εντολή στη γυναίκα του να φροντίσει τον υψηλό προσκεκλημένο τους. Η Ελένη με τον Πάρη έφυγαν νύχτα μαζί με τους θησαυρούς του Μενέλαου. Μετά το πρώτο ερωτικό τους σμίξιμο στο νησάκι Κρανάη στο Γύθειο, όπου ο Πάρης ίδρυσε και ναό προς τιμή της θεάς Αφροδίτης για να την ευχαριστήσει για την γυναίκα που του χάρισε, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στην Τροία  και έκανε πέντε παιδιά. Με την πτώση της Τροίας και το θάνατο του Πάρη την Ελένη την διεκδίκησαν τα δύο αδέλφια του αλλά εκείνη προτίμησε τον Διήφοβο τον οποίο σκοτώνει ο Μενέλαος και παίρνει πίσω τη σύζυγό του μαζί με πολεμικά λάφυρα και συνέχισαν τη ζωή τους σαν να μη συνέβη τίποτε. Μετά τον επίγειο  θάνατό της η Ελένη θα παντρευτεί με λαμπρό γάμο τον μόνο μνηστήρα που δεν την διεκδίκησε ποτέ εν ζωή. Τον Αχιλλέα.

 ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΤΑΥΡΟΙΣ  :  (412 π.Χ) Η Ιφιγένεια του Ευριπίδη στηρίζεται σε περιγραφή του Ηρόδοτου και εισαγάγει εμβληματικές αλλαγές στην παράδοση και προσθέτει όχι μόνο άλλη μια λύση στη θεραπεία του Ορέστη από την τρέλα των ενοχών του αλλά και προυποθέσεις συνάντησής του με την αδελφή του.                       Η Ιφιγένεια, ευρισκόμενη ως ιέρεια της Άρτεμης στη χώρα των Ταύρων στην Κριμαία, μετά τη θαυμαστή σωτηρία της στην Αυλίδα, αναγνωρίζει από τύχη πως ο ξένος τον οποίο πρέπει η ίδια να θυσιάσει, σύμφωνα με τις τοπικές συνήθειες, είναι ο αδελφός της ο Ορέστης ο οποίος πήγε στη χώρα αυτή μαζί με τον ξάδελφο του Πυλάδη, σύμφωνα με ένα χρησμό του Απόλλωνα, για να απαλλαγεί από τη μανία των Ερινύων, εξαιτίας της μητροκτονίας, και με την εντολή να μεταφέρει στην Αττική το ξόανο (ξύλινο άγαλμα) της θεάς Άρτεμης. Ο κίνδυνος να διαπραχθεί φριχτός φόνος προσδίδει τραγικότητα στο έργο, καθώς έθιμο του τόπου ήταν η θυσία των ξένων που κάποιο ναυάγιο έφερνε στη χώρα. Την προετοιμασία για τη θυσία τους θα έκαμνε η ιέρεια της θεάς, η Ιφιγένεια. Ο Πυλάδης, λοιπόν, και ο Ορέστης φυλακίστηκαν, προκειμένου να θυσιαστούν. Όμως, στο μεταξύ συντελέστηκε η αναγνώριση των δύο αδελφών.                                                                                                     Η κλοπή του ξόανου από τον ναό γίνεται με τέχνασμα. Η Ιφιγένεια προφασίστηκε στον βασιλιά Θόαντα ότι τα υποψήφια θύματα ήταν μολυσμένα και, επειδή άγγιξαν το άγαλμα της θεάς με τα χέρια τους, έπρεπε να εξαγνιστούν και να πλυθεί στη θάλασσα και το άγαλμα της θεάς. Απομάκρυνε τους φρουρούς με το πρόσχημα της μυστικότητας της τελετής, επιβιβάστηκαν στο καράβι και απέπλευσαν, αλλά ο Ποσειδώνας έριξε το καράβι στην ακτή. Σώθηκαν τελικά από την εκδικητική μανία του Θόαντα με την παρέμβαση της θεάς της Αθήνας ως «ἀπὸ μηχανῆς θεός» η οποία και αναστέλλει τη δίωξη. Το πλοίο φτάνει στην Αττική, στις Αλές κοντά στην Βραυρώνα, όπου οι δραπέτες έκτισαν ναό προς τιμή της Άρτεμης και στον οποίο θήτευσε ως ιέρεια η Ιφιγένεια μέχρι τον θάνατο της. Εκεί της αφιέρωναν τα φορέματα των γυναικών που πέθαιναν στη γέννα. Εξάλλου, στην ίδια θέση λατρευόταν παλιά η Ιφιγένεια ως θεά του τοκετού πριν αναλάβει τον ρόλο η θεά Άρτεμης.

Η έντεχνος πλοκή και η κατά φύση αναγνώριση δείχνουν τον χαρακτήρα της τραγωδίας του Ευριπίδη. Η ευγένεια των προσώπων, το σεμνό και αγνό ήθος της ηρωίδας που μόνο έρραινε τα θύματα όταν οι άλλοι κατέσφαζαν και η τόσο έντεχνη προφύλαξη της από το μίασμα της ανθρωποθυσίας αποτελούν στοιχεία που ακόμη και οι βάρβαροι σέβονται. Επίσης συγκινητική στιγμή και η ευγενής διαμάχη των φίλων για το ποιος υπέρ του άλλου θυσιασθεί.

ΦΟΙΝΙΣΣΑΙ    :   (408 Π.χ)   Οι “Φοίνισσαι”, η εκτενέστερη από τις σωζόμενες τραγωδίες του Ευριπίδη, περιγράφουν τις ολέθριες συνέπειες της άφιξης του Πολυνείκη στη Θήβα, με σκοπό να απαιτήσει από τον αδελφό του Ετεοκλή το μερίδιο της εξουσίας που δικαιούται. Το όνομα το δανείστηκε η τραγωδία από το χορό που τον αποτελούσαν γυναίκες από την Φοινίκη, το σημερινό Λίβανο που όδευαν προς τους Δελφούς.

Ο Πολυνείκης, διωγμένος και αδικημένος από τον αδερφό του, καταφεύγει στο ΄Αργος όπου παντρεύεται την κόρη του βασιλιά Αδράστου και εκστρατεύει με στρατό στη Θήβα (επτά επί Θήβας). Η επαπειλούμενη καταστροφή της πόλης αποφεύγεται με τη θυσία του Μενοικέα, του γιου του Κρέοντα στον θεό Άρη, αλλά και την απόφαση των δύο αδελφών που αποφασίζουν να λύσουν τις διαφορές τους σε μονομαχία. Η δραματική έκβαση της μονομαχίας σφραγίζει τη μοίρα της Ιοκάστης που αυτοκτονεί πάνω από τα πτώματα των ίδιων της παιδιών, ενώ ο Οιδίποδας οδηγείται στην εξορία ως πρόξενος των συμφορών. Έρχεται τώρα και η Αντιγόνη η οποία απορρίπτει τη διαταγή και υπόσχεται να θάψει τον αδερφό της. Δηλώνει διάλυση του αρραβώνα της με τον Αίμονα, γιο του Κρέοντα, και την πρόθεση της ν’ ακολουθήσει τον πατέρα της  στα δεινά του..

ΟΡΕΣΤΗΣ   :       (408 Π.χ)  Η τραγωδία βασίζεται επάνω στους γνωστούς μύθους των δεινών του βασιλικού οίκου των Ατρειδών. Ο Ορέστης, με την ηθική συναυτουργία της αδελφής του Ηλέκτρας έχει μόλις φονεύσει τη μητέρα τους Κλυταιμνήστρα, καθώς και τον εραστή της και μετέπειτα άνδρα της Αίγισθο, ώστε να τους εκδικηθεί για τον φόνο του πατέρα τους Αγαμέμνονα, που συντελέστηκε μετά τη θριαμβευτική επιστροφή του στο Άργος από τον Τρωικό πόλεμο.      O Ορέστης λοιπόν κατατρεγμένος από τις Ερινύες, βρίσκεται άρρωστος, φάντασμα του αλλοτινού εαυτού του να τον περιποιείται η Ηλέκτρα, που κλαίει και οδύρεται για τα βάσανα τους με τη σύμπραξη του χορού. Τα δύο αδέλφια γνωρίζοντας πως η μιαρή τους μητροκτονία έχει ξεσηκώσει τον λαό του Άργους εναντίων τους, προστρέχουν προς βοήθεια στον θείο τους Μενέλαο και στην ωραία Ελένη που έχουν  μόλις φτάσει στο  Άργος.                                                                      Δυστυχώς όμως. Έπειτα από το βαρύ κατηγορώ του παππού τους Τυνδάρεω και την απόφαση του Άργους για τη θανάτωση των μητροκτόνων Ορέστη και Ηλέκτρας, ο Μενέλαος δεν προσφέρει ουσιαστική βοήθεια στα ανίψια του. Κάτω, ωστόσο, από τον επικείμενο αφανισμό των δύο αδελφών, ο καρδιακός φίλος του Ορέστη ο Πυλάδης συλλαμβάνει το σχέδιο να δολοφονήσουν μαζί τη γυναίκα του Μενέλαου την Ελένη, υπαίτια του Τρωικού πολέμου και όλων των μετέπειτα δεινών τους, να πυρπολήσουν το παλάτι και να απαγάγουν την κόρη του Ερμιόνη, ώστε να τον εκβιάσουν να για να τους βοηθήσει.Το σχέδιο του Πυλάδη μπαίνει σε εφαρμογή…                                                                                                                    Στο τέλος, ως από μηχανής θεός ο  Απόλλωνας, αυτός που έδωσε τον χρησμό, ανακοινώνει πως η Ελένη τελικά δε σφάχτηκε από τους δύο νέους, καθώς αναλήφθηκε και θεοποιήθηκε στον Όλυμπο και πως ο Ορέστης πέπρωται να  λείψει για ένα διάστημα, ενώ μόλις επιστρέψει θα αθωωθεί από τον Άρειο Πάγο. Του ανακοινώνεται επίσης πως πρόκειται να παντρευτεί την Ερμιόνη, ενώ ο Πυλάδης την Ηλέκτρα. Τέλος, τόνιζε ότι όλα γίνανε με τη θεία βούληση και έτσι συμφιλιώθηκαν όλοι.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ  :    (405 Π.χ)  Όταν ο στόλος συγκεντρώθηκε στην Αυλίδα, εγκλωβίστηκε εκεί από την άπνοια ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή, από ενάντιους ανέμους. Η αιτία γι’ αυτό ήταν, σύμφωνα με τον μάντη Κάλχα, ο θυμός της Άρτεμης. Οι αιτίες για τον θυμό της ποικίλουν:

  • Ο πατέρας (ή παππούς) του αρχιστράτηγου, ο Ατρέας, δεν είχε θυσιάσει το αρνί με το χρυσόμαλλο δέρας στη θεά.
  • Ο Αγαμέμνονας υπερηφανεύθηκε για τις κυνηγετικές του ικανότητες συγκρίνοντάς τες με αυτές της θεάς Άρτεμης του κυνηγιού.
  • Ο Αγαμέμνονας αθέτησε την υπόσχεση του να προσφέρει στη θεά το καλύτερο προϊόν της χρονιάς, που έτυχε να είναι η κόρη του Ιφιγένεια.

Η θυσία της κόρης του στρατηγού, της Ιφιγένειας, θα απεγκλώβιζε τον στόλο από την απραξία. Ο Αγαμέμνονας δέχτηκε να τελέσει τη θυσία είτε από φιλοδοξία (Αισχύλος, Αγαμέμνων) είτε για το κοινό καλό (Ευριπίδης, Ιφιγένεια εν Αυλίδι).        Με δόλο ζήτησε από τη γυναίκα του να στείλει την Ιφιγένεια στην Αυλίδα, επικαλούμενος αρραβώνα της κόρης τους με το πρωτοπαλίκαρο των Ελλήνων, τον Αχιλλέα. Όταν ο αρχηγός των Μυρμιδόνων πληροφορήθηκε τον δόλο και την εμπλοκή του ονόματός του, προσπάθησε να σταματήσει τη θυσία, όμως όλο το στράτευμα -και οι δικοί του ακόμη στρατιώτες- επιθυμούσαν την απεμπλοκή από το τέλμα. Στο τέλος ο Αχιλλέας κινδύνεψε με λιθοβολισμό.                    Ο Αγαμέμνονας τέλεσε τη θυσία κρυφά από την Κλυταιμνήστρα, την οποία, αμέσως μετά, έστειλε πίσω στο Άργος. Στο μεταξύ, στη διάρκεια της θυσίας η Άρτεμη αντικατέστησε την κόρη με ένα ελάφι ως θύμα, ενώ την ίδια την οδήγησε στην Ταυρίδα, όπου και την έκανε ιέρεια της.

Δεν λείπουν παραλλαγές του μύθου της θυσίας, τόσο ως προς τον τόπο όσο και ως προς την αντικατάσταση. Λεγόταν, λοιπόν, ότι η Ιφιγένεια μεταμορφώθηκε σε ταύρο ή δαμάλα ή αρκούδα ή σε γριά γυναίκα ή ότι η θυσία διακόπηκε από την αιφνίδια άφιξη ενός ζώου ή της γριάς και ότι τα σημεία αυτά ερμηνεύτηκαν από τον ιερέα ως ενδείξεις πως οι θεοί δεν ήθελαν πια τη θυσία.

ΒΑΚΧΑΙ  :      (405 Π.χ)  Tο μοναδικό από τα σωζόμενα δράματα με θέμα διονυσιακό το οποίο διδάχθηκε μετά τον θάνατο του ποιητή. Ο Πενθέας, βασιλιάς της Θήβας, και πρωταγωνιστής του δράματος, αρνείται να αποδεχτεί την θεότητα του Διόνυσου, ο οποίος φτάνει στην πόλη του και έχει ήδη τη αποδοχή πάντων συμπεριλαμβανομένων και των Τειρεσία και Κάδμου οι οποίοι προσπαθούν μάταια να τον μεταπείσουν. Αντ αυτού ο Πενθέας συλλαμβάνει, χλευάζει και φυλακίζει όσες ακολουθούν τον Διόνυσο στον Κιθαιρώνα (μαινάδες) και μαζί μ αυτές και τον ίδιο τον θεό. Η εκδίκηση του θεού που ακολουθεί είναι τρομερή. Με κάποιο τρόπο απελευθερώνεται και οδηγεί τον βασιλιά κρυφά και μεταμφιεσμένο στο βουνό όπου εντοπίζεται από τις μαινάδες και σπαράζεται αλύπητα και από την ίδια την μάνα του, η οποία αγνοεί ότι είναι ο γιος της. Όταν μαθαίνει από τον ίδιο τον Κάδμό τη φρικτή της πράξη παίρνουν και οι δύο το δρόμο της εξορίας. Η περιγραφή της εκστασιακής λατρείας του θεού από το χορό των βακχών δηλώνει την ειλικρινή ευλάβεια την οποία πλήρωσε ακριβά ο βασιλιάς της Θήβας.

Και στο έργο αυτό είναι έντονη η παρουσία του ανθρώπινου πόνου, που εδώ όμως δεν προέρχεται από τον έρωτα, τον πόλεμο ή την πλάνη, αλλά από τους θεούς προς τους ανόσιους υβριστές τους.

ΡΗΣΟΣ   :    (408 π.Χ.) Ραψωδία καλείται το επικό ποίημα που αναφέρεται στη ζωή και τα κατορθώματα ονομαστού ήρωα ή ομάδας ηρώων ή και στη δράση και εξέλιξη επιφανούς πόλεως (ράπτω+άδω). Στην προκειμένη περίπτωση η αναφορά γίνεται στο Ίλιο, δηλαδή την Τροία και τον Τρωικό πόλεμο.

Το θέμα είναι παρμένο από την Κ  ραψωδία της Ιλιάδας, αλλιώς και Δολώνεια, ο αλαζονικός βασιλιάς των Θρακών Ρήσος, συμμετέχει, έστω και καθυστερημένα,  σαν σύμμαχος του Πρίαμου στο πλευρό των Τρώων.                                                    Κατόπιν εισήγησης του Νέστορα προς τους στρατηλάτες Αγαμέμνονα και Μενέλαο, επιλέγονται ο Οδυσσέας μαζί με τον Διομήδη για να κατασκοπεύσουν, την εικοστή έκτη νύχτα  της πολιορκίας, το εχθρικό στρατόπεδο. Την ίδια στιγμή και για τον ίδιο σκοπό επιλέγεται και ο Δόλωνας από τον Έκτορα. Νέος, άσχημος, γοργοπόδαρος, αστόχαστος αλλά με την φιλοδοξία να κλέψει τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα, ο Δόλωνας θα αιχμαλωτιστεί και θα αποκεφαλιστεί από τους Αχαιούς χωρίς κανένα ενδοιασμό. Επί τη ευκαιρία τα λευκά σαν χιόνι άλογα, σύμφωνα με κάποιον χρησμό, αν έτρωγαν τρωικό χόρτο και έπιναν νερό από τον Ξάνθο, θα έσωζαν την Τροία. Στη συνέχεια ο Οδυσσέας μαζί με τον Διομήδη πλησιάζουν τον καταυλισμό και διακρίνουν τον Ρήσο τον οποίο σκοτώνουν και αρπάζουν τα άλογα. Μ αυτό το περίλαμπρο λάφυρο οι δύο Έλληνες κατάσκοποι επιστρέφουν στο αχαικό στρατόπεδο όπου τους γίνεται θριαμβευτική υποδοχή αφού η επιτυχία αυτή έγινε αφορμή να αλλάξει η καταθλιπτική ατμόσφαιρα του στρατοπέδου.

Το δράμα αυτό που έχει τα πιο αρμονικά χορικά της ελληνικής τραγωδίας, θεωρείται και το νεανικό έργο του Ευριπίδη.

ΚΥΚΛΩΨ  :    (410 π.Χ). Είναι το μοναδικό σατυρικό δράμα του Ευριπίδη που έχει διασωθεί ακέραιο. Το θέμα και εδώ παρμένο από την Ι ραψωδία της Οδύσσειας. Στο έργο παρουσιάζεται με ευτράπελο τρόπο η περιπέτεια του Οδυσσέα στο νησί των Κυκλώπων και η τύφλωση του Πολύφημου. Ο Σειληνός και οι γιοι του, οι Σάτυροι, βγαίνουν στο πέλαγος για να κυνηγήσουν Τυρρηνούς ληστές που έκλεψαν τον Διόνυσο, αλλά ναυαγούν στο νησί των Κυκλώπων. Έτσι, από υπηρέτες του Βάκχου γίνονται βοσκοί και οικονόμοι του Πολύφημου.                                                                        Οι Σειληνοί ήταν σύντροφοι του Διόνυσου, δαίμονες των υδάτων και της ευφορίας της γης. Έμοιαζαν πολύ με τους Κένταυρους αφού είχαν αυτιά, ουρά και οπλές αλόγων και κατάγονταν από τη Θράκη.                                              Οι Σάτυροι πάλι ήταν και αυτοί σύντροφοι του Διόνυσου, πνεύματα των βουνών και των δασών. Φαλακροί με μυτερά αυτιά και με πόδια τράγου.

Η ζωή των ναυαγών κυλάει βασανιστικά, μέχρι που εμφανίζεται στην ακτή ένα ελληνικό καράβι, με τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του. Ο Σειληνός υποδέχεται θερμά τους ταξιδιώτες και ανταλλάσσει με κρασί, τα τυριά και τα κρέατα του αφέντη του. Όμως, μπροστά στον Πολύφημο, ο Σειληνός θα ισχυριστεί πως έχει πέσει θύμα κλοπής και άγριου ξυλοδαρμού από τους Έλληνες. Μάταια ο Οδυσσέας θα προσπαθήσει να πείσει τον Πολύφημο για το αντίθετο, ζητώντας του να σεβαστεί τους νόμους της φιλοξενίας. Ο Κύκλωπας θα οδηγήσει τους ξένους στην σπηλιά του και θα καταβροχθίσει δύο από αυτούς. Ο Οδυσσέας, μπροστά στον κίνδυνο, οργανώνει ένα σχέδιο εκδίκησης, που καταλήγει στην τύφλωση του Πολύφημου.        Ο Κύκλωπας, τυφλός πια, βγαίνει από τη σπηλιά απειλώντας να σκοτώσει τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, που έχουν ήδη σαλπάρει παίρνοντας μαζί τους και τους Σατύρους.                                                  Στον Κύκλωπα κεντρικός άξονας της δραματουργίας είναι η σύγκρουση του πρωτόγονου ενστίκτου, που εκφράζει ο Πολύφημος, με την πολιτισμένη κοινωνία, που εκπροσωπεί ο Οδυσσέας. Η παρουσία των Σατύρων στο χορό του δράματος εντάσσει τους ήρωες σε ένα διονυσιακό περιβάλλον, υπογραμμίζοντας έτσι την εύθυμη πλευρά τους.

Ο Ευριπίδης, υπηρετώντας πενήντα χρόνια τις Μούσες, έγραψε 88 δράματα, δηλαδή 22 τετραλογίες και είναι αξιοπαρατήρητο πως ο αριθμός αυτός συμπίπτει περίπου με τον αριθμό των έργων που αποδίδονται και στον Αισχύλο από αρχαίους βιογράφους. Τα περισσότερα χάθηκαν, ξέρουμε όμως τους τίτλους κι έχουμε σύντομα αποσπάσματα μερικών απ’ αυτά.        Τα χαμένα έργα του, σε αλφαβητική σειρά, είναι:

Αιγεύς, Αίολος, Αλέξανδρος, Αλκμέων δια Ψωφίδος, Αλκμέων ο δια Κορίνθου, Αλκμήνη, Αλόπη, Ανδρομέδα, Αντιγόνη, Αντιόπη, Αρχέλαος, Αύγη, Αυτόλυκος, Βελλερεφόντης, Βούσυρις, Γλαύκος, Δανάη, Δίκτυς, Επειός, Ερεχθεύς, Ευρυσθεύς, Θερισταί, Θησεύς, Θυέστης, Ινώ, Ιξίων, Ιππόλυτος καλυπτόμενος, Κάδμος, Κερκυών, Κρεσφόντης, Κρήσσαι, Κρήτες, Λάμια, Λικύμνιος, Μελανίππη η σοφή, Μελανίππη η δεσμώτις, Μελέαγρος, Μυσοί, Οιδίππους, Οινεύς Οινόμαος, Παλαμήδης, Πειρίθους, Πελιάδες, Πηλεύς, Πλεισθένης, Πολύιδο, Πρωτεσίλαος, Ραδάμανθυς, Σθενέβοια, Σίσυφος, Σκύλλα, Σκύριοι, Συλεύς, Τέννης, Τήλεφος, Τημενίδαι, Τήμενος,Υψιπύλη, Φαέθων, Φιλοκτήτης, Φοίνιξ, Φρίξος και Χρύσιππος.

Ει και μη τα άλλα ευ οικονομεί, αλλά τραγικότατος γε των ποιητών φαίνεται

 

.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *