ΑΙΣΧΥΛΟΣ   525 – 456   π. Χ

Eκφράζει τα ιδανικά της εποχής των νικών του Eλληνισμού, έχει βαθιά θρησκευτική πίστη στην ανεξερεύνητη θεία δικαιοσύνη, προσήλωση στην ελευθερία, τη δημοκρατία και τη νομιμότητα, και πλάθει τους ήρωές του μεγάλους και στην ακμή και στην πτώση τους.

Πατέρας της τραγωδίας ο Ελευσίνιος  γιός του ευγενούς Ευφορίωνος. ‘Ελαβε μέρος σε όλους τους Περσικούς πολέμους και στη μάχη του Μαραθώνα όπου πολέμησε και τραυματίστηκε ενώ ο αδελφός του Κυνέγειρος έπεσε ηρωικά μαχόμενος.

Ο χώρος των Ελευσινίων Μυστηρίων, η ευγένεια του αίματος του, η αριστοκρατική ανατροφή, η δημοκρατική ελευθερία και η εμπειρία από τους μεγάλους εθνικούς αγώνες συνέβαλλαν να διαπλάσει φρόνημα υψηλό και ήθος ευσεβές και γενναίο .

Ενώ μετείχε σε αγώνες τραγωδιών από το 500 π.Χ μόλις το 484 π.Χ  έλαβε την πρώτη του νίκη και παρέμεινε στην κορυφή της τραγικής σκηνής μέχρι το 468 π.Χ οπότε και ηττήθηκε από τον  Σοφοκλή, ένα πρωτοεμφανιζόμενο τραγωδό. Έκτοτε οι δύο δραματουργοί κυριαρχούσαν με αμοιβαίες επιτυχίες. Ο Αισχύλος προσκλήθηκε από τον τύραννο των Συρακουσών, Ιέρωνα για να γράψει τις Αιτνέες, τραγωδία όπου αναφέρεται στην νεοαποκτηθείσα από τον τύραννο πόλη της Αίτνας. Το 458 π.Χ ήταν το έτος κατά το οποίο δίδαξε στην Αθήνα την τριλογία Ορέστεια και κατέκτησε ποιητικό έπαθλο. Δύο χρόνια μετά ταξίδεψε για δεύτερη φορά στη Γέλα της Σικελίας – πιθανώς εξαιτίας της διαφωνίας του με το αθηναϊκό κοινό, όπως παρουσιάζεται σε ένα χωρίο στους Βατράχους του Αριστοφάνη.  Σε αυτή τη δεύτερη επίσκεψή του λέγεται πως έχασε τη ζωή του σε ηλικία 70 ετών με έναν απίστευτο τρόπο: Συγκεκριμένα, λέγεται ότι σκοτώθηκε όταν δέχτηκε στο κεφάλι του μια χελώνα την οποία είχε ρίξει από ψηλά ένας αετός προκειμένου να σπάσει το καβούκι της και μετά να τη φάει!

Οι  Γελώοι  ετίμησαν τον ποιητή με μεγαλοπρεπή τάφο πάνω στον οποίο χάραξαν ένα δικό του επίγραμμα :

 Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας αλκήν δ ευδόκιμονΜαραθώνιον άλσος αν είποσι και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος

Ο Αισχύλος στις τραγωδίες του εκπροσωπεί το ύψος, όπως ο Σοφοκλής το κάλλος και ο Ευριπίδης το πάθος. Οι τραγωδίες του, που αποτελούν πιστή εικόνα της γενεάς των ευσεβών και γενναίων Μαραθωνομάχων και Σαλαμινομάχων, μπορεί να μην έχουν την περίτεχνο πλοκή, τις αντιθέσεις, τις περιπέτειες και τις αναγνωρίσεις των χαρακτήρων του Σοφοκλή όμως έχουν όγκο, μεγαλοπρέπεια και ηθικό σθένος. Οι ήρωες του εμφανίζονται σαν υπερφυσικά και ατρόμητα πρόσωπα, Τιτάνες δηλαδή αλλά και Γίγαντες όχι μόνο στο ανάστημα αλλά και στο πάθος και την καρτερία. Η γλώσσα έκφρασης του ποιητή είναι ποιητική, γλαφυρή και μυστηριακή που δεν προυπάρχει της εποχής του. Περιέχει ρήματα σεμνά και δημιουργεί μια βαθύτερη, ιερότερη σχέση μεταξύ θεατή και του έργου καθιστώντας τον αποδέκτη και συμμέτοχο φιλοσοφικών και θρησκευτικών στοχασμών και νοημάτων. Αυτή ακριβώς η μυστηριακή κάθαρση ήταν το ζητούμενο και ο απώτερος σκοπός της τραγωδίας κατά τον Αισχύλο.

ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΤΡΑΓΩΔΙΩΝ ΤΟΥ ΑΙΣΧΥΛΟΥ

Η αρχαιοτάτη ίσως εκ των σωζομένων σήμερα τραγωδιών του Αισχύλου είναι αι Ικέτιδες, που γράφτηκε το 472 π.Χ με το λυρικό στοιχείο να επικρατεί.  Δείγµα της πρώτης καλλιτεχνικής περιόδου του ποιητή, µιας µεταβατικής µέσης περιόδου ανάµεσα στον αρχικό λυρικό διθύραµβο και το κλασικό δραµατικό είδος της τραγωδίας.

Αποτελεί ύμνο στη δημοκρατία και την αξιοπρέπεια της γυναίκας. Είναι το πρώτο μέρος τριλογίας ακολουθούμενο από τις τραγωδίες «Αιγύπτιοι» και «Δαναΐδες» και από το σατυρικό δράμα «Αμυμώνη»

Η ιστορία έχει ως εξής:      Ο Ζεύς ερωτεύεται την Ιώ, ιέρεια του ναού της Ήρας στο Άργος και κόρη του βασιλιά Ίναχου.  Η ζηλιάρα Ήρα µεταµορφώνει την κόρη σε αγελάδα και τη στέλνει να βόσκει στα λιβάδια της Λέρνας κάτω από την άγρυπνη φύλαξη του «πανόπτη» βοϊδοβοσκού, τερατόµορφου Άργου.  Ο Ζευς, µην µπορώντας να πλησιάσει την αγαπηµένη του, βάζει τον Ερµή να σκοτώσει τον άγριο φύλακα και ο ίδιος, παίρνοντας µορφή ταύρου, σµίγει µε την Ιώ.  Μανιασµένη η Ήρα στέλνει τον Οίστρο, που το κέντρισµά του προκαλεί παράκρουση φρενών στο δυστυχισµένο πλάσµα.  Οιστροκεντρισµένη η Ιώ ξεχύνεται σε µια ξέφρενη πορεία ανά τον κόσµο. Ύστερα από πολλές περιπέτειες ο Ζεύς την αγγίζει µε το χέρι του και το άγγιγµά του της ξαναδίνει την ανθρώπινη µορφή της και την κάνει να συλλάβει και να γεννήσει τον Έπαφο στην Αίγυπτο.  Ο Έπαφος αποκτά δυο γιους, τον Δαναό και τον Αίγυπτο. Ο Δαναός αποκτά 50 κόρες κι ο Αίγυπτος 50 γιους. Οι γιοι του Αιγύπτου ζητούν σε γάµο τις θυγατέρες του Δαναού, οι οποίες, όµως, αρνούνται.

Εν τω μεταξύ ζούμε στον απόηχο της καταστροφής του Άργους από τον σπαρτιατικό στρατό  495-491 π.Χ.

Οι πενήντα κόρες του Δαναού, καταφεύγουν στο Άργος, πόλη της καταγωγής τους, ως ικέτισσες για να αποφύγουν τον αιμομικτικό γάμο τους με τους ξαδέρφους τους. Μετά τις συμβουλές του Δαναού προς τις κόρες του να επιδείξουν σύνεση και να επικαλεστούν τους θεούς, υποδέχονται το βασιλιά του Άργους, Πελασγό, που παραξενεμένος από την εξωτική εμφάνιση των νεαρών, ζητά εξηγήσεις. Όταν εκείνες του εξηγούν την κατάστασή τους, ο βασιλιάς της «Απίας γης» μπαίνει σε δίλημμα: Αν τις διώξει, κινδυνεύει από την τιμωρία του Δία που προστατεύει τους ικέτες αλλά αν τις δεχτεί, κινδυνεύει από ενδεχόμενη επιδρομή των βαρβάρων. Πρώτο του μέλημα είναι η ευθύνη του προς την πόλη και ενώ δείχνει να φοβάται την απειλή των Αιγυπτίων, οι Δαναΐδες επεμβαίνουν δραματικά απειλώντας με αυτοχειρία εφόσον τις διώξει, έτσι ώστε να μιάνουν την πόλη του Άργους. Τελικά πείθεται να τις δεχτεί και συμβουλεύει το Δαναό να γεμίσει τους ναούς με κλαδιά ελιάς, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η συγκατάθεση των Αργειτών. Έτσι και γίνεται, οπότε οι πολίτες συγκατατίθενται να προσφέρουν άσυλο στις Δαναΐδες και εκείνες εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους.

Ο πατέρας τους ωστόσο τις προειδοποιεί ότι οι Αιγύπτιοι θα τις καταδιώξουν. Ο φόβος των νεαρών είναι διάχυτος και δηλώνουν ότι προτιμούν το θάνατο από το γάμο με τους γιούς του Αιγύπτου. Όταν τελικά εκείνοι καταφθάνουν και τις απειλούν, οι Δαναΐδες χαίρουν πλέον της προστασίας του Πελασγού και των Αργείων.  Έτσι, οι Αιγύπτιοι αναγκάζονται σε υποχώρηση και οι κόρες του Δαναού εγκαθίστανται στη Θήβα ευχαριστώντας και εξυμνώντας την πόλη που τους δέχτηκε. Το δράμα ολοκληρώνεται με ένα χορικό προς τον Δία, παρακαλώντας το βασιλιά των θεών να προφυλάσσει από γάμο αθέλητο.

Στην τραγωδία αυτή, όπως και στους Πέρσες, ο ποιητής εξυμνεί τον πολιτισμό των Ελλήνων εν αντιθέσει της θρασύτητας και βαρβαρότητας των βαρβάρων της Ασίας και Αφρικής. Κεντρικός άξονας του δράματος είναι ο γάμος μίας γυναίκας με συγγενή της. Σύμφωνα με το αττικό δίκαιο αν μία μοναχοκόρη κληρονομούσε περιουσία υποχρεούνταν να παντρευτεί συγγενή της για να παραμείνει η περιουσία στην οικογένεια.

Επίσης μέσα από το χαρακτήρα του Πελασγού διακρίνουμε υπόδειγμα δημοκρατικού βασιλιά που επιδεικνύει έντονο ενδιαφέρον για την άποψη των πολιτών του, αφού θεωρεί ότι η απόφαση που πρέπει να ληφθεί πρόκειται να καθορίσει το μέλλον της πόλης.

Σύμφωνα με τον μύθο, στο δεύτερο έργο (δηλ. Τους Αιγυπτίους) θεωρείται ότι οι κόρες του Δαναού εξαναγκάζονταν – πιθανώς μετά από την ήττα του Άργους και το θάνατο του βασιλιά- να παντρευτούν τους εξαδέλφους τους. Έτσι εξυφαίνουν το σχέδιο δολοφονίας των συζύγων τους κατά την πρώτη νύχτα του γάμου. Στο τρίτο έργο (τις Δαναΐδες) εξιστορούνταν η ιστορία της Υπερμήστρας, η μόνη από τις 50 αδελφές που δεν υπάκουσε στην εντολή του πατέρα τους Δαναού και δεν σκότωσε τον σύζυγό της, Λυγκέα , την πρώτη νύχτα του γάμου της. Για την πράξη της αυτή οδηγήθηκε από τον πατέρα της σε δίκη, αλλά αθωώθηκε από τους Αργείους.  Οι υπόλοιπες δολοφόνοι των συζύγων τους καταδικάστηκαν μετά τον θάνατό τους και την κάθοδό τους στον Άδη να μεταφέρουν και να ρίχνουν αιώνια νερό μέσα σε ένα τρύπιο πιθάρη (τετρημένον πίθον). Ο Αισχύλος είχε πραγματευθεί την Κρίση της Υπερμήστρας σε μια χαμένη του τραγωδία όπου υποκύπτοντας στο έρωτα, σώζει τη ζωή του συζύγου της, ερχόμενη σε αντίθεση με την απόφαση των υπολοίπων Δαναΐδων.

Η λυρική τραγωδία Οι Πέρσαι  το σπουδαιότερο αντιπολεμικό ιστορικό έργο του Αισχύλου γράφτηκε επίσης το 472 π.Χ  για να εξυμνήσει τη νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα το 480 π.Χ  στην οποία έλαβε μέρος και ο ποιητής. Το έργο παρουσιάζεται ότι διαδραματίζεται στη Σούσα, την πρωτεύουσα δηλαδή της τότε Περσικής αυτοκρατορίας. Ας γίνουμε για λίγο Πέρσες με την αγωνία της έκβασης του πολέμου και την ανησυχία για την τύχη του στρατού μας στο κατακόρυφο. Ο αγγελιοφόρος έχει φτάσει και ενημερώνει την καταστροφή του περσικού στρατού στη Σαλαμίνα. Μεταφέρει στον χορό και την Άτοσσα τα αποτελέσματα της τιμωρίας. Το υγρό στοιχείο που παραβίασε ο γιος της τον καταστρέφει αρχικά στη Σαλαμίνα όπου τα τριακόσια δέκα ελληνικά καράβια,  χτύπησαν και αναποδογύρισαν τα χίλια διακόσια επτά περσικά καράβια. Η θάλασσα χάθηκε στην αισχύλεια αφήγηση από το πλήθος των ναυαγίων. Σωρός οι νεκροί στις ακτές και τα βράχια. Πρόκειται για τα ίδια πλοία που έδεσε ο Ξέρξης για να γεφυρώσει τα στενά του Ελλησπόντου μια απαράβατη γραμμή διαχωρισμού ανάμεσα στην Ασία και την Ευρώπη.

Για να απαλύνει τον πόνο της  Άτοσσας, που δεν ξεχνά το όνειρο-οιωνός όπου το μικρόσωμο γεράκι εφορμά και τρέπει σε φυγή τον ανυπεράσπιστο αετό, την ενημερώνει ότι ο γιος της, ο Ξέρξης, ζει και πως πολλοί επιφανείς Πέρσες στρατηγοί σκοτώθηκαν. Η είδηση βύθισε όλη την Περσία στο πένθος και τους θρήνους. Η αλαζονεία νικήθηκε. Στη συνέχεια εμφανίζεται ο Ξέρξης, με κουρελιασμένη τη στολή του αντί πορφύρας, να θρηνεί σε ένα κομμό, με ντροπιασμένη φωνή αλλά και με άνανδρους όσο και απεγνωσμένους χαρακτηρισμούς την ήττα του.

Ο Αισχύλος, στο έργο του, εκτός των άλλων προσώπων, περιπλέκει και τον Δαρείο, τον οποίο παρουσιάζει, ως φάντασμα που πληροφορείται για τη συμφορά των Περσών και την αποδίδει στην αλαζονεία του γιου του που ξεπέρασε το μέτρο.  Η Σαλαμίνα είναι το πρώτο μέρος της ανταπόδοσης και οι Πλαταιές, όπως προφητεύει ο Δαρείος προτού επιστρέψει στον Κάτω Κόσμο, θα είναι το δεύτερο. Ο Χορός αναπολεί τις επιτυχίες του Δαρείου όσο ήταν ζωντανός.

Με την έλευση του βαρβάρου Πέρση αγγελιοφόρου, περιγράφει και ομολογεί την αυτοθυσία, την φιλοπατρία, την φιλοστοργία, προς την Πατρίδα, προς την Θρησκεία και τον σεβασμό των Ελλήνων. Παρουσιάζει με συνταρακτικό τρόπο, ψυχικής και πνευματικής έξαρσης, με οίστρο, τα γεγονότα και το θάρρος των Ελλήνων.

Παρήν ομού κλύειν πολλήν βοήν. Ω παίδες Ελλήνων ίτε, Ελευθερούτε πατρίδα, ελευθερούτε δε Παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη Θήκας τε προγόνων, νυν υπέρ πάντων αγών

Στο τέλος ο χορός εγκαταλείπει τη σκηνή τραγουδώντας ένα χορικό με λόγια σοφά και άμεσα συνδεδεμένα με την πλοκή και την κατάληξη του δράματος. Αυτά ήταν τα εργαλεία με τα οποία δίδαξε ο Αισχύλος την τραγωδία του Πέρσαι, παρουσιάζοντας με τον δικό του ποιητικό τρόπο ένα ιστορικό γεγονός που επεξεργάστηκε εκ νέου ο Ηρόδοτος μετά από αρκετά χρόνια, στηριζόμενος στην εκδοχή του Αισχύλου.

Δράμα γεμάτο πόλεμο (Άρεως μεστόν) χαρακτηρίστηκε η τραγωδία Επτά επί Θήβας κατά την οποία ο τραγωδός εμφανίζει τον  φλογερό όσο και ατρόμητο ενθουσιασμό του προς τον πόλεμο αλλά και προς την   δραματική του τέχνη.

Μετά τη διάδοση της γραφής και την επιτυχία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, πολλοί ποιητές με τις λογοτεχνικές φιλοδοξίες τους  συνειδητά επιχείρησαν συνειδητά όχι μόνο να ανταγωνιστούν τον Όμηρο, αλλά να σταθούν δίπλα του και να ολοκληρώσουν την προσφορά του. Τα έργα των κυκλικών, όπως χαρακτηρίστηκαν αυτοί οι ποιητές, όσα σώζονται μέχρι σήμερα ταξινομήθηκαν σε κύκλους όπως:

ΕΠΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ. Το έπος του Εύμηλου από την Κόρινθο Η Τιτανομαχία . Διηγόταν τη γένεση των θεών, τον πόλεμο τους με τους Τιτάνες και την επικράτηση του Διός.

ΘΗΒΑΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ. Η Οιδιπόδεια του Λακεδαίμονα Κιναίθωνα με την ιστορία του ομώνυμου τραγικού ήρωα, η Θηβαίς με την αποτυχημένη εκστρατεία των επτά, οι Επίγονοι του Αντίμαχου με την ιστορία  της νέας γενιάς ηρώων που επιτέθηκαν στη Θήβα, με επιτυχία αυτή τη φορά, και η Αλκμεωνίς όπου εξιστορείται η δολοφονία της  Εριφύλης από το γιό της Αλκμαίονα επειδή είχε κανονίσει το θάνατο του πατέρα του Αμφιάραου, είναι τα σωζόμενα έπη του κύκλου.

ΤΡΩΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ. Με τα έπη : Τα Κύπρια, η Αιθιοπίς, η μικρά Ιλιάς, η Ιλίου πέρσις, οι Νόστοι και η Τηλεγονία.

Από την τετραλογία λοιπόν Λάιος, Οιδίπους, Επτά επί Θήβας και Σφίγξ σώζονται μόνο οι Επτά επί Θήβας που γράφτηκαν το 467 π.Χ, καταμεσίς των Περσικών πολέμων, και έχουν ως θέμα την σύγκρουση και αλληλοκτονία των δύο γιών του Οιδίποδα  Ετεοκλέους και Πολυνείκη. Η συμφωνία των δύο αδελφών για την εκ περιτροπής βασιλεία των Θηβών καταπατείται από τον Ετεοκλή και ο Πολυνείκης με την βοήθεια άλλων έξη βασιλέων  ( Άδραστος, Αμφιάραος, Ιππομέδοντας, Τυδέας, Παρθενοπαίος και Καπανέας)  βρίσκεται προ των πυλών της πόλης. Ο μεν Ετεοκλής που κατά βάθος συγκινείται από την δίψα της εξουσίας εμφανίζεται ως ο συμπαθής υπερασπιστής των Θηβών που έχει όμως να τιθασεύσει τις ανεξέλεγκτες αντιδράσεις των γυναικών. Ο δε Πολυνείκης , ο οποίος στην τραγωδία δεν εμφανίζεται, παρουσιάζεται με μελανά χρώματα ως εχθρός της πόλης και των παραδόσεων των Θηβών. Ο θάνατος των δύο αδελφών θα είναι και η απαρχή μιας τραγωδίας που στο τέλος θα επιφέρει  τον όλεθρο του γένους των Λαβδακιδών. Η Αντιγόνη και η Ισμήνη θρηνούν για τον άδικο χαμό των αδελφών τους. Ο κήρυκας τους ανακοινώνει την απόφαση των αρχόντων να θάψουν με τιμές μόνο τον Ετεοκλή και να αφήσουν άταφο τον ΄΄προδότη΄΄ αδελφό του Πολυνείκη. Το έργο κλείνει με την Αντιγόνη να παρακούει τις εντολές των αρχόντων και να θέλει να θάψει τον Πολυνείκη την δε Ισμήνη να θάβει τον Ετεοκλή υπακούουσα στις διαταγές.

Γιός του Πολύδωρου και της Νυκτηίδας ο Λάβδακος (χωλός,αδέξιος) ήταν εγγονός του Κάδμου, ιδρυτού των Θηβών και πατέρας του Λάιου, ο οποίος σκοτώθηκε προτού χρονίσει ο γιός του σε μια μάχη με τους Αθηναίους. Επειδή ατίμασε τον γιό

The rape of Europa

του βασιλιά της Κορίνθου Πέλοπα, που από τη ντροπή του κατόπιν αυτοκτόνησε, κουβαλούσε την γνωστή κατάρα των Λαβδακιδών που κληρονομικά πέρασε από τρεις γενεές και  ολοκληρώθηκε με τον θάνατο της Αντιγόνης. Ο Λάιος νυμφεύθηκε την ηρωίδα της Βοιωτίας Ιοκάστη και παρά τις συμβουλές της Ήρας και του θεού Απόλλωνα να μη τεκνοποιήσει, ένεκα της κατάρας, μια νύχτα μεθυσμένος παρέσυρε την γυναίκα του και ύστερα από πολλά χρόνια ατεκνίας απέκτησαν ένα γιό, τον Οιδίποδα ο οποίος σύμφωνα με το χρησμό του μαντείου θα σκότωνε εν αγνοία του τον πατέρα του και θα νυμφευόταν την Ιοκάστη..

Μόλις γεννήθηκε ο Οιδίπους, ο Λάιος έδωσε εντολή να τρυπήσουν τα πόδια του βρέφους (Οιδί – πους) να τα δέσουν και να παραδώσουν τον μικρό σε έναν δούλο με την εντολή να το εγκαταλείψει στο βουνό Κιθαιρώνα, στο έλεος των Θεών, πράγμα που τελικά έγινε. Όταν, μετά από χρόνια, αποφάσισε να μάθει την τύχη του παιδιού του, κατευθύνθηκε προς τους Δελφούς. Στην πορεία του προς το μαντείο συνάντησε περιπλανώμενο τον Οιδίποδα. Αγνοώντας ο ένας την αληθινή ταυτότητα του άλλου, συγκρούστηκαν, στην αρχή λεκτικά, και έπειτα με τα όπλα. Ο Οιδίποδας σκότωσε στη μάχη τον πατέρα του και τους συνοδούς του, εκτός από έναν. Ο διασωθείς δούλος, επέστρεψε και ανέφερε τα καθέκαστα στην Ιοκάστη.

Eν τω μεταξύ στον δρόμο προς την Θήβα ο Οιδίπους συναντά τη Σφίγγα, ένα απαίσιο τέρας με σώμα λιονταριού, κεφάλι ανθρώπου και αετήσια φτερά. Το τέρας σκότωνε κάθε διαβάτη που συναντούσε και δεν μπορούσε να απαντήσει σωστά σε ένα αίνιγμα που του υπέβαλλε. Έτσι ρώτησε και τον Οιδίποδα να της απαντήσει τι είναι αυτό το ον που το πρωί στέκεται στα τέσσερα, το μεσημέρι στα δύο και το βράδυ στα τρία. Με την σωστή απάντηση του Οιδίποδα ότι πρόκειται για τον άνθρωπο, που όταν είναι βρέφος μπουσουλάει στα τέσσερα και όταν γηράσκει με την βακτηρία προχωρά στα τρία ενώ στο μεσοδιάστημα περπατά με δύο πόδια,  η Σφίγγα σκοτώθηκε πέφτοντας σε ένα γκρεμό και ο Οιδίπους αναγορεύεται σε βασιλιά της Θήβας παίρνοντας για σύζυγο την αδελφή του Κρέοντα και μητέρα του, Ιοκάστη. Απέκτησε μαζί της τέσσερα παιδιά τους : Πολυνείκη, Ετεοκλή, Αντιγόνη και Ισμήνη που παράλληλα ήταν και αδέλφια του. Έτσι ολοκληρώθηκε ο χρησμός της Πυθίας.

Άλλη μια τριλογία έρχεται να συμπληρώσει τώρα τις τραγωδίες του Αισχύλου. Πρόκειται για την περίφημη Ορέστεια η οποία θεωρείται το μεγαλοπρεπέστερο μετά τα έπη του Ομήρου μνημείο των ελληνικών γραμμάτων. Απαρτίζεται από τρεις τραγωδίες με θέμα τη δολοφονία του Αγαμέμνονος, την εκδίκηση του Ορέστη την καταδίωξη από τις Ερινύες του μητροκτόνου και τέλος η εξευμένιση τους από τους θεούς μετά την αθωωτική απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ο σκοπός του ποιητή σ αυτή την τριλογία είναι να συστήσει στους πολίτες των Αθηνών σεβασμό στη βουλή του Αρείου Πάγου, την αριστοκρατική εξουσία  που ανέκοπτε τις όποιες ακόλαστες ορμές του δημοσίου ή ιδιωτικού βίου. Δηλαδή κατά τον ποιητή το ανθρώπινο γένος χρειάζεται την απόλυτο ανωτέρα εξουσία η οποία υπεράνω κάθε αλληλομαχίας ή και ανταγωνισμού καταστέλλει όλες τις αυθάδεις ορέξεις και τα ανόσια βουλεύματα των ανθρώπων δρώσα μετά δικαιοσύνης.

Ο Αγαμέμνων μπαίνει θριαμβευτικά στην πόλη του Άργους, φέρνοντας μαζί του ως αιχμάλωτη την τρωαδίτισσα πριγκίπισσα, ιέρεια του Απόλλωνα, μάντισσα Κασσάνδρα. Η Κλυταιμνήστρα υποδέχεται τον σύζυγό της με στόμφο και τιμή, ωστόσο πολύ γρήγορα αποκαλύπτεται πως η ενθουσιώδης αυτή υποδοχή υποκρύπτει ένα οργανωμένο σχέδιο εκδίκησης για το φόνο της κόρης τους, Ιφιγένειας, που ο Αγαμέμνονας θυσίασε στην Αυλίδα, για να ξεκινήσουν τα πλοία της εκστρατείας δέκα χρόνια πριν. Το κόκκινο χαλί που στρώνει για να τον δεχτεί οδηγεί σ’ ένα λουτρό αίματος μέσα στο οποίο, με τη συνέργεια του εραστή της Αίγισθου, θα πνιγούν. Ο χορός τω γερόντων ανατρέχει και θυμάται τον οιωνό του Διός ( δύο αετοί που σπάραζαν ετοιμόγεννη λαγίνα) και την εξήγηση που ο Κάλχας έδωσε τότε ότι οι αετοί ήταν οι δύο Ατρείδες, Αγαμέμνων και Μενέλαος, που θα άλωναν την Τροία και η λαγίνα η οργή της θυμωμένης θεάς Αρτέμιδος για το σπαραγμό του ανυπεράσπιστου ζώου. Μια οργή που ξέσπασε με την θυσία της Ιφιγένειας ως αντάλλαγμα για να μπορέσουν τα πλοία να αποπλεύσουν από την Αυλίδα. Φυσικά η σύζυγός του, Κλυταιμνήστρα δεν συγχώρησε την επιλογή του  και ωθούμενη τόσο από το ένστικτο της μητρικής εκδίκησης όσο και από την απύθμενη αρρενωπή φιλοδοξία της. Ο υποψήφιος για την βασιλεία του Άργους  και νυν εξόριστος στα Κύθηρα Αίγισθος εκείνη την εποχή βρισκόταν στις Μυκήνες. Υποδέχεται και προσκαλεί για δείπνο τον Αγαμέμνονα και εκεί αναλαμβάνει η Κλυταιμνήστρα που τον παγιδεύει σε ένδυμα που δεν υπήρχαν μανίκια και λαιμός και τον φονεύει με τσεκούρι. Ακολουθεί η δολοφονία της Κασσάνδρας της οποίας το άψυχο κορμί αφήνουν άταφο σε ένα χείμαρρο δίπλα στον τάφο του Αγαμέμνονα.

Ο Ορέστης ήταν γιός του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας και είχε δύο αδελφές, την Ιφιγένεια και την Ηλέκτρα. Όταν ο Αίγισθος σκότωσε τον πατέρα του η Ηλέκτρα τον φυγάδευσε για να κρυφτεί κοντά στον θείο τους Στρόφιο στη Φωκίδα που η σύζυγός του ήταν και αδελφή των Μενέλαου και Αγαμέμνονα και είχαν και ένα γιό τον Πυλάδη. Τα δύο ξαδέλφια έγιναν αχώριστοι φίλοι  και μεταμφιεσμένοι σε ξένους για να μην αναγνωριστούν φτάνουν στο Άργος. Ο χορός των Χοηφόρων εκείνη τη στιγμή τιμούσαν τον νεκρό Ατρείδη με σπονδές παρουσία της Ηλέκτρας. Κρύβονται και βλέποντας την αδελφή του να θρηνεί συνειδητοποιεί ότι θα την έχει σύμμαχο στην εκδίκηση που είχε κατά νου. Συγκλονιστική είναι η  σκηνή αναγνώρισης που θα ακολουθήσει ενώ η δράση που ακολουθεί είναι καταιγιστική. Τα δύο ξαδέλφια με την κάλυψη της Ηλέκτρας παρουσιάζονται σαν ξένοι στην Κλυταιμνήστρα πως τάχα φέρνουν την στάχτη του πεθαμένου Ορέστη. Εκείνη τους υποδέχεται σαν ξένους και τότε ο Ορέστης αποκαλύπτοντας την ταυτότητά του εκτελεί την ίδια και τον ομοκρέβατο συνένοχο της Αίγισθο.

Ο χορός στη συγκεκριμένη τραγωδία είναι η συλλογική φωνή που παρατηρεί και εξουσιάζει τα πάντα. Είναι η κοινωνική επιταγή που ορίζει αυτόνομα τον ρου της ιστορίας χωρίς να δίνει στους δύο θύτες δικαίωμα επιλογής. Ο φόνος αποτελεί τεκμηριωμένη αναπόδραστη απόφαση.

Οι Ερινύες ή Ευμενίδες ήταν χθόνιες θεότητες που κυνηγούσαν όσους είχαν διαπράξει εγκλήματα κατά φυσικής ή ηθικής τάξης των πραγμάτων. Κατά τον Ησίοδο γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού για να εκδικηθεί τον γιό του Κρόνο. Ο αριθμός τους δεν είναι ακριβής ενώ ο Βιργίλιος αναγνωρίζει τρεις : την Αληκτώ (οργή και μανία), την Μέγαιρα (μίσος και φθόνος) και την Τισιφίνη (εκδίκηση φόνου). Στα χέρια τους κρατούσαν αναμμένες δάδες για να διαλύουν το σκοτάδι, και μαστίγιο από φίδια για να χτυπούν τους δράστες. Ήταν οι επίκουροι της δίκης που κυνηγούσαν τους δράστες και πέρα του τάφου αφού τις εντολές τις έπαιρναν από τους κριτές του Άδη. Τα κεφάλια τους ήταν τυλιγμένα με φίδια και η αποκρουστική τους όψη συμπληρωνόταν από τα φτερά και το αστραφτερό φρικιαστικό τους βλέμμα.

Αυτά λοιπόν τα απωθητικό όντα του σκότους που σήμερα αποκαλούμε <συνείδηση> (όσοι τυχαίνει να έχουν) είχαν βάλλει στόχο τους τον ήρωα μας Ορέστη και τον ενοχλούσαν ακατάπαυστα.

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος της αισχύλειας τριλογίας βλέπουμε τον Ορέστη ικέτη στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς να ζητά συμβουλή πώς να ησυχάσει από τις Ερινύες. Ο Απόλλων δείχνει ότι υποστηρίζει τον Ορέστη και του δίνει τη συμβουλή να φύγει όσο οι Ερινύες ακόμα κοιμούνται, ενώ ζητάει από τον Ερμή να συνοδέψει τον Ορέστη στο ταξίδι του για την Αθήνα. Στο ναό εμφανίζεται και το φάντασμα της Κλυταιμνήστρας που ζητά δικαίωση καθώς η ίδια τιμωρήθηκε για τον φόνο του άντρα της ενώ ο Ορέστης μένει ατιμώρητος.

Οι Ευμενίδες ξυπνούν και ρίχνουν τα βάρη στον Απόλλωνα, αυτός όμως υπερασπίζεται τον Ορέστη και υποστηρίζει το δίκιο του. Δεν μπορεί όμως να τις καθησυχάσει, και έτσι αυτές κυνηγούνε να πιάσουν τον Ορέστη για να τον ξεσκίσουν. Ο Απόλλων τις πετάει έξω από τον ναό για να συνεχίσει τον καυγά στον δρόμο προς την Αθήνα. Η έντονη συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τους θεσμούς και τα θέματα του Δικαίου, του Άδικου, της Εκδίκησης καθώς και του Γάμου.

Στην Ακρόπολη η θεά Αθηνά βρίσκεται σε τρομερό δίλημμα. Συγκαλεί ειδικό δικαστήριο, τον Άρειο Πάγο, που θα κρίνει την ενοχή ή την αθώωση του Ορέστη. Την υπεράσπιση του ήρωα μας αναλαμβάνει ο Απόλλων και όταν η δίκη καταλήγει σε ισοψηφία η θεά Αθηνά καθορίζει με την ψήφο της την αθώωση του Ορέστη.

Οι Ερινύες γίνονται έξω φρενών και γι αυτό διαμαρτύρονται άγρια. Η Αθηνά προσπαθεί να τις καθησυχάσει τάζοντας τες τάματα και θυσίες εκ μέρους των πολιτών για να τις εξευμενίσει ώστε να μην επιφέρουν μίσος στην πολιτεία. Οι Ερινύες εξευμενίζονται και μετατρέπονται σε Ευμενίδες.

Γραμματολόγιο ,google

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *