ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ   448 – 385 π.Χ

Κάποτε ο τύραννος των Συρακουσών, Διονύσιος θέλοντας να γνωρίσει την Αθήνα ζήτησε από τον μεγάλο φιλόσοφο Πλάτωνα να του υποδείξει ένα βιβλίο. Από κανένα άλλο έργο πλην τις κωμωδίες του Αριστοφάνους δεν θα μπορούσε να σχηματίσει πιο ζωηρή ιδέα  για την Αθήνα του 5ου π.Χ αιώνα.

Γιός του Φιλίππου, γνήσιου Αθηναίου (δήμος Κυδαθηναίων) έζησε αφ ενός μεν μια εποχή ειρήνης και άνθησης των Αθηνών του Περικλέους αφ ετέρου την παρακμή του Πελοποννησιακού πολέμου με τις απέλπιδες προσπάθειες ανασυγκρότησης της Αθηναικής δύναμης, όπου κυριαρχούσε η προσωπικότητα του Περικλή. Παντρεύτηκε και απέκτησε 3 γιούς. Κέρδισε συνολικά 10 βραβεία σε σχετικούς θεατρικούς διαγωνισμούς.

Με τις κωμωδίες του, που είχαν απροκάλυπτα κοινωνικό και πολιτικό περιεχόμενο, άσκησε δριμύ έλεγχο στα κακώς -κατά  τη γνώμη του- κείμενα της Αθηναϊκής δημόσιας ζωής. Σκοπός του όμως δεν ήταν να πλήξει το ετοιμόρροπο δημοκρατικό πολίτευμα, αλλά τους ανίκανους και ζημιογόνους λαοπλάνους, δημαγωγούς, ιδίως δε τον Κλέωνα, που έφεραν την Αθήνα του Περικλή σε άθλια κατάσταση. Αρκετές φορές οι αντίζηλοί  του ζήτησαν να χαρακτηριστεί ξένος και να πάψει να έχει δικαιώματα Αθηναίου πολίτη αλλά ισάριθμες φορές δεν το κατόρθωσαν.
Ο Αριστοφάνης στα έργα του εμφανίζεται να μισεί τον πόλεμο, τη φιλαργυρία, τη συκοφαντία και την υποκρισία κι αντίθετα να λατρεύει την ειρήνη, η οποία ευνοεί τους αγρότες και την πλατιά λαϊκή τάξη, με την οποία συμπάσχει στα επικρινόμενα δεινά ο κωμωδιογράφος μας, ο οποίος συμμετέχει, λαμβάνοντας μάλιστα και τον λόγο μεταξύ των άλλων συνδαιτυμόνων, στο περί  Έρωτος “Συμπόσιο” του Πλάτωνος. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ο Αριστοφάνης πρέπει να είχε παρακολουθήσει πολύ θέατρο στη ζωή του εάν λάβουμε υπόψη μας τις συχνές παρωδίες των έργων άλλων δραματικών ποιητών που συναντούμε στις κωμωδίες του.

Εκτός από τη καθολική μόρφωση, που η Αθήνα του Περικλή έδινε στους νέους, γνώριζε άριστα τα έργα των προηγούμενων ποιητών και φρόντισε να τελειοποιηθεί στη σκηνική τέχνη. Ήταν πνευματώδης ευφυολόγος, χιουμορίστας και με περίσσεια τόλμη καυτηρίαζε, προπάντων τους δημαγωγούς, τους σοφιστές και τον Δήμο της Αθήνας που τους παρομοίαζε ως διαφθορείς των νέων της εποχής. Ένεκα της καυστικότητας του αυτής διάφορα πολιτικά πρόσωπα της εποχής του ζητούσαν επίμονα να του αφαιρεθούν τα πολιτικά του δικαιώματα. Η κριτική που ασκούσε στην πολιτική, την κοινωνία και τη θρησκεία της εποχής του ήταν σκληρή, και δε δίσταζε να βάλει στο στόχαστρο ακόμα και εμβληματικές φιγούρες, όπως ο Σωκράτης (στις Νεφέλες), ο Κλέων (στους Ιππής) του οποίου τον ρόλο έπαιξε ο ίδιος αφού κανείς άλλος δεν τολμούσε. Στο κεντρικό  θέμα των κωμωδιών του επικρατεί το συμφέρον της πόλης και η βελτίωση των κακώς κειμένων, γι αυτό και υποβάλλει σε έλεγχο την δημόσια και ιδιωτική ανατροφή των πολιτών που που είχαν φθαρεί από τους Μαραθωνομάχους.. Οι λύσεις όμως που ο ίδιος πρότεινε στα προβλήματα ήταν άκρως συντηρητικές και ουτοπικές και ταυτιζόταν με την επιστροφή προς τα πίσω, προς τις παλιές αξίες και τα ιδανικά των προγόνων.          Ο Αριστοφάνης έγραψε 40 κωμωδίες από τις οποίες διασώζονται σήμερα μόλις 11 εκ των οποίων οι δέκα είχαν λάβει  βραβείο.

Οι κωμωδίες του Αριστοφάνη περιέχουν ρητορική επιχειρηματολογία και εκλεπτυσμένες γλωσσικές εκφράσεις, παρά τις βωμολοχίες. Μάλιστα, οι μελετητές επισημαίνουν πως οι ήρωες του κάποιες φορές μιλούν τόσο σοβαρά ώστε να πλησιάζουν τα επίπεδα της τραγωδίας. Ο Κρατίνος τον αποκαλούσε ευριπιδαριστοφανίζοντα, για να χαρακτηρίσει την προσκόλληση του αυτή να  γελοιοποιεί αρκετούς ήρωες του ΄΄μοντέρνου΄΄ Ευριπίδη, που αποτελούσε το μόνιμο στόχο των επιθέσεων και των διακωμωδήσεων του.  Κάθε σοβαρή και εκλεπτυσμένη έκφραση την ακολουθεί μια βωμολοχία, προκειμένου να εξισορροπηθεί το κωμικό στοιχείο. Ο ίδιος είναι από τους λίγους ποιητές της εποχής του που δεν σκηνοθετούσαν τα έργα τους, αλλά τις έδινε σε επαγγελματίες χοροδιδασκάλους. Όλες του όμως οι κωμωδίες τελειώνουν με μια εικόνα λαϊκού πανηγυριού, που μαζί με τη συχνή απεύθυνση προς το κοινό δείχνουν την τάση της κωμωδίας του για την καθημερινή ζωή στην Αθήνα. Συνενώνει έτσι το λαϊκό με το έντεχνο.

ΕΡΓΑ ΤΟΥ

O νεαρός αλλά και φανατισμένος από την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα Αριστοφάνης, ξεκίνησε να γράφει με φόβο για την όποια πιθανή επιτυχία τις κωμωδίες του. Οι Δαιταλείς  που παρουσιάστηκαν στα Διονύσια το 427 π.Χ αποτελούν την πρώτη του κωμωδία που βραβεύτηκε με το δεύτερο βραβείο. Στο συγκεκριμένο του έργο ο κωμωδός εμφανίζει ως σκηνοθέτη έναν αποτυχημένο ηθοποιό, τον Καλλίστρατο, για να σφυγμομετρήσει τα σχόλια αλλά και τις αντιδράσεις του κόσμου. Η υπόθεση αναφερόταν στη σχέση δύο αγοριών με τον πατέρα τους που θέλει να τους μορφώσει στέλνοντάς τους σε κάποιο κρατικό σοφιστή. Το κλίμα και οι καινοτομίες στο χώρο της παιδείας βρίσκονται στο στόχαστρο του ποιητή, ο οποίος προσπαθώντας να κατηγορήσει και να καυτηριάσει τους παιδαγωγούς της εποχής  θέλει τον ενάρετο γιο να εγκαταλείπει τις σπουδές γιατί διαισθάνεται πως κάτι δεν πάει καλά και  αντιθέτως τον ανήθικο να παραμένει για να μάθει περαιτέρω τα κόλπα του διδασκάλου του. Οι συντηρητικοί Αθηναίοι ενθουσιάστηκαν με το θάρρος του ποιητή να μιλήσει ανοιχτά για τους νέους ελευθερόφρονες σκεπτικιστές και περιφρονητές της παράδοσης αλλά και φίλους της εύκολης ζωής.

Οι Βαβυλώνιοι είναι η δεύτερη κωμωδία του ποιητή που έγραψε το 426 π.Χ και την παρουσίασε στα Διονύσια. Αν και πήρε θάρρος από την επιτυχία της πρώτης του δουλειάς ο Αριστοφάνης πάλι κρύβεται στη σκιά του Φιλωνίδη αυτή τη φορά. Στο έργο, που αποσπά και το πρώτο βραβείο, σατιρίζονται οι φαύλοι και η δημαγωγοί της Αθήνας με επίκεντρο ακόμη και τον ίδιο τον Κλέωνα, κίνηση που χαρακτηρίστηκε πολύ τολμηρή όσο και επικίνδυνη για το καθεστώς που επικρατούσε τότε.  Οι  140 πόλεις που συμμετείχαν στην Δηλιακή Συμμαχία των Αθηνών παρουσιάζονται από το χορό σαν σκλάβοι που αλέθανε το στάρι του αφεντικού, δηλαδή της Αθήνας. Έτσι αρχίζει ένας πόλεμος με τον σκληροτράχηλο και μανιακό Κλέωνα που παρά τους κατατρεγμούς και τις συκοφαντίες τον συνεχίζει μέχρι το τέλος. Φαίνεται όμως ότι και ο Αριστοφάνης είχε φανατικούς υποστηρικτές, με πρώτους και καλύτερους το κόμμα των ολιγαρχικών και συντηρητικών γαιοκτημόνων και έτσι, όταν αποκαλύφτηκε ποιος ήταν ο πραγματικός κωμωδιογράφος, όχι μόνο γλύτωσε κάποια καταδίκη αλλά σε ένα χρόνο επανέρχεται περισσότερο επιθετικός και δηκτικός με τους Αχαρνής για να αποδείξει ότι δεν φοβάται ούτε τον Κλέωνα, αλλά ούτε και κανένα άλλο φιλοπόλεμο Αθηναίο.

Αχαρνής. Το 425 π.Χ ο Αριστοφάνης παρουσιάζει στα Ληναία ένα από τα καλύτερά του δράματα μέσω του οποίου ο κωμικός ζητά επίμονα την ειρήνη. Ζούμε στα μέσα περίπου του εμφυλίου πολέμου μεταξύ της Πελοποννησιακής (Σπάρτη) και Δηλιακής (Αθήνα) συμμαχίας. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ανάμεσα στους Αριστοκράτες και τους Δημοκράτες καλά κρατεί. Η κατάσταση στην Αθήνα αβάστακτη. Αρρώστιες, πείνα, κακουχίες και επιπλέον οι αδιάφοροι δημαγωγοί που προτιμούν να συνεχίζεται ο πόλεμος για να παίρνουν αξιώματα και μίζες. Πρωταγωνιστής της κωμωδίας είναι ο φιλειρηνιστής Δικαιόπολις που διαμένει σε προάστιο της Αθήνας με την οικογένεια του και δίνει πραγματική μάχη για να μεταλλάξει τους Αθηναίους να σταματήσουν τον πόλεμο και με κάποιο τρόπο να ζητήσουν ανακωχή. Τότε  ο τραυματισμένος στον πόλεμο Λάμαχος επιστρέφει στην πόλη και με την εμφάνιση του διεγείρει το γέλιο στους θεατές. Οι Αθηναίοι στο τέλος της κωμωδίας πείθονται από τον πρωταγωνιστή και δέχονται να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις με τους Σπαρτιάτες. Η κωμωδία δανείστηκε το όνομα της από τους χωρικούς Αχαρνείς που αποτελούν και τον χορό.

Ιππής. Το 429 π.Χ η Αθήνα μαστίζεται από λοιμό. Ο θάνατος του Περικλή δίνει κυρίαρχα δικαιώματα στον στρατηγό Κλέωνα και πεδίο ελεύθερο στη διεκδίκηση της εξουσίας. Ένθερμος ομιλητής και κατήγορος της πολιτικής του Περικλή, ο Κλέων γρήγορα εφάρμοσε  ένα είδος αθηναικού μακαρθισμού με πολλούς πληροφοριοδότες που έλεγχαν την πόλη των Αθηνών. Μετά δε την ανέλπιστη νίκη των στρατευμάτων του στην Πύλο έγινε πανίσχυρος και κατάφερε να αναπτερώσει τα φιλοπόλεμα αισθήματα του λαού αποκλείοντας κάθε συζήτηση για διαπραγματεύσεις.  Το 425 π.Χ. ο Αριστοφάνης γράφει τους Ιππής και ένα χρόνο μετά πήρε το πρώτο βραβείο στα Ληναία γεγονός που αποδεικνύει την πολιτική ωριμότητα του λαού αλλά και την ανοχή της δημοκρατίας απέναντι στην ελεύθερη έκφραση. Τελείως αντίθετος στην πολιτική γραμμή του Κλέωνα ο κωμωδιογράφος μας διασύρει τον στρατηγό με ένα σωρό κατηγορίες για τα φιλοπόλεμα του αισθήματα.

Οι πολίτες της Αθήνας στην εποχή του εμφύλιου πολέμου ήταν χωρισμένοι σε 4 τάξεις: α) οι πεντακοσιομέδιμνοι όσοι δηλαδή  είχαν ιδιόκτητη γη που απέφερε, κατά τον Σόλωνα, ετήσιο εισόδημα πάνω από 500 μέδιμνα (1μέδιμνο= 52 λίτρα). Οι μεγάλοι, όπως και σήμερα συνηθίζουμε να λέμε, οι οποίοι είχαν και την υποχρέωση να συντηρούν και να επανδρώνουν ένα πολεμικό πλοίο (τριηραρχία) β) οι ατρόμητοι ιππείς ή μεγαλομεσαίοι , χίλιοι γενναίοι και δοξασμένοι καβαλάρηδες που το εισόδημα τους κυμαινόταν από 300 μέχρι 500 μέδιμνα γ) οι ζευγίτες ή μεσαίοι, που πολεμούσαν σαν οπλίτες, με εισόδημα 150 μέχρι 300 μέδιμνα και με υποχρέωση να διατηρούν δύο ζευγαρόβοδα ο καθένας και τέλος δ) οι θήτες ή μικρομεσαίοι με εισόδημα κάτω των 150 μεδίμνων αδύναμοι νάχουν υποχρέωση προς την πολιτεία και οι οποίοι στρατολογούνταν ελαφρά οπλισμένοι ή ναύτες.

Οι ιππείς λοιπόν, αυτή η εκλεκτή δύναμη μέσα στο λαό την εποχή εκείνη, παρουσιάζονται από τον Αριστοφάνη  αντιδραστικοί κατά του Κλέωνα οπότε και ΄΄πιασάρικο΄΄ θέμα για τον κωμωδιογράφο μας. Ήσαν όμως ακέφαλοι, χωρίς αρχηγό δηλαδή. Βρίσκουν λοιπόν τον Αγοράκριτο, πλανόδιο αγράμματο αλλαντοπώλη της Αθήνας και τον πείθουν να γίνει αρχηγός τους και πιθανός κυβερνήτης όταν και αφού ανατρέψει τον Κλέωνα. Αποδέχεται και σαν αρχηγός της αντιπολίτευσης θέτει θέμα εμπιστοσύνης κατά του Κλέωνα. Με σύνθημα ΄΄τρεις σέσουλες μαρίδα με ένα οβολό΄΄ καταφέρνει  στην εκκλησία του δήμου να πετύχει τον στόχο του και να προκηρυχθούν εκλογές. Τις εκλογές μετά από συναρπαστικές ατάκες στην προεκλογική περίοδο τις κερδίζουν οι ιππείς, και επειδή τα αδικήματα του Κλέωνα χαρακτηρίζονται στιγμιαία, υποχρεώνουν τον στρατηγό να εξασκεί αυτός εις το εξής το επάγγελμα του αλλαντοπώλη. Οι θεατές με αυτό το φινάλε αποθεώνουν τον Αριστοφάνη που συγκινημένος από το κλίμα και την καταξίωση βγάζει τη μάσκα του στρατηγού Κλέωνα, τον οποίο μόνο ο ίδιος τόλμησε να υποδυθεί, και δέχεται τα συγχαρητήρια του ίδιου του στρατηγού εν μέσω ζητωκραυγών του κοινού.

Νεφέλαι. Είμαστε στο 423 π.Χ και οι κουρασμένοι από τον εμφύλιο πόλεμο Αθηναίοι και Σπαρτιάτες υπογράφουν ανακωχή. Το κλίμα δεν είναι πρόσφορο για πολιτική σάτιρα και ο Αριστοφάνης  ανεβάζει στα Διονύσια τις Νεφέλες διακωμωδώντας το σύστημα παιδείας της εποχής εκείνης αποσπώντας το τρίτο βραβείο. Παρατηρούμε ιδιαίτερη εμπάθεια και συκοφαντική διάθεση κατά των σοφιστών και του Σωκράτη προσωπικά, τον οποίο κατηγορεί ότι με την κακή του διδασκαλία διέφθειρε τους νέους. Κατά  το τέλος του Χρυσού Αιώνα  η Αθήνα πράγματι αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα στην δημόσια παιδεία και οι σοφιστές που ανέλαβαν  φάνηκε να μπολιάζουν τους νέους με περίεργες πολιτικές, κοινωνικές και ηθικές αντιλήψεις που υπονόμευαν τα χρηστά ήθη και τα πανάρχαια εθνικά ιδεώδη. Ο Στρεψιάδης, ο ήρωας μας δηλαδή, παντρεμένος με Αθηναία αριστοκράτισσα αποκτά ένα γιό, τον Φειδιπίδη. Σε απόγνωση ο Στρεψιάδης από τα αλόγιστα έξοδα και την άσωτη ζωή του γιού του χρεωκοπεί και αναγκάζεται να τον στείλει στο φροντιστήριο του Σωκράτη για να διδαχθεί νομικά ούτως ώστε να αντιμετωπίσει τα επερχόμενα δικαστήρια που του επεφύλασσαν οι δανειστές. Με καθηγητές σαν τον Πρωταγόρα, τον Γοργία και τον Χαιρέφωντα  ο Φειδιπίδης καταφέρνει και παίρνει το πτυχίο του. Το όνομα του έργου οφείλεται στις νεφελώδεις ιδέες της φιλοσοφίας τις οποίες ο φιλόσοφος Σωκράτης θεωρούσε θεές που θα μπορούσαν να καθαιρέσουν τους θεούς της πόλης.

Σφήκες. Ένα χρόνο μετά, το 422 π.Χ σειρά χλευασμού και σαρκασμού πήρε η δικομανία των Αθηναίων με τα οχλοκρατικά δικαστήρια και τους δικαστές οι οποίοι δίκαζαν κατά τα συμφέροντα και πάθη τους. Στην αρχή κάθε χρόνου εκλέγονταν με κλήρο 6000 ηλιαστές οι οποίοι ανά 500 συνθέτανε τα δικαστήρια της Αθήνας που δίκαζαν τις ποινικές και πολιτικές υποθέσεις. Οι υποθέσεις ήταν τόσο πολλές που κάποια στιγμή ανάγκασαν τον Περικλή να αυξήσει κατά τρεις οβολούς την ημερήσια αποζημίωση των δικαστών. Με την απόφαση του αυτή πολλοί από τους γηραιούς πολίτες της Αθήνας, ελεύθεροι όποιων υποχρεώσεων, έσπευδαν στην Ηλιαία για να γίνουν  μισθωτοί δικαστές.

Οι Σφήκες του Αριστοφάνη απεικονίζουν την αμφίβολη προσφορά των ΄΄δικαστών΄΄ που τους παρομοιάζει με τα κεντριά της σφήκας. Καυτηριάζει τον τρόπο που οι ισχυροί και ασυνείδητοι  της κοινωνίας εκμεταλλευόντουσαν τη δικαιοσύνη προς ίδιον όφελος εξωθώντας τους δικαστές πολλές φορές σε άδικες αποφάσεις. Ο κωμωδιογράφος μας, με αιχμές κατά του Κλέωνα, επιθυμεί την αναστήλωση του δικαστικού λειτουργήματος που είχε καταντήσει επιδίωξη ενός πενιχρού μισθού και μόνο.

Ο Φιλοκλέων, ένας ηλιαστής δικαστής βρίσκεται φυλακισμένος στο σπίτι του από τον γιό του Βδελυκλέωνα  που θέλει μ αυτόν τον τρόπο να θεραπεύσει τον πατέρα του από την δικομανία που τον διακατέχει. Οι συνάδελφοι του, που προσπαθούν να τον ελευθερώσουν εμποδίζονται την τελευταία στιγμή αλλά επιδίδονται σε ένα αγώνα με κριτή το χορό για να καταφέρουν την επαναφορά του στην έδρα. Πείθεται τελικά να διενεργεί δίκες για οικιακά αδικήματα. Στη δίκη ενός σκύλου που έκλεψε ένα κομμάτι τυρί ξεγελιέται από τον ίδιο το γιό του Βδελυκλέωνα και τον αθωώνει για πρώτη φορά στη καριέρα του. Έτσι μεταβάλλεται απροσδόκητα σε ένα κεφάτο και καλοζωιστή γλεντζέ που οργανώνει μια θορυβώδη γιορτή με την οποία τελειώνει το έργο.

Ειρήνη. Ο εμφύλιος πόλεμος συνεχίζεται ακάθεκτα και οι αντίπαλοι έχουν φτάσει στα όρια αντοχής τους. Οι απλοί άνθρωποι του λαού σε όποιο στρατόπεδο κι αν βρίσκονται πληρώνουν ακριβά το αντίτιμο των συγκρούσεων με πείνα και αρρώστιες. Στην μάχη της Αμφίπολις σκοτώνονται οι φιλοπόλεμοι αρχηγοί των δύο πλευρών Κλέωνας και Βρασίδας. Το 421 π.Χ ο Αριστοφάνης, γνήσιος οπαδός της ειρήνης με μία διεισδυτική ανάλυση των αιτιών του πολέμου ξεσκεπάζει τους φταίχτες και τους χτυπά αλύπητα. Το ομώνυμο έργο του, που απέσπασε το δεύτερο βραβείο στα Μεγάλα Διονύσια, γράφτηκε κατά την διάρκεια διαπραγματεύσεων μεταξύ Σπαρτιατών και Αθηναίων που κατέληξαν στην ειρήνη του Νικία με την οποία οι δύο λαοί ήλπιζαν στη λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου.

Ο αμπελουργός Τρυγαίος, ένας απλός και τίμιος αγρότης, δεν αντέχει άλλο τις συμφορές από τον πόλεμο και αποφασίζει ν’ ανέβει στον ουρανό καβάλα σ’ ένα σκαθάρι, που ο ίδιος είχε αναθρέψει γι’ αυτόν το σκοπό. Στόχος του είναι να κάνει τα παράπονά του στο Δία και να ζητήσει ειρήνη για το καλό των Ελλήνων. Φτάνοντας στον ουρανό, μαθαίνει από τον Ερμή ότι οι θεοί έχουν αποτραβηχτεί στο πιο ψηλό σημείο του, αγανακτισμένοι από τις διαρκείς εχθροπραξίες των αντιπάλων. Στη θέση τους έχει μείνει ο θεός Πόλεμος, ο οποίος έκλεισε την Ειρήνη σε μια σπηλιά και ετοιμάζεται να βάλει όλες τις πόλεις σ’ ένα γουδί για να τις καταστρέψει. Ο Τρυγαίος καλεί όλους τους Έλληνες και κυρίως τους απλούς πολίτες να βοηθήσουν, ώστε όλοι μαζί να μετακινήσουν το βράχο που φράζει την είσοδο της σπηλιάς, για να ελευθερώσουν την Ειρήνη. Η προσπάθεια στέφεται με επιτυχία την τρίτη φορά. Η Ειρήνη ξεπροβάλλει από τη σπηλιά συνοδευόμενη από δύο ωραίες κόρες, τη θεά των καρπών, την Οπώρα και τη θεά των επίσημων τελετών και εορτών, τη Γιορτή. Το υπόλοιπο της κωμωδίας είναι ένας ύμνος για την ειρήνη, ένα γλέντι για την απελευθέρωση της θεάς. Κυριαρχεί η χαρά της ζωής και η δημιουργία. Μετά το θρίαμβο και μέσα στη γενική ευθυμία, βρίσκει ο Αριστοφάνης την ευκαιρία να γελοιοποιήσει τους πολεμοκάπηλους και τους εμπόρους των όπλων.

Όρνιθες. Ο Αριστοφάνης το 414 π.Χ έγραψε τους «Όρνιθες» (ο όρνις) απογοητευμένος από την τροπή του Πελοποννησιακού Πολέμου. Με το μεγάλο αυτό έργο του, που τιμήθηκε στα αστικά Διονύσια με δεύτερο βραβείο, ο Αριστοφάνης βρίσκει την ευκαιρία να διακωμωδήσει τους συκοφάντες και τους κόλακες του δήμου, καθώς και τις θεωρίες για νέα πολιτεύματα.

Δύο μεσήλικες Αθηναίοι πολίτες, ο Ευελπίδης και ο Πεισθέταιρος, αηδιασμένοι από τη ζωή τους στην πρωτεύουσα, αποφασίζουν να φύγουν. Έπειτα από περιπλανήσεις ημερών μεταξύ ουρανού και γης φτάνουν στη χώρα των πουλιών όπου συναντούν τον Τηρέα ο οποίος σαν άνθρωπος που ήταν παλιά απογοητεύτηκε, αγανάκτησε,  και τελικά απ-ορνεοποιήθηκε. Φαίνεται ότι τον πείθουν να τους υποδείξει μια πολιτεία σωστή δίχως στραβά και δικομανείς για να εγκατασταθούν και να ζήσουν εκεί. ΄Ετσι κατασκευάζεται μια μετέωρη πόλη, η Νεφελοκοκκυγυία, η οποία όμως ενοχλεί τους θεούς καθώς έχει κτιστεί στο ενδιάμεσο ουρανού και γης και εμποδίζει την τσίκνα από τις θυσίες των ανθρώπων να φτάσει στη μύτη των θεών οι οποίοι κινδυνεύουν να λιμοκτονήσουν. Αθηναίοι αξιωματούχοι, καιροσκόποι κάθε λογής και αυτόκλητοι υποστηρικτές της νέας κατάστασης, όπως ο αντιεξουσιαστής Προμηθέας, σπεύδουν, με έγκριση των θεών, να θέσουν κάτω από τον δικό τους έλεγχο την πόλη και αντιμετωπίζονται δεόντως από τον Πεισθέταιρο. Τελικά αντιπροσωπεία των θεών με προεξάρχοντα τον  Ποσειδώνα μαζί με τους Ηρακλή και Τριβαλλό καταφέρνουν ένα γάμο του Πεισθέταιρου με την νεαρά θεά Βασιλεία η οποία επόπτευε τον κεραυνό και την εξουσία του Διός. Ο Αθηναίος γίνεται ο νέος πλανητάρχης και κοσμοκράτορας και εμφανίζεται ως θριαμβευτής στη γαμήλια γιορτή.

Η κωμωδία αυτή, όπου ο Αριστοφάνης σατυρίζει και λοιδωρεί τους συκοφάντες και δημοκόλακες του δημόσιου βίου όπως και τις θεωρίες τους  για νέα πολιτεύματα, αποτελεί θρίαμβο της φαντασίας και της λυρικής μελωδίας.

Λυσιστράτη. Τα βαρβαρικά στίφη από βορρά καραδοκούν να καταλάβουν την Ελλάδα. Είκοσι χρόνια τώρα μαίνεται ο εμφύλιος των Λακεδαιμονίων  με τους Αθηναίους και η κατάσταση είναι τραγική όσο και επικίνδυνη. Οι λίγοι συνετοί ειρηνιστές που βλέπουν τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις δεν μπορούν να επιβληθούν στους φιλοπόλεμους που εκμεταλλευόμενοι τον λαό κέρδιζαν δόξα και χρήματα. Το 411 π.Χ παίζεται στην Αθηναική σκηνή η Λυσιστράτη που προσπαθεί να προτρέψει τους Αθηναίους να συμφιλιωθούν με τους Σπαρτιάτες απειλώντας τους με σεξουαλική απομόνωση. Η ομώνυμη ηρωίδα μας θέλει να συμφιλιώσει τους αλληλοκτονούντες Έλληνες και συγκαλεί συλλόγους γυναικών από την Πελοπόννησο έως τη Βοιωτία να πάρουν τα ηνία στα χέρια τους μια και οι άντρες τους φαίνονται ανίκανοι να καταπαύσουν τον εθνοκτόνο πόλεμο. Με το γνωστό ρητό ΄΄όταν πεινάς πρέπει να φας’’ η  Λυσιστράτη παρέα με την συντοπίτισσα της Κλεονίκη, την νεαρή Μυρρίνη και την Σπαρτιάτισσα Λαμπιτώ  προτείνουν σε όλες τις γυναίκες την κήρυξη ερωτικής αποχής. Μετά από κάποιες διαφωνίες η πρόταση γίνεται δεκτή και σφραγίζεται με όρκο πάνω στο κρασί. Το  σχέδιο κατάληψης της Ακρόπολης, όπου βρισκόταν και το θησαυροφυλάκιο της πόλης, από τις ηλικιωμένες γυναίκες  στέφεται με επιτυχία. Εξαγριωμένοι οι άντρες με αναμμένους δαυλούς εφορμούν για να τιμωρήσουν τις γυναίκες οι οποίες αμύνονται και τους αντιμετωπίζουν με νερό. Ο Πρόβουλος, μέλος της οικονομικής επιτροπής μαζί με τους τοξότες επιτίθενται για να συλλάβουν τις γυναίκες οι οποίες και πάλι καταφέρνουν όχι μόνο να αποκρούσουν την επίθεση αλλά και να τους εκδιώξουν. Η αποχή άρχισε να γίνεται ανυπόφορη, κυρίως στους άνδρες που τους προκαλούν οι γυναίκες δίχως να ενδίδουν στις ερωτικές τους ορέξεις. Η κατάσταση στη Σπάρτη είναι η ίδια και χειρότερη. Στο φινάλε οι Σπαρτιάτες, επιδεικνύοντας καλή θέληση, ζητάνε από τους Αθηναίους να ορίσουν επιτροπή διαπραγματεύσεων για συμβιβασμό και κάνουν έκκληση στη Λυσιστράτη να τους βοηθήσει. Αυτό το επιτυγχάνει με την βοήθεια μιας καλλονής, της Συμφιλίωσης. Οι δύο αντιπροσωπείες θαμπωμένες από τα κάλλη της Συμφιλίωσης υπογράφουν την ειρήνη κάνοντας αμοιβαίες υποχωρήσεις.

Θεσμοφοριάζουσαι. Σε πολλές πόλεις της αρχαίας Ελλάδας κατά τα τέλη του Οκτωβρίου εορτάζονταν τα Θεσμοφόρια. Ήταν γυναικεία γιορτή αφιερωμένη στη θεά Δήμητρα κατά την οποία μεταφέρονταν ιερά αντικείμενα (θεσμοί) στο βωμό της θεάς για να χρησιμοποιηθούν σε τελετουργικό γονιμικού περιεχομένου. Γυναικείες ομάδες  λοιπόν , οι λεγόμενες αντλήτριες, μάζευαν αυτά τα ιερά αντικείμενα, που δεν ήταν άλλα από χοιρίδια και ομοιώματα φιδιών και φαλλών, που είχαν ριχτεί μέσα σε χάσματα εδάφους κατά την γιορτή των Σκυροφοριών. Το εθιμοτυπικό κρατούσε τρεις ημέρες: Κατά την πρώτη μέρα (άνοδος) οι γυναίκες κατασκήνωναν στο θεσμοφόριο στη βόρεια κλιτύ της Ακρόπολης. Την δεύτερη μέρα (νηστεία) νήστευαν και μιλούσαν χυδαία  μεταξύ τους χτυπώντας η μία την άλλη με μορότττα, δηλαδή πλεξούδες από σκόρδα.Την Τρίτη μέρα τέλος (καλλιγένεια) προσεύχονταν για την καλή τύχη των οικογενειών τους και γιόρταζαν την τεκνοποίηση.

Στα μεγάλα Διονύσια των Αθηνών το 411 μ.Χ μαζί με τη Λυσιστράτη   παρουσιάστηκαν και οι Θεσμοφοριάζουσες με κεντρικό θέμα τον μισογυνισμό του Ευριπίδη.Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με μια σάτυρα που κατευθύνεται προς ένα πρόσωπο και σίγουρα αυτό αποτελεί την πιο αδιάψευστη μαρτυρία για τις διαστάσεις  της προσωπικότητας αλλά και του έργου του τραγικού ποιητή.

Πράγματι ο γνωστός τραγωδός της εποχής δυσφήμιζε τις γυναίκες σε πολλά του έργα και ο κίνδυνος να τον καταστρέψουν στη σύναξη τους είναι πολύ μεγάλος. Μοναδικός τρόπος για να αποτρέψει την αποπομπή του  είναι να στείλει στα Θεσμοφόρια έναν δικό του άνθρωπο, ντυμένο γυναικεία, για να τον υπερασπίσει. Τη δύσκολη αυτή αποστολή αναλαμβάνει ο Μνησίλοχος. Όταν λοιπόν πήρε  τον λόγο, ο μεταμφιεσμένος Μνησίλοχος επιτέθηκε προσχηματικά στον Ευριπίδη, αλλά έπειτα  προσπάθησε να τον υποστηρίξει, λέγοντας ότι οι γυναίκες είναι υπεύθυνες για πολλά περισσότερα από αυτά που τούς προσάπτει ο τραγικός ποιητής. Και ενώ ο χορός αγανακτεί με αυτά που ακούει, εμφανίζεται ο Κλεισθένης, γνωστός Αθηναίος της εποχής με θηλυπρεπή εμφάνιση, και τους λέει ότι κυκλοφορεί μια φήμη πως κάποιος άνδρας ντυμένος γυναικεία βρίσκεται ανάμεσά τους.  Η πλαστοπροσωπία αποκαλύπτεται και η θέση του γέροντα είναι πολύ δύσκολη. Απεγνωσμένα προσπαθεί να ειδοποιήσει τον Ευριπίδη ότι το σχέδιο τους αποκαλύφθηκε. Ο Ευριπίδης, που, στην προσπάθειά του να σώσει τον υπερασπιστή του, εμφανίζεται στην γιορτή των Θεσμοφορίων πολλές φορές και με διαφορετική κάθε φορά εμφάνιση, κάνει στις γυναίκες μια πρόταση: θα σταματήσει να τις κακολογεί στα έργα του, αν τον αφήσουν να απελευθερώσει τον Μνησίλοχο. Οι γυναίκες δέχονται και οι δύο άντρες χρησιμοποιώντας μια νεαρή αυλητρίδα παρασύρουν τον τοξότη που φρουρούσε τον  Μνησίλοχο έξω από τη σκηνή και γίνονται άφαντοι. Η κωμωδία τελειώνει με τους πανηγυρισμούς του Χορού και τα πειράγματα προς τον τοξότη που επιστρέφει και αναζητά τον εξαφανισμένο κρατούμενο.

Βάτραχοι. Πρώτο βραβείο για τον Αριστοφάνη στην φιλολογική κωμωδία ΄΄Βάτραχοι΄΄ που παρουσιάστηκαν στα Λήναια το 405 π.Χ.      Οι τρεις τραγικοί ποιητές της αρχαιότητας Σοφοκλής, Ευριπίδης και Αισχύλος έχουν πεθάνει. Ο κωμωδιογράφος μας όμως επιμένει και θέλει να καθαρίσει τους λογαριασμούς του με τον Ευριπίδη που  είχαν ήδη ανοίξει με τις Θεσμοφοριάζουσες. Η νέα κοινωνική οργάνωση που πρότεινε ο τραγωδός για να αναστηλώσει και να σώσει τον αθηναικό πολιτισμό αντικρουόταν  στην θεοκρατική και μεγαλόπρεπη εποχή του Αισχύλου που ο Αριστοφάνης υποστήριζε.

Πλάθει λοιπόν ποιητικό διαγωνισμό όπου οι Ευριπίδης και Αισχύλος όντες στον Άδη διεκδικούν τα πρωτεία της τραγικής τέχνης. Ο Διόνυσος μετά τον θάνατο των ποιητών και βλέποντας την δραματική τέχνη σε ύφεση έχει κατέβει στον Κάτω Κόσμο μεταμφιεσμένος σε Ηρακλή και  κηρύσσει αγώνα ανάμεσα στους δύο τραγικούς με έπαθλο την άνοδο στη γη. Η διάρθρωση του αγώνα αποτελούνταν από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος οι δύο ποιητές θα φιλονικούσαν γύρω από τις γενικές αρχές της τραγωδίας καθώς και για την παιδευτική σημασία της τέχνης. Στο δεύτερο θα εξετασθούν με διάθεση παρωδίας οι πρόλογοι και τα χορικά του καθενός και τέλος θα ζυγιστεί το πραγματικό βάρος των στίχων τους. Οι απαντήσεις των ποιητών είναι σωστές αλλά στο τέλος ο Διόνυσος αποφασίζει  να πάρει μαζί του αυτόν που του αρέσει περισσότερο, κι αυτός ήταν ο Αισχύλος.

Εκκλησιάζουσαι. Ανεμπόδιστη και παιχνιδιάρα πετά η φαντασία του κωμικού ποιητή και  πλάθει κόσμους παράξενους, που, όσο κι αν κρύβουν στο βάθος τους την ουσία της ζωής, είναι στην εμφάνισή τους, ως σχήμα και ως εικόνα, κόσμοι του ονείρου και της ουτοπίας. O Αριστοφάνης λίγα χρόνια πριν τον θάνατο του και είκοσι χρόνια μετά τη Λυσιστράτη παραμερίζει την πολιτικολογία  και με αιχμηρή διάθεση θεωρεί ότι οι γυναίκες θα μπορούσαν να πρωταγωνιστήσουν  στην αλλαγή της αθηναικής δημοκρατίας. Βρισκόμαστε στο 392 π.Χ και στην  ηττημένη στον Πελοποννησιακό πόλεμο Αθήνα η διαφθορά και η ανισότητα έχουν ξεπεράσει κάθε όριο. Η ηρωίδα μας, η Πραξαγόρα εφορμά ύπουλα μαζί με άλλες γυναίκες, και μεταμφιεσμένες σε άνδρες, στη λαική συνέλευση των ανδρών στην Πνύκα για να ψηφίσουν την μεταβίβαση της εξουσίας στο γυναικείο φύλο. Γελοιοποιούν με τα καμώματά τους τους άνδρες και δίνουν ένα πολιτικό μάθημα «περί δημοκρατίας». Επιβάλλουν τις πολιτικές τους μεταρρυθμίσεις και εφαρμόζουν περιουσιακή και ερωτική κοινοκτημοσύνη πάντα βέβαια με το χαρακτηριστικά καυστικό και πιπεράτο σατιρικό ύφος του κορυφαίου κωμωδιογράφου. Λίγη σάτιρα λοιπόν, λίγη γkρίνια, λίγη νουθεσία και διδαχή, μερικά πειράγματα στα πεταχτά, και πολλή φαντασία, πολλή κωμικότητα, πολύ κέφι και γέλιο. Αλλά και πόσο ξάστερη η ματιά του πολύπειρου ποιητή, που ξέρει την κοινωνία και, ανάμεσα στις κασκαρίκες και τα καραγκιοζιλίκια, ψυχολογεί και χαρακτηρίζει τα πρόσωπα, όταν θέλει και στις σκηνές που ταιριάζει.           Η κωμωδία είναι επίσης γνωστή και για μια από τις μεγαλύτερες εάν όχι τη μεγαλύτερη σύνθετη λέξη που έχει εμφανιστεί στη λογοτεχνία, τη λέξη  η οποία είναι ένα πιάτο φαγητού με μεγάλη ποικιλία εδεσμάτων και εμφανίζεται στην τελευταία επανάληψη της χορωδίας του έργου, στο σημείο όπου ο Βλέπυρος προσκαλείται στο συμπόσιο.

λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανοδριμυποτριμματοσιλφιοκαραβομελιτοκατακεχυμενοκιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστεραλεκτρυονοπτοκεφαλλιοκιγκλοπελειολαγῳοσιραιοβαφητραγανοπτερύγων 

Πλούτος. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος έχει λήξει και η νέα τάξη των πραγμάτων με τον συντηρητισμό και το αυστηρό της πνεύμα καταπιέζει τον αυθορμητισμό, την ελευθερία του λόγου και την σάτυρα της ταραγμένης εποχής. Οι έντιμοι πολίτες έχασαν τις περιουσίες τους ενώ κάποιοι άλλοι θησαύρισαν εις βάρος του λαού απομυζώντας ακόμη και το δημόσιο χρήμα.

Η τελευταία αυτή σωσμένη  κωμωδία του Αριστοφάνη γράφτηκε το 388 π.Χ όταν ο ποιητής, που διανύει τα τελευταία χρόνια της ζωής του, απογοητευμένος από την συντριπτική ήττα των Αθηνών δεν βλέπει μόνο σαν ανάμνηση το όνειρο της αναστήλωσης της δημοκρατίας αλλά επισημαίνει και την κατάπτωση των θεσμών και του ηθικού των πολιτών. Η λαμπρή περίοδος του θεάτρου φαίνεται να έχει περάσει και οι χορηγοί, όσοι δηλαδή απέμειναν να επιλέγονται, αδιαφορούν και προσπαθούν με ελάχιστα έξοδα να ανεβάσουν παραστάσεις. Η αρχαία κωμωδία δίνει πλέον τη θέση της στην Αττική κωμωδία.

Ο  Χρεμύλος με τον τετραπέρατο δούλο του  Καρίωνα κρύβονται πίσω από δυο κλαδιά ελιάς και θημωνιάς, καθώς ακολουθούν ένα ρακένδυτο και τυφλό γέρο.  Ο Καρίων τον ρωτά γιατί αφού πήγε στου Δελφούς να ζητήσει χρησμό  για το γιο του, ακολουθούν τώρα αυτόν εδώ τον βρωμιάρη.  Αφού τον καθυβρίζουν και τον λοιδορούν  τον γέρο τυφλό μαθαίνουν ότι πρόκειται για τον Πλούτο που είναι τυφλός και φτύνει τους έντιμους ανθρώπους, μιας και έτσι το θέλησε  ο Δίας. Τον φροντίζουν και τον  περιθάλπουν. Μέχρι τον Ασκληπιό τον πάνε για να τον εξετάσει. Τελικά ξαναβρίσκει το φως του και η χαρά του είναι απερίγραπτη. Για να τους ευχαριστήσει λοιπόν αρχίζει να μοιράζει τα πλούτη του στους αγαθούς τους οποίους εκμαυλίζει με τον άκρατο καταναλωτισμό . Η ασωτία, ο ηδονισμός, ο ξεπεσμός και η απερισκεψία του ΄΄ζω το σήμερα΄΄  παρασύρουν τους ανθρώπους οι οποίοι άρχισαν να ξεχνούν τις προσφορές και τις θυσίες προς τους θεούς τους. Η έλευση του αγγελιαφόρου Ερμή να τους συνετίσει αλλά και η εγκατάλειψη  από τον Πλούτο  αναγγέλεται από τα χάλκινα πνευστά του χορού που χαίρεται για την απελευθέρωση των πολιτών από τον πλούτο. Όλοι αρχίζουν να πετούν τα στολίδια τους, τα ακριβά, περιττά πράγματά τους και επαναπροσδιορίζουν τη ζωή τους, μέσα από ένα δυναμικό και χαρούμενο τραγούδι.

 Τελικά ο άνθρωπος είναι εγκλωβισμένος στο κυνήγι του πλουτισμού;

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *