ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ

Τραγωδία εστί μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστου των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων  και ου  δι απαγγελίας,  δι ελέου και φόβου,  περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.

Το θέατρο, σαν τόπος προς θέα, στην αρχαία εποχή αναγκαστικά κτιζόταν σε σχήμα κύκλου ή ημικύκλιου καθότι οι θεατές έπρεπε να παρατηρούν τον ηθοποιό από σωστή οπτική.

Επειδή όμως ο αριθμός των θεατών είχε συνεχή αυξητική τάση τα θέατρα προέκτειναν τις κερκίδες τους στα υψηλά τμήματα των βάθρων. Οι ξύλινες κερκίδες των τότε θεάτρων, που αποτελούσαν  και τις αρχικές κατασκευές, δεν θεωρήθηκαν ασφαλείς και επειδή η οικοδομή των   από πέτρες και μάρμαρα θα αποτελούσε μεγάλη δαπάνη οι Έλληνες, χάριν οικονομίας αλλά και ευρυχωρίας, επέλεξαν επικλινείς λόφους και κοιλαίνοντάς τους δημιούργησαν τα εδώλια .Τα περίτεχνα αυτά αρχαία θέατρα που όλοι θαυμάζουμε σήμερα.

Παγκοσμίως το πρώτο θέατρο, πρότυπο όλων που θα λέγαμε, αποτέλεσε το Θέατρο Διονύσου, στη νότια πλευρά της Ακρόπολης Αθηνών, το οποίο αποκάλυψαν οι αρχαιολόγοι το 1862.

ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

Ο χώρος του θεάτρου, το κοίλον που σχηματίζεται από το  άστεγο τμήμα κύκλου 185 – 260 μοιρών περιέχει σε συνεχή ημικύκλια το ένα μετά το άλλο τα εδώλια των θεατών. Όσο ανεβαίνουμε προς τα επάνω τα ομόκεντρα αυτά ημικύκλια αυτά ευρύνονται για να καταλήξουν στις στοές που περιβάλλουν το κοίλο. Όλο το κοίλον αρχομένου από την ορχήστρα και ανηφορίζοντας ακτινοειδώς τις σειρές των εδωλίων διαιρείται σε σφηνοειδή τμήματα, τις κερκίδες και σε δύο μπλοκ που τα χωρίζει ένας διάδρομος, τα διαζώματα.

Η χωρητικότητα το θεάτρων στην αρχαιότητα ήταν ανάλογη με το πλήθος των κατοίκων κάθε πόλης. Έτσι το θέατρο της Επιδαύρου, που κατά τον Παυσανία ήταν το πιο αξιόλογο σε κάλλος και αρμονία, χωρούσε 16.000 θεατές, ενώ  το θέατρο Διονύσου των Αθηνών 30.000 και αυτό των Συρακουσών  22.000 θεατές.

Η ορχήστρα, που στους ένδοξους χρόνους είχε σχήμα κύκλου, υπήρξε η αφετηρία και το κέντρου του θεάτρου όπως και ο χορός η αρχή και ο πυρήνας του δράματος. Ο βωμός του Διονύσου βρίσκεται στο μέσον της σκηνής όπου εκτελούνται οι ελιγμοί και οι ορχήσεις του χορού και ονομάζεται θυμέλη. Τέλος η σκηνή ήταν ο χώρος της υπόκρισης όπως και μέχρι τις ημέρες μας διατηρείται. Το σκηνικό που απεικόνιζε τα ανάκτορα του βασιλέως είχε τρείς πόρτες. Η μεσαία ονομαζόταν βασίλειος επειδή από αυτήν έκανε την εμφάνισή του ο βασιλιάς. Το σκηνικό ανάλογα με την υπόθεση του δράματος  μπορούσε να απεικονίζει ναό, σκηνή αρχιστράτηγου, αγροτικό ή και παραθαλάσσιο τοπίο. Οι πτέρυγες του σκηνικού αποτελούσαν τα παρασκήνια που χρησίμευαν για την προετοιμασία των υποκριτών και την διατήρηση των ενδυμάτων και θεατρικών σκευών. Το έμπροσθεν τμήμα της σκηνής ονομάζεται προσκήνιο ή λογείο ή οκρίβας και ήταν σαν μια εξέδρα στην οποία στεκόταν οι υποκριτές και δρούσαν. Ήταν υψηλότερο της ορχήστρας κατά ένα μέτρο και είχε τρείς βαθμίδες. Στους ρωμαικούς, χρόνους όταν ο χορός εξέλιπε, το ύψος μπορούσε να φτάσει και τα τέσσερα μέτρα.

Αξίζει να αναφερθούμε και λίγο για τα μηχανήματα που χρησιμοποιούσαν επικουρικά στα σκηνικά. Η τραπεζοειδής ξύλινη κατασκευή που στρεφόταν γύρω από τον άξονά της για να μεταλλάσσει δύο σκηνικά λεγόταν εξώστρα ή εκκύκλημα. Οι περίακτοι βρισκόταν γύρω από τις θύρες του σκηνικού σε σχήμα πρίσματος και είχαν στις τρεις πλευρές τους εικόνες για να εναλλάσσουν το σκηνικό θέμα όταν στρέφονταν προς τους θεατές. Ο γερανός από όπου κρεμόταν τα πρόσωπα και ως μετέωρα υποκρινόταν ως και τους θεούς, εξ ου και η έκφραση ο από μηχανής θεός . Το βροντείο και το θεολογείο στα οποία στέκονταν οι θεοί και οι ημίθεοι για τις ανάγκες του δράματος. Το ανασήκωμα ή οι χαρώνειοι κλίμακες από τις οποίες ανέβαιναν επί σκηνής οι υποχθόνιοι θεότητες οι σκιές θανόντων.

Στα πρώτα χρόνια του θεάτρου η είσοδος των θεατών ήταν ελεύθερη, άνευ συμβόλου. Αργότερα καθιερώθηκε το εισιτήριο που αγόραζαν από τον θεατρώνη έναντι μίας δραχμής για τις πάνω θέσεις και δύο οβολών για τις κάτω προνομιακές σειρές. Το 410 π.Χ και επί Δημοσθένους οι πτωχοί και άποροι πολίτες έπαιρναν από το δημόσιο ταμείο το θεωρικό για να παρακολουθούν τις παραστάσεις και αν επιθυμούσαν να απολάμβαναν και την διδασκαλία της υποκριτικής τέχνης. Έτσι κατέστη προσιτή η απόλαυση και στις ασθενέστερες τάξεις αφού το θέατρο με τον θρησκευτικό και διδακτικό του χαρακτήρα φρόντιζε για την ηθική μόρφωση όλων των πολιτών σαν να ήταν ένα λαικό σχολείο.

Στη διδασκαλία του αρχαίου θεάτρου φοιτούσαν άνδρες και γυναίκες ιδίως στον τομές του τραγουδιού.

Το Αττικό Δράμα επειδή περιείχε και στοιχεία μουσικής αναπτύχθηκε ραγδαία και ξεχώριζε από τις τέχνες άλλων λαών αρχαιοτέρων αλλά και νεωτέρων.

Η  ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ  ΤΟΥ  ΔΡΑΜΑΤΟΣ

Επειδή η διδασκαλία του θεάτρου και κατ επέκταση του δράματος ήταν δαπανηρή η πόλις καθιέρωσε την χορηγία για να ανακουφίσει το δημόσιο ταμείο. Οι χορηγοί, που ήταν και οι πλουσιότεροι πολίτες, αναλάμβαναν τις αναγκαίες δαπάνες για την προπαρασκευή του δράματος αλλά και τις πρόβες των χορευτών. Ο δραματικός ποιητής απευθυνόταν στον επώνυμο άρχοντα ή τον άρχοντα βασιλιά ή ακόμη στον δήμαρχο, εάν επρόκειτο για τα μικρά Διονύσια, ούτως ώστε να του υποδείξει τον χορηγό που είχε ορίσει η φυλή ο οποίος θα του εξασφάλιζε τις δαπάνες για να εξασκήσει τους χορευτές και ηθοποιούς καθώς και τα έξοδα της ορχήστρας που θα κάλυπτε τα άσματα και βέβαια τους χοροδιδασκάλους. Παρεμπιπτόντως η δαπάνη για την εξάσκηση του χορού ανήρχετο σε 3.000 δραχμές για την τραγωδία και λιγότερο για την κωμωδία.

Σημειωτέον ότι η πόλις για τους κόπους και τις δαπάνες που επιβαρυνόταν ο χορηγός του παρείχε μετά την επικράτησή του στον διαγωνισμό ανάληψης της χορηγίας αλλά και την επιτυχία του δράματος χάλκινο τρίποδα τον οποίο ο ίδιος θα μπορούσε να αφιερώσει με τη σειρά του σε κάποιο ναό ή να τον αναθέσει σε κάποιο μνημείο αναγράφοντας πάνω του το όνομα του άρχοντα, του χορηγού,  της φυλής και του ποιητή. Τέτοια χορηγικά μνημεία υπάρχουν ακόμη στην οδό Τριπόδων πλησίον της Ακρόπολης Αθηνών και του Θρασύλλου κοντά στο θέατρο Διονύσου.

Οι διδασκαλίες του δράματος έπαιρναν μέρος στη διάρκεια των Διονυσιακών εορτών και είχαν αγωνιστικό χαρακτήρα προς τιμή του θεού. Ο αρμόδιος άρχοντας εξέλεγε σε προκριματικούς αγώνες τρείς ποιητές (αγωνίζεσθαι δράμα ή καθιέναι δράμα). Η κριτική επιτροπή αποτελείτο από πέντε κριτές οι οποίοι μετά από σύσκεψη θα απένεμαν τα βραβεία ήτοι τα πρωτεία, τα δευτερεία και τα τριτεία. Η πολιτεία με τη σειρά της χάρασσε σε μαρμάρινες πλάκες, τις διδασκαλίες, το όνομα του νικητή κα του δράματός του και  τα φύλαττε στα αρχεία της πόλης. Μία τέτοια πλάκα που σώζεται μέχρι σήμερα είναι αυτή του 472 π.Χ με χορηγό τον Περικλή και ποιητή τον Αισχύλο.

Κάθε ποιητής αγωνιζόταν σε τέσσερα δράματα, που αποτελούσαν την τετραλογία, τρείς τραγωδίες και ένα σατυρικό δράμα. Η πρώτη των τραγωδιών καλείτο πρόταση, η δεύτερη επίταση και η Τρίτη κατάσταση, όπου η ψυχική αναταραχή των θεατών καταπαυόταν (Ορέστεια) και το ακολουθούμενο σατυρικό δράμα θα τον ενέφραινε. Από την παραγωγή αυτή των αγώνων, λέγεται ότι αριθμούσαν 1.500 τραγωδίες και 1.800 κωμωδίες μέσα σε τρείς αιώνες (520-260 π.Χ), περισώθηκαν ακέραιες μόλις 32 τραγωδίες ( 7 του Αισχύλου, 7 του Σοφοκλή και 18 του Ευριπίδη )και 11 κωμωδίες του Αριστοφάνη. Πλήθος όμως αποσπασμάτων από τους ανευρισκόμενους στην Αίγυπτο παπύρους πολλαπλασιάζουν καθημερινά τον αριθμό αυτό.

Οι παλιότεροι τραγικοί ποιητές πλην της Θέσπιδος που ανήγαγε τον πρώτο υποκριτή ήταν ο Πρατίνας που εισήγαγε το σατυρικό δράμα, ο Φρύνιχος με τις τραγωδίες Φοίνισσες και Μιλήτου Άλωσις για την οποία τιμωρήθηκε με πρόστιμο 1.000 δραχμών από τους Αθηναίους επειδή έκανε τους θεατές να δακρύσουν θυμίζοντάς τους ’’οικεία κακά’’ και ο Χαρίλαος γνωστός ως ο βασιλιάς των σατυρικών που πολλές φορές τιμήθηκε.

Νεότεροι μεγάλοι τραγικοί ποιητές ήσαν ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευρυπίδης.

Πριν όμως αρχίσουμε να αναλύουμε τα έργα των ποιητών μας καλό θα ήταν να ανατρέξουμε στο παρελθόν για να βάλουμε κάποια σειρά στην ελληνική γραμματολογία.

Την ιστορία των ελληνικών γραμμάτων την ταξινομούμε σε επτά περιόδους:

  • Πρώτη περίοδος. Εκτείνεται από τους αρχαιότατους χρόνους μέχρι τους Περσικούς πολέμους το 490 π.Χ
  • Δεύτερη περίοδος. Η επικαλούμενη Αττική περίοδος εκτείνεται από τους Περσικούς πολέμους (490) π.Χ μέχρι το τέλος του Δ΄αιώνα (490-300) π.Χ
  • Τρίτη περίοδος.Η επικαλούμενη Αλεξανδρεωτική περίοδος εκτείνεται από την εποχή του διαδόχου του Μεγ. Αλέξανδρου έως τα χρόνια του αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου (300-30) μ.Χ
  • Τέταρτη περίοδος, που διήρκεσε έως τη βασιλεία του Ιουστινιανού (30-527) μ.Χ
  • Πέμπτη περίοδος. Η επικαλούμενη Βυζαντινή περίοδος που διήρκεσε μέχρι την Άλωση της Κωνστ/πολης από τους Οθωμανούς (528-1453) μ.Χ . Σ αυτή την περίοδο η Κωνστ/πολη γίνεται και η εστία των ελληνικών γραμμάτων.
  • Έκτη περίοδος. Η περίοδος της σκλαβιάς κάτω από την δεσποτεία των Οθωμανών (1454-1821) μ.Χ και τέλος
  • Η έβδομη περίοδος η οποία εκτείνεται μέχρι τις ημέρες μας.

Στην ανάλυση του δράματος πρέπει να εστιάσουμε στη Β΄περίοδο κατά την οποία το έθνος μας ενηλικιώνεται και προτιμά αντί των ακροάσεων τα πραγματικά γεγονότα. Η επική ποίηση δεν είναι πια το φυσικό και εθνικό προιόν του λαού αλλά μελέτημα ολίγων. Τρείς είναι οι επικοί ποιητές της περιόδου:

Ο Πανύασις από την Αλικαρνασσό, θείος του Ηρόδοτου, που εκτελέστηκε το 454 π.Χ  από τον τύραννο Λόγδαμη ένεκα των πολιτικών του δραστηριοτήτων. Έγραψε την Ηράκλεια στην οποία εξιστορεί μέσα από 9.000 στοίχους τα ανδραγαθήματα ενός ήρωα.

Ο Χοίριλος από τη Σάμο, που έγραψε την Περσηίδα, όπου εξιστορεί και εξυμνεί τους αγώνες και τις νίκες των Ελλήνων κατά των Περσών και

Ο Αντίμαχος από την Κολοφώνα με την περίφημη Θηβαίδα περιεκτικότητας 7.000 στοίχων όπου αφηγείται τη διαμάχη και τον αλληλοσκοτωμό των γιών του Οιδίποδα καθώς και τον αφανισμό των επτά ηγεμόνων οι οποίοι επιχείρησαν να καταλάβουν τη Θήβα.

Κατά την Αττική περίοδο την λυρική ποίηση την συναντούμε ευρέως στα άσματα της τραγωδίας. Ο μόνος διασωθείς λυρικός ποιητής ήταν ο Τιμόθεος από τη Μίλητο του οποίου η μονωδία Πέρσαι βρέθηκε το 1902 σε παπύρους της Αιγύπτου. Στη μονωδία ο ποιητής το 400 π.Χ συνοδεία μιας ενδεκάχορδης κιθάρας, μελοποίησε σκηνές από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας.

Την πρωτοκαθεδρία όμως όλης της ποίησης κατά την Β΄ περίοδο καταλαμβάνει το δράμα. Πρόκειται για επινόημα του ελληνικού λαού που αναπτύχθηκε και τελειοποιήθηκε στην Αθήνα, πόλη πρυτανείο της σοφίας και της παιδείας. Προέλευση του δράματος ήταν κυρίως  οι Διονυσιακές Εορτές όπου δεν αρκούσαν μόνο τα λεγόμενα αλλά και τα δρώμενα.  Επειδή όμως οι διθύραμβοι που τραγουδούσαν προς τιμή του θεού είχαν διττό χαρακτήρα, για αυτό το δράμα διαιρέθηκε σε τραγωδία (όπου το λυπηρό και το πένθιμο) και σε κωμωδία (όπου το εύθυμο και ο ενθουσιασμός). Το δράμα έχοντας κεντρικό κορμό του το θεό Διόνυσο διδάσκετο μόνο στις διονυσιακές εορτές δηλαδή:

  1. Τον Δεκέμβριο στα Διονύσια των αγρών και δήμων
  2. Τον Φεβρουάριο στα Λήναια (Γαμηλίων)
  3. Τον Μάρτιο (Ανθεστήρια)
  4. Τον Απρίλιο στα μεγάλα Διονύσια (Ελαφιβολιώνα)

Το θέατρο ήταν αφιερωμένο στον θεό και ονομαζόταν Διονυσιακό οι δε υποκριτές Διονυσιακοί Τεχνίτες.

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Το 600 π.Χ ο Αρίων ο Μηθυμναίος στην Κόρινθο εισήγαγε τον χορό και στις μέχρι τότε αστείες υποθέσεις των διθυράμβων πρόσθεσε τραγικές και θρηνώδεις νότες. Τραγουδούσαν δηλαδή κυκλικά του βωμού του θεού τα παθήματα του με συνοδεία κιθάρας υποκρινόμενοι οι χορευτές τους οπαδούς του και με ένδυση σατύρων που έμοιαζαν με τράγους. Έτσι προήλθε και η ονομασία της τραγωδίας, δηλαδή ωδή των τράγων. Με τον καιρό η τραγωδία από άσμα διαμορφώθηκε σε δράμα. Ο κυκλικός χορός τραγουδούσε γύρω από το βωμό τα παθήματα του θεού όταν ένας από τους χορευτές τόλμησε και έσπασε τον κύκλο και ανεβαίνοντας πάνω σε ένα τραπέζι δίπλα στο βωμό άρχισε τον διάλογο και να αποκρίνεται στα ερωτήματα του χορού τα οποία εκδηλώνονταν από τις ωδές. Στη θέση πια του χορευτή ορίστηκε με το χρόνο ο υποκριτής ή αποκριτής, όπως πρώτος ο Θέσπις από την Ικαρία  τον αποκάλεσε το 520 π.Χ .

Επειδή όμως ο εν λόγω διάλογος ήταν βραχύς σε αναλογία με τα άσματα ο Αισχύλος πρόσθεσε και δεύτερο υποκριτή και ο Σοφοκλής τρίτο. Έτσι με το χρόνο το δραματικό μέρος επικράτησε του λυρικού και βέβαια ο διάλογος του μέλους. Οι τρείς υποκριτές που ονομαζόταν πρωταγωνιστής, δευτεραγωνιστής και τριταγωνιστής μοιραζόντουσαν όλους τους ρόλους της τραγωδίας.

Οι άνδρες υποκριτές υποδυόταν και τους γυναικείους ρόλους όταν έπρεπε. Τα πρόσωπα που εμφανιζόταν στη σκηνή και υποδύονταν δορυφορικούς ρόλους χωρίς να διαλέγονταν (οι σημερινές γλάστρες) ονομαζόταν κωφά. Ο χορός κάθε τραγωδίας αποτελείτο από 12 μέλη τα οποία ο Σοφοκλής αύξησε σε 15, αριθμός που έκτοτε επικράτησε.

Οι υποκριτές εκπροσωπούσαν ένα ηρωικό κόσμο και παρουσιάζονταν στο κοινό με μεγαλοπρεπή προσωπεία, ογκώδεις περιβολές και με υψηλούς και παχύπελμους κοθόρνους.

Ο χορός με τη σειρά του εκπροσωπούσε τον λαό που άλλοτε πανηγυρίζει και άλλοτε δυστυχεί συμπάσχοντας στο ρεύμα των παθών, καταπραύνει τα πάθη παρηγορώντας ή συνδιαλασσόμενος με τους υποκριτές. Καμία φορά παρουσιάζεται ως κατώτερος του ήρωα αδυνατώντας να ανυψωθεί στο ήθος και το φρόνημα εκείνου. Άλλοτε πάλι υπερέχει καθώς κρίνοντας τα πράγματα από περιωπής εκπροσωπεί το ιδανικό της δημόσιας γνώμης και παρέχει διδάγματα σοφίας και εμπειρίας ανακηρύττοντας το αίδιον του θείου νόμου.

Στα πρώτα της βήματα  η τραγωδία είχε γελοίο χαρακτήρα αλλά με την πάροδο του χρόνου σεμνοποιήθηκε παραχωρώντας το γελοίο στο σατυρικό δράμα ή κοινώς στην παίζουσα τραγωδία. Βέβαια σημαντικό ρόλο έπαιξε και η εποχή του Περσικού πολέμου μέσα στην οποία αντρώθηκαν οι τρεις μεγάλοι μας τραγωδοί που την μετουσίωσαν σε πνευματική όσο και ψυχική έξαρση των Ελλήνων. Τα θέματά της πλέον δεν τα αντλούσε από υποθέσεις διονυσιακών μύθων αλλά από μύθους ηρώων του Αργοναυτικού, του Θηβαικού και του Τρωικού πολέμου όπου ο ποιητής είχε την ευχέρεια και την ελευθερία να πλάθει ιδεώδεις ήρωες.

ΟΡΙΣΜΟΣ  ΤΗΣ  ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ

Κατά τον Αριστοτέλη  τραγωδία εστί μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστου των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι απαγγελίας, δι ελέου και φόβου, περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν.

Και τελείαν εννοεί την πράξη που έχει αρχή, μέσον και τέλος όπως δηλαδή και στο έπος.

Ως προς το μέγεθος πρέπει να έχει τέτοιο μήκος ώστε να γίνεται και σύνδηλος αλλά και ευμνημόνευτος.

Η μίμηση να έχει λόγο ηδυσμένο. Δηλαδή να έχει μέτρο, που θα χαρακτηρίζει τα διαλογικά μέρη, αρμονία και μέλος που θα χαρακτηρίζει τα χορικά μέρη.

Η μίμηση δεν πρέπει να γίνεται με απλή απαγγελία, όπως ο ραψωδός στα έπη, αλλά με πρόσωπα που μιλούν και δρουν ενώπιον των θεατών για να διεγείρουν το φόβο και το έλεος του πάνω στα δρώμενα. Ο θεατής δηλαδή κάτω από την απάτη της τέχνης να ψυχαγωγείται σε τέτοιο βαθμό που να συνταυτίζει τον εαυτό του προς τον ήρωα, να φοβάται μην πάθει κάτι ο ήρωας του, αλλά και να συγχωρεί κάθε ανάξια πράξη του. Κατά τον Αριστοτέλη δια του φόβου και ελέους επιτυγχάνεται στην ταραγμένη ψυχή του θεατή  η κάθαρση αλλά και η γιατρειά από τα παθήματα του ήρωα αρκεί η έκβαση της πράξης να είναι σύμφωνα με το ηθικό συναίσθημα του ανθρώπου και με τη δικαιοσύνη.

Συμπερασματικά λοιπόν η τραγωδία δεν είναι ένα απλό ψυχαγώγημα αλλά και όργανο ηθικής ανύψωσης αφού μεταφέρει τον θεατή από ένα πραγματικό κόσμο, όπου το δίκαιο δεν ικανοποιείται πάντοτε σε υψηλότερο και ιδανικότερο επίπεδο στο οποίο αργά ή γρήγορα το κακό κολάζεται και η θεία δικαιοσύνη εκλάμπει επιφέροντας την ηθική βελτίωση του ανθρώπου.

Το διαλογικό μέρος μιας τραγωδίας εμπεριέχει τον πρόλογο, το μέρος δηλαδή της τραγωδίας μεταξύ των χορικών μελών, το επεισόδιο, που αποτελεί την κύρια πράξη όπου ο χορός και οι υποκριτές κάνουν την είσοδό τους και την έξοδο, όπου απόντος του χορού οι υποκριτές διαλέγονται με πολλούς στίχους σε μια μονομαχία λόγων που ονομάστηκε στιχομυθία και η οποία μπορεί να καταλήξει σε σφοδρή διαμάχη όπου οι στίχοι σχεδόν τέμνονται και η οποία καλείται αντιλαβή.

Στο χορικό μέρος μιας τραγωδίας συναντάμε την πάροδο, το άσμα δηλαδή που ο χορός άδει συνοδεία της ορχήστρας, το στάσιμο που είναι το άσμα που ο χορός καλείται να άδει σε ζωηρό τέμπο καταλαμβάνοντας ακίνητη θέση στη σκηνή, το υπόρχημα όπου εκδηλώνεται ο ενθουσιασμός και η ηδονή.

Πολλές φορές υποκριτές και χορός άδουν αμοιβαία, ο καθείς τα δικά του μέρη. Αυτό λέγεται κομμός και συνήθως είναι θρηνητικός. Κομμός, από τη λέξη κόπτομαι σημαίνει άσμα στακάτο όπου αντισπώνται οι θέσεις του ιάμβου και τροχαίου              (υ – – υ -) και απεικονίζουν σφοδρότατη κίνηση της ψυχής.

Καμιά φορά και οι υποκριτές, όταν το πάθος έχει επιταθεί, άδουν και τα άσματα αυτών λέγονται από σκηνής ή και μονωδία εάν ψάλλονται από ένα μόνο υποκριτή.

Στην αρχαία τραγωδία τα κατά ποσόν μέρη ήταν 9. Πέντε διαλογικά (πρόλογος, πάροδος, α-β-γ επεισόδια και α-β-γ στάσιμα και έξοδος) καμιά φορά και 11 όταν τα επεισόδια και τα στάσιμα από 3 γίνονται 4.

Η διάλεκτος των υποκριτών στους διαλόγους ήταν η μεγαλοπρεπής αττική διάλεκτος ( όχι η σουργελοδιάλεκτος των σημερινών κατά την οποία ο κάθε σκηνοθέτης και παραγωγός θυσιάζει την ομορφιά της κληρονομιάς μας στο βωμό της σύγχρονης α-τεχνης εποχής ) τραχεία από τον Αισχύλο, ομαλή και γλαφυρή από τον Σοφοκλή και εύηχος και εύρυθμη από τον Ευριπίδη.

Επειδή η τραγωδία παρέλαβε τα μέλη της από την ποίηση των Δωριέων τα άσματα των χορικών χρωματίζονται από δωρισμούς.

Τέλος το μέτρο στους μεν διαλόγους της η τραγωδία παλιά είχε το τροχαικό τετράμετρο και αργότερα το ιαμβικό τρίμετρο.

Στα χορικά το μέτρο ποικίλει ανάλογα του άσματος.

Κατά τον Αριστοτέλη η ποιότητα μιας τραγωδίας είναι συνυφασμένη από :

*** Τον μύθο, ήτοι την σύνθεση των πραγμάτων. Αποτελεί το σπουδαιότερο μέρος αφού πρόκειται για τα νήμα στο οποίο πλέκεται η τραγωδία. Γι αυτό και άριστο δράμα θεωρείται το έχον άριστη πλοκή όπως π.χ ο Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή. Ένας μύθος μπορεί να είναι απλός αλλά και σύνθετος σε περιπτώσεις που θα έχει περιπέτεια και αναγνωρίσεις. Περιπέτεια μεν λέγεται η εις το εναντίον μεταβολή των δρώμενων αναγνώριση δε η μεταβολή εξ αγνοίας ή εις γνώση, σε έχθρα ή φιλία αυτών των προσώπων που ευτυχούν ή δυστυχούν. Όπως ο Οιδίπους Τύραννος όταν μαθαίνει πως φόνευσε τον πατέρα του και παντρεύτηκε τη μητέρα του και απελπισμένος εξόρυξε τους οφθαλμούς του. Τέλος το πάθος του μύθου που υποκινεί τον θεατή σε φόβο και έλεος θεωρείται πράξη φθαρτική και οδυνηρή. Σαν παράδειγμα τοιούτου πάθους μπορούμε να παραθέσουμε την εγκατάλειψη του Φιλοκτήτη στις ακτές της Λήμνου ή της Αριάδνης στη Νάξο από τον Θησέα επειδή τέτοιες καταστάσεις θεωρούνται ωμότερες του θανάτου και ταράττουν έντονα την ανθρώπινη ψυχή.

Η τραγική πράξη μέσω του ελεεινού και του φοβερού ανακουφίζει τον θεατή όταν πάσχει, όχι όταν διαπρέπει προς το καλό ή το κακό αλλά όταν κείται στη μέση και μεταβάλλεται από την ευτυχία στη δυστυχία όχι για την αμαρτία. Και αμαρτία εννοεί την αποπλάνηση στην οποία μπορεί να περιπέσει κάθε φύσει δίκαιος και αγαθός άνθρωπος (αμαρτήματα και αδικήματα).

*** Με το ήθος, που εκ των πραγμάτων αποτελεί τη φυσιογνωμία της ψυχής, δηλώνεται η προαίρεση των πρωταγωνιστών και το ποιόν τους. Όταν προσθέσουμε στους ήρωες μας την διάνοια και τη λέξη,  δηλαδή την οικεία γλώσσα προσαρμοσμένη στην παιδεία της κοινωνίας τότε το αποτέλεσμα θα είναι και η εικόνα του ήθους. Ήρωες λοιπόν με ιδανικούς και άριστους χαρακτήρες.

ΣΑΤΥΡΙΚΟ ΔΡΑΜΑ  

Όπως είδαμε παραπάνω, όσο η τραγωδία αναπτυσσόταν ελαττώνονταν οι μύθοι του Διόνυσου αλλά και τα άσματα προς τον θεό μια και ο χορός, που στην αρχή αποτελείτο από πρόσωπα αγροίκων μεταμφιεσμένα με δέρματα ζώων, σε σάτυρους, έδωσε τη θέση του σε σεμνά πρόσωπα που καμία σχέση δεν είχαν με το θεό. Οι ποιητές όμως από ευλάβεια προς τον Διόνυσο και τις θρησκευτικές παραδόσεις πρόσθεσαν στην τριλογία των τραγωδιών το σατυρικό δράμα όπου ο θεός εξυμνείται από ένα χορό θρασύδειλων σατύρων οι οποίοι, σε αντίθεση με τους ήρωες των τραγωδιών, προκαλούσαν θυμό και οργή στους θεατές με τις υβριστικές και ακόλαστες ατάκες τους τις οποίες η ορχήστρα επέτεινε. Η αποκαλούμενη σίκιννις ήταν παρωδία του χορού με κρότου των ποδιών επί σκηνής και γρήγορη κίνηση. Άλλες φορές αντί για σάτυρους τη θέση τους έπαιρνε το πρόσωπο του Ηρακλή που τραγουδούσε τόσο φάλτσα ώστε να προκαλεί την οργή των θεατών.

ΚΩΜΩΔΙΑ

Η κωμωδία είναι επίσης μίμηση μιας πράξης που κινεί το γέλωτα αλλά όπως στην τραγωδία ο φόβος και το έλεος αποτελούν το μέσον και όχι το σκοπό, στην κωμωδία το γελοίον αποτελεί το μέσον με το οποίο ο ποιητής κρυφά και με ευχαρίστηση οδηγεί τον θεατή στην ηθική του βελτίωση. Είναι ο καθρέπτης που καταδεικνύει και σατιρίζει τα ελαττώματα και τις ανοησίες των ανθρώπων και τους προκαλεί την επιθυμία να τα εξαλείψει. Διασαλεύει και πολεμά τις κακίες και τις αδικίες της κοινωνίας κι αν δεν μπορεί να τις εξαλείψει σίγουρα εξασθενεί τη δύναμή τους. Είναι η ομομήτρια αδελφή της τραγωδίας που σατιρίζει την φαυλότητα, την πλεονεξία, τους λαοπλάνους, τους δημαγωγούς, τους πολεμοκάπηλους και τους καιροσκόπους μιας εποχής κατά την οποία η αδελφοκτόνος θανάσιμη σύγκρουση σπαράσσει την Αρχαία Ελλάδα. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος.

Συμπερασματικά η τραγωδία όσο και η κωμωδία έχουν κοινό σκοπό δηλαδή να οδηγήσουν τον άνθρωπο σε ένα βίο ευγενή και ιδανικό αφού αμφότερες κολάζουν τα αμαρτήματα αυστηρότερα η πρώτη ηπιότερα η δεύτερη  που επιπλέον τα γελοιοποιεί.

Η κωμωδία βλάστησε, όπως και η τραγωδία, από τις Διονυσιακές εορτές και ιδιαίτερα κατά τον τρύγο όπου όλα ετελούντο σε πλήρη ευθυμία. Μέρος της ιλαράς αυτής εορτής ήταν η πομπή, ο κώμος, από μεθυσμένους ομίλους που με θόρυβο και αταξία περιερχόταν στους δρόμους μιας πόλης συνοδεία ορχήστρας και τραγουδούσαν. Ώστε κωμωδία είναι η κατά κώμον ωδή. Ο θίασος αυτός μεταμφιεσμένος αλλόκοτα και με μάσκες στα πρόσωπα λοιδωρούσαν, ενέπαιζαν και χαριεντίζονταν  το παριστάμενο πλήθος. Τα αστεία πειράγματα αυτά και τις κοροιδίες  συνέλλεξε και μετέτρεψε σε έντεχνο δημώδες είδος ο  Σουσαρίων από τα Μέγαρα (580-560) προπονούμενος για επικείμενος κωμικούς αγώνες που δυστυχώς γι αυτόν έλαβαν χώρα εκατό χρόνια μετά.

Εν τω μεταξύ η Σικελιωτική κωμωδία εμφανίστηκε με τον μεγάλο ποιητή Επίχαρμο  (540-450), τον οποίο ο Πλάτων θεωρούσε ως τον κορυφαίο των κωμικών. Από τις 52 κωμωδίες του που έγραψε σε δωρική διάλεκτο έχουν διασωθεί μόνο ορισμένα αποσπάσματα.

Πραγματικά, η εικόνα της Αττικής Κωμωδίας αρχίζει να ξεκαθαρίζει μόνο μετά την ένταξη των κωμικών παραστάσεων στο επίσημο πρόγραμμα των γιορτών του Διονύσου: το 486 π.Χ. στα Μεγάλα Διονύσια και το 455 π.Χ. στα Λήναια. Σχεδόν όλα τα στοιχεία που διαθέτουμε για την πορεία της κωμωδίας αφορούν την πορεία της Αττικής Κωμωδίας, όπου οι αρχαίοι φιλόλογοι είχαν ξεχωρίσει τρείς περιόδους:

(α) Την Αρχαία ή Παλαιά Κωμωδία, από το 487 π.Χ. ως το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου (404 π.Χ.)

(β) Τη Μέση Κωμωδία, από το 404 π.Χ. ως το θάνατο του Μεγαλέξανδρου (323 π.Χ.)

(γ) Τη Νέα Κωμωδία, από το 323 π.Χ. ως τα μέσα του 3ου π.Χ. αιώνα.

Στην Αρχαία κωμωδία διακωμωδούνταν με υπερβολή στο μέτρο της ευπρέπειας και της αιδούς όχι μόνο χαρακτήρες ανθρώπων αλλά συνήθως πρόσωπα. Σε γενικές γραμμές αποτελούσε δεινή μάστιγα εναντίον των αμαρτωλών πολιτευτών. Τα μέρη της κωμωδίας μοιάζουν προς τα μέρη της τραγωδίας ήτοι ο πρόλογος, η πάροδος, οι διαλογικές σκηνές και λογομαχίες δυο προσώπων, τα στάσιμα και η έξοδος. Ένα από τα άσματα του χορού κατά το οποίο ο κορυφαίος ιστάμενος ενώπιον των θεατών ομιλούσε ελεύθερα για τα πολιτικά δρώμενα της εποχής, για τους αντιπάλους του λεγόταν παράβασις. Ο κωμικός χορός αποτελούνταν από 24 μέλη και η άσεμνη ορχήστρα του κόρδαξ σε αντίθεση με την σεμνότητα της τραγωδίας που ονομάζονταν εμμέλεια.

Τρείς ήταν οι ποιητές που διαγωνιζόταν (πέντε τον Δ΄αιώνα) με ένα δράμα έκαστος. Η κωμική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν είχε λεκτικό πλούτο και θαυμαστή ευκαμψία και δεν ήταν άλλη από την αττική γλώσσα.

Ο Κρατίνος (520-422 π.Χ) με το τραχύ του ύφος, δηκτικός και ορμητικός χρησιμοποιούσε αρχαιοπρεπή γλώσσα όπως ο Αισχύλος και ακολουθούσε λυρικό τόνο. Έργα του  οι Σάτυροι, οι Χειμαζόμενοι, ο Διουσαλέξανδρος και η Πυτίνη, που δίδαξε όταν πλέον ήταν 97 ετών.

Ο Εύπολις  (445-412 π.Χ) ήταν περισσότερο εύχαρης στο ύφος του  αλλά χτυπούσε αλύπητα τους δημαγωγούς και τους σοφιστές κάνοντας αυστηρή κριτική σε κάθε τι που θεωρούσε άσχημο. Στην κωμωδία του Μαρικάς διακωμωδούσε τον δημαγωγό Υπέρβολο για τον κυνισμό του. Άλλες κωμωδίες του ήταν οι Κόλακες, Είλωτες, Αίγες, Πόλεις.

Από τους δύο ποιητές σώζονται μόνο αποσπάσματα.

Όμως ο κατ εξοχήν κωμικός ποιητής της αρχαιότητας θεωρείται ο Αριστοφάνης (445-386 π.Χ). Ο Αριστοφάνης έγραψε 40 κωμωδίες από τις οποίες διασώζοντα σήμερα μόλις 11.

Η Μέση κωμωδία   που συναντάται από το 404 έως το 338 π.Χ δεν διακωμωδεί ορισμένα πρόσωπα αλλά τις ανοησίες των επιτηδευμάτων και κοινωνικών τάξεων. Έτσι προσφιλείς ήρωες ήταν όσοι σύχναζαν στις αγορές,θρε ψαράδες, μάγειροι, αγοραίοι φιλόσοφοι. Επίσης δανειζόταν θέματα αλληγορικά και μυθολογικά τα οποία υπονοούσαν σύγχρονα γεγονότα. Από τους εξήντα επιφανέστερους ποιητές  της Μέσης Κωμωδίας οι πλέον γνωστοί ήταν οι Αντιφάνης και Άλεξις με σύνολο παραγωγής 244 κωμωδίες, από τις οποίες διασώζονται μόνον αποσπάσματα. Σπουδαίο δε γνώρισμα της νέας αυτής κωμωδίας ήταν ότι λόγω έλλειψης πλουσίων χορηγών εξέλιπε ο χορός.

Στην ελληνιστική εποχή (320 π.Χ) αναπτύσσεται η τελευταία φάση ανάπτυξης της ελληνικής κωμωδίας. Η Νέα Κωμωδία όπως ονομάστηκε από τους αλεξανδρινούς φιλόλογους, είναι μια κωμική και ρομαντική ηθογραφία χωρίς πολιτικές αιχμές που εξορίσθηκε από την εκκλησία και την αγορά και περιωρίστηκε σε αποκλειστικά ιδιωτικούς χώρους όπου διακωμωδούσε τους πολέμους, τα πάθη και τα ελαττώματα των μελών αυτών με κύριο θέμα τον έρωτα. Συνήθεις ήρωες ήταν  φιλάργυροι, δύστροποι γέροντες, κακο-αναθραμένα παιδιά, ναζιάρες εταίρες, ακόλαστοι νέοι, δούλοι πονηροί, δολοπλόκοι παράσιτοι, αλαζόνες, νεόπλουτοι, έκθετα βρέφη, βάρβαροι αγρότες και τα παραπλήσια. Το περιβάλλον των έργων είναι αστικό, καθημερινό με σπάνιες αναφορές σε επίκαιρα γεγονότα. Οι υποθέσεις είναι πολύπλοκες με τέλος ευχάριστο και αρεστό στον θεατή όπου η τύχη παρεμβαίνει για να ανατρέψει ριζικά πολλές φορές την κατάσταση.

Τα δράματα αυτά έγιναν αρεστά όχι μόνο στους σύγχρονους και  μεταγενέστερους Έλληνες αλλά και στους Ρωμαίους όπου βρήκαν μιμητές τους Πλαύτο και Τερέντιο οι οποίοι καλλιέργησαν τους χαρακτήρες της κωμωδίας και τους μεταλαμπάδευσαν στους νεώτερους όπως π.χ  Μολιέρος.

Στη Νέα κωμωδία οι ηθοποιοί αντικαθιστούν πλήρως τα χορικά τα οποία είχαν ήδη χάσει την λειτουργικότητά τους σε σχέση με την υπόθεση και εμφανίζονται ανάμεσα στις πράξεις μόνο σαν εμβόλιμο στοιχείο.

Οι σπουδαιότεροι ποιητές της Νέας Κωμωδίας ήταν:

 ο Μένανδρος ο Κηφισιεύς (342-292 π.Χ), το άστρο της κωμωδίας όπως τον επικαλούσαν και τον θεωρούσαν δημοφιλέστερο μετά τον Ευρυπίδη. Από τα 108 δράματά του διασώθηκαν πολλά αποσπάσματα αλλά και τμήματα κωμωδιών αυτού από ανευρεθέντες παπύρους στην Αίγυπτο, όπως Ήρως, Επιτρέποντες, Σαμία, Κιθαριστής, Κόλαξ, Γεωργός.

και ο Φιλήμων (361-262 π.Χ) του οποίου δύο κωμωδίες διεσώθησαν. Ο Έμπορος και ο Θησαυρός. Και αυτό χάρη στην λατινική μετάφραση από τον Πλαύτο.

*** Γραμματολογία  Γ.Γαρδίκα 1930

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *